Από τη «Ριρίκα» και το «Ευζωνάκι γοργό» μέχρι τα θεατρικά τραγούδια τού σήμερα ο Σταμάτης Κραουνάκης μας ξεναγεί σ΄ αυτά «που κάψαν το σανίδι», με πρωταγωνιστές από την Άννα Καλουτά και τη Ζωζώ Σαπουντζάκη μέχρι τον Γιώργο Μαρίνο και τον Λάκη Λαζόπουλο
Στο ταξίδι στα θεατρικά τραγούδια που ετοίμασε ο Σταμάτης Κραουνάκης για το Ηρώδειο, υπό τον τίτλο «Χ-Σκηνής, Αυτά που κάψαν το σανίδι», ο νεώτερος συνοδοιπόρος είναι ο Γιάννης Χαρούλης και η πρεσβύτερη η Άννα Καλουτά. Μα η Άννα Καλουτά τραγουδάει ακόμα; «Δεν μπορώ, κύριε Κραουνάκη μου, με πονάνε τα πόδια μου», ήταν η πρώτη της αντίδραση, αλλά πριν αλέκτορα φωνήσαι τρις, εμφανίστηκε στην «Αθηναΐδα» μαζί με τις φίλες της και του είπε απλά… «Je suis a votre desposition» (Είμαι στη διάθεσή σας).

Εκπρόσωπος μιας γενιάς θεατρίνων που άφησαν τη σφραγίδα τους (και) με τη φωνή τους από την προπολεμική Ελλάδα και μετά, η κυρία Καλουτά θα εμφανιστεί καθιστή τελικά και θα πει το «Ευζωνάκι γοργό» του Θεόφραστου Σακελλαρίδη.

Κάθε ηθοποιός, εκπρόσωπος μιας εποχής. Κάθε τραγούδι και μια σελίδα στο συλλογικό υποσυνείδητο του Έλληνα. «Τραγούδια που, αν και γράφτηκαν για να εξυπηρετήσουν ένα νούμερο ή μια παράσταση, μπήκαν στη ζωή του Έλληνα κι έμειναν για πάντα εκεί», όπως εξηγεί στα «ΝΕΑ» ο Σταμάτης Κραουνάκης σε ένα διάλειμμα των προβών.

Τραγούδια από την πίστα και το βαριετέ, από την επιθεώρηση, το σύγχρονο μουσικό θέατρο και την αττική κωμωδία κοσμούν μια παράσταση με μνήμη που ζει στο σήμερα, «απλά γυρνάει και κοιτάει και στο χθες», όπως λέει. Με καινούργιες δυναμικές ενορχηστρώσεις του Γιώργου Ζαχαρίου («κρατήσαμε τη λογική μια ηλεκτρικής μπάντας θεάτρου που θα μπορούσε να ακουστεί σε ένα οποιοδήποτε κλαμπ») και με παρλάτες από τη Λίνα Νικολακοπούλου, το πάρτι του Ηρωδείου θα έχει κεντρικούς οικοδεσπότες τον Σταμάτη Κραουνάκη και την Ελένη Ουζουνίδου. Μαζί τους και τα 14 παιδιά της ομάδας του «Σπείρα Σπείρα».

Και μαζί: Ζωζώ Σαπουντζάκη, Μάρθα Βούρτση, Σπεράντζα Βρανά, Μάρω Κοντού, Γιώργος Μαρίνος, Κατιάνα Μπαλανίκα, Λάκης Λαζόπουλος, Γρηγόρης Βαλτινός, Άννα Παναγιωτοπούλου, Ζωή Φυτούση, Μελίνα