Η σχολική χρονιά όπου να ‘ναι αρχίζει – και μαζί η εποχή των κάθε είδους λοιμώξεων και ασθενειών που αποτελούν το σήμα κατατεθέν της συνύπαρξης πολλών παιδιών και εφήβων σε κλειστούς χώρους. Η περίοδος αμέσως μετά τις διακοπές είναι η πλέον κατάλληλη για να ανοίξουν οι γονείς το βιβλιάριο υγείας των παιδιών τους και να φροντίσουν να κάνουν όσους εμβολιασμούς – πρώτους ή επαναληπτικούς – έχουν ξεχάσει.

Τα εμβόλια αποτελούν την μέθοδο επιλογής για την προστασία των παιδιών από τις ασθένειες για τις οποίες γίνονται. Οι ασθένειες αυτές είναι σήμερα 16 – έναντι 7, για τις οποίες υπήρχαν εμβόλια την δεκαετία του ’80. Μολονότι, όμως, εμβόλια υπάρχουν, οι γονείς συχνά τα ξεχνούν, με συνέπεια να μένουν ακάλυπτα τα παιδιά τους.

Επιπλέον, πολλοί άλλοι ξεχνούν να κάνουν στα παιδιά τις αναμνηστικές (επαναληπτικές) δόσεις των εμβολίων. Το μισοεμβολιασμένο παιδί, όμως, είναι ουσιαστικά ακάλυπτο.

Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσίασε προ έτους η Ελληνική Παιδιατρική Εταιρεία, ικανοποιητική κάλυψη των παιδιών στην χώρα μας υπάρχει μόνον έναντι τριών ασθενειών: της διφθερίτιδας, του τετάνου και του κοκκύτη (φθάνει το 98-99% των παιδιών).

Από κει και πέρα, τα ποσοστά εμβολιασμού των Ελληνόπουλων φθίνουν ανησυχητικά:

* Για την ηπατίτιδα, την ιλαρά, την ερυθρά και την παρωτίτιδα είναι 70-80%.

* Για την μηνιγγίτιδα είναι 60%.

* Για τον πνευμονιόκοκκο μόλις 50%.

* Για την ανεμοβλογιά, κάτω από 50%.

Επακόλουθο αυτής της κατάστασης είναι να κινδυνεύουν τα μισά σχεδόν παιδιά στην χώρα μας να εκδηλώσουν σοβαρές ασθένειες – με τον μεγαλύτερο κίνδυνο να διατρέχουν τα δευτερότοκα και τα τριτότοκα παιδιά των οικογενειών, δεδομένου ότι οι Έλληνες γονείς φαίνεται πως είναι συνεπείς στους εμβολιασμούς του πρώτου τους παιδιού αλλά αμελείς σε αυτούς των επόμενων.

Τα υποχρεωτικά

Σύμφωνα με το Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών, που καταρτίζει και αναθεωρεί σε τακτά χρονικά διαστήματα το υπουργείο Υγείας & Κοινωνικής Αλληλεγγύης, ορισμένα εμβόλια είναι υποχρεωτικά – γι’ αυτό λ.χ. απαιτείται αντίγραφο του βιβλιαρίου Υγείας των παιδιών που πρόκειται να πάνε στο Νηπιαγωγείο ή στην Α’ Δημοτικού.

Τα υποχρεωτικά εμβόλια είναι της ιλαράς, της ερυθράς, της παρωτίτιδας, του αιμόφιλου ινφλουέντσας, της φυματίωσης, της διφθερίτιδας, του τετάνου, του κοκκύτη, της ηπατίτιδας Α, της ηπατίτιδας Β, της πολιομυελίτιδας, της μηνιγγίτιδας C και του πνευμονιόκοκκου. Προσφάτως, εντάχθηκαν στους υποχρεωτικούς εμβολιασμούς το εμβόλιο της ανεμοβλογιάς και αυτό κατά του ιού HPV που προκαλεί καρκίνο στον τράχηλο της μήτρας.

Το τριπλούν διφθερίτιδας–τετάνου–κοκκύτη

Αρχίζει να χορηγείται στην ηλικία των 2 μηνών. Γίνονται ενδομυϊκά τρεις δόσεις ανά δίμηνο, έως ότου το παιδί γίνει 1 έτους. Επαναληπτική (αναμνηστική) δόση γίνεται σε ηλικία 18 μηνών και 4-6 ετών. Στη συνέχεια γίνεται άλλη μία στα 10-12 χρόνια και επαναλαμβάνεται ανά 10ετία (και στους ενήλικες).

Το εμβόλιο της πολιομυελίτιδας

Επίσης χορηγείται ενδομυϊκά σε τρεις δόσεις, οι οποίες γίνονται ανά δίμηνο (τον 2ο, 4ο και 6ο μήνα ζωής του παιδιού). Υπάρχει τόσο μεμονωμένα όσο και σε συνδυασμό με άλλα εμβόλια (ενσωματωμένο λ.χ. στο τριπλούν διφθερίτιδας-τετάνου-κοκκύτη). Όταν χορηγείται στα πλαίσια τετραπλού ή πενταπλού εμβολίου, πολλοί παιδίατροι συνηθίζουν να δίνουν και μία πρόσθετη δόση του εμβολίου της πολιομυελίτιδας από το στόμα.

Το εμβόλιο του αιμόφιλου της ινφλουέντσας B (Hib)

Ο αιμόφιλος προκαλεί σοβαρές λοιμώξεις στην παιδική ηλικία (μεταξύ αυτών μηνιγγίτιδα και μια μορφή πνευμονίας). Χορηγείται από την ηλικία των 2,5 μηνών σε τέσσερις δόσεις (οι τρεις πρώτες έως το 1ο έτος, η τέταρτη στο 2ο έτος). Σήμερα, το εμβόλιο αυτό μαζί με τα προηγούμενα περιλαμβάνεται σε πενταπλά εμβόλια.

Το εμβόλιο της μηνιγγίτιδας C

Μπορεί να αρχίσει να γίνεται από την ηλικία των 2-3 μηνών. Στα βρέφη κάτω των 12 μηνών χορηγείται σε τρεις δόσεις, ενώ στα τα παιδιά ηλικίας 1 έτους και άνω, χορηγείται σε μία δόση. Ωστόσο, οι γονείς πρέπει να καταλάβουν πως με αυτό το εμβόλιο το παιδί δεν είναι άτρωτο σε όλες τις μορφές μηνιγγίτιδας, αλλά μόνον σε όσες οφείλονται στο μικρόβιο «μηνιγγιτιδόκοκκος C». Εάν ένα παιδί δεν έχει εμβολιασθεί εναντίον της μηνιγγίτιδας C, μπορεί να το κάνει έως την ηλικία των 18 ετών.

Το τριπλούν ιλαράς-παρωτίτιδας-ερυθράς

Χορηγείται υποδορίως σε δύο δόσεις: σε ηλικία 12-15 μηνών και 4-6 ετών. Ειδικά το εμβόλιο της ερυθράς μπορεί να γίνει και αργότερα στη ζωή, κυρίως σε εγκύους οι οποίες δεν θυμούνται εάν είχαν εμβολιασθεί ή είχαν παρουσιάσει τη νόσο ως παιδιά (η ερυθρά στην εγκυμοσύνη είναι επικίνδυνη).

Το εμβόλιο της ηπατίτιδας Β

Χορηγείται ενδομυϊκά σε τρεις δόσεις κατά το 1ο έτος ζωής, αρχής γενομένης από τον πρώτο μήνα ζωής και μετά. Αναμνηστική δόση συνιστάται έπειτα από μία 10ετία. Το πότε ακριβώς θα γίνουν οι τρεις πρώτες δόσεις, το κρίνει κατά περίπτωσιν ο παιδίατρος. Εάν το μωρό έχει γεννηθεί από μητέρα με θετικό αυστραλιανό αντιγόνο, δηλαδή από μητέρα-φορέα του ιού της ηπατίτιδας Β, συνιστάται ορός και εμβολιασμός μέσα στις πρώτες 12 ώρες από τη γέννηση.

Το εμβόλιο της ηπατίτιδας Α

Χορηγείται μετά την ηλικία των 2 ετών. Γίνεται σε δύο δόσεις πριν πάει το παιδί στο νηπιαγωγείο, επειδή ο ιός μεταδίδεται με τις μολυσμένες τροφές, το μολυσμένο νερό ή τις τουαλέτες.

Το εμβόλιο της φυματίωσης (BCG)

Προφυλάσσει σε ποσοστό 50-60% από την ασθένεια τα παιδιά με αρνητική αντίδραση στο τεστ Mantoux (το τεστ γίνεται προληπτικά ανά διετία, έως ότου γίνει ο εμβολιασμός). Το εμβόλιο έχει καθιερωθεί στην ηλικία των 6 ετών και γίνεται στα σχολεία. Αν, όμως, υπάρχει στην οικογένεια του παιδιού κρούσμα φυματίωσης, πρέπει να γίνεται πολύ νωρίτερα.

Το εμβόλιο του πνευμονιόκοκκου

Γίνεται σε τέσσερις δόσεις, από την ηλικία των 2 μηνών έως τα 2 χρόνια. Προστατεύει από τους πιο συχνούς τύπους πνευμονιόκοκκου, που προκαλούν σοβαρές λοιμώξεις (μεταξύ αυτών πνευμονία, οξεία μέση ωτίτιδα κ.ά.).

Το εμβόλιο της ανεμοβλογιάς

Εντάχθηκε προσφάτως στα υποχρεωτικά εμβόλια. Πρέπει να γίνεται σε δύο δόσεις στην ηλικία 13-15 μηνών. Στη διετία χρειάζεται επαναληπτικός εμβολιασμός. Είναι απαραίτητο για τα ανεμβολίαστα παιδιά που έχουν περάσει την ηλικία των 10 χρόνων και δεν έχουν νοσήσει από ανεμοβλογιά, γιατί μετά την ηλικία των 12 χρόνων η νόσος είναι βαριά και επικίνδυνη.

Το εμβόλιο της HPV λοίμωξης

Εντάχθηκε προσφάτως στα υποχρεωτικά εμβόλια. Πρέπει να γίνεται στα κορίτσια στην αρχή της εφηβείας (ηλικίες 12-15 ετών). Χορηγείται σε 3 δόσεις.

Τα προαιρετικά

Εκτός από τα υποχρεωτικά εμβόλια υπάρχουν και κάποια που μπορεί να γίνουν σε ένα παιδί εφ’ όσον το συστήσει ο παιδίατρος και συμφωνήσουν οι γονείς. Τα εμβόλια αυτά είναι:

Το εμβόλιο της γρίπης

Γίνεται δύο φορές τον χρόνο (το φθινόπωρο και τον Φεβρουάριο) σε παιδιά ηλικίας άνω των 6 μηνών, τα οποία πάσχουν από χρόνια νοσήματα του αναπνευστικού, κυκλοφορικού ή ουροποιητικού συστήματος, σε όσα έχουν εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα και σε όσα πάσχουν από αιματολογικά νοσήματα. Ωστόσο, μπορεί να γίνει και σε υγιή παιδιά, εάν το κρίνει ο παιδίατρος.

Το εμβόλιο του ροταϊού

Είναι ένα νέο εμβόλιο. Προστατεύει από τον ροταϊό, ο οποίος προκαλεί γαστρεντερίτιδες. Χορηγείται σε 2 ή 3 δόσεις, ανά μήνα έως δίμηνο, έως την ηλικία των 6 μηνών.

Πότε δεν γίνονται εμβολιασμοί

* Ορισμένοι εμβολιασμοί δεν επιτρέπονται ή αναβάλλονται σε παιδιά που πάσχουν από νοσήματα του ανοσοποιητικού συστήματος, παίρνουν ανοσοκατασταλτικά φάρμακα ή πάσχουν από κακοήθη νοσήματα.

* Τα παιδιά με μεσογειακή ή δρεπανοκυτταρική αναιμία μπορούν να εμβολιαστούν μόνον 3 μήνες αφότου έχουν κάνει μετάγγιση αίματος.

* Τα παιδιά με νευρολογικά νοσήματα (λ.χ. επιληψία) εμβολιάζονται αναλόγως με την κρίση του παιδιάτρου ή του νευρολόγου.

* Εμβολιασμοί δεν πρέπει να γίνονται στη διάρκεια εμπύρετων ή/και σοβαρών λοιμώξεων.

Η Κωνσταντίνα Σαλεσιώτη είναι παιδίατρος, επιστημονική συνεργάτις της Α’ Πανεπιστημιακής Κλινικής του Νοσοκομείου Παίδων «Αγία Σοφία» και ιατρός στοΙΚΑ Ραφήνας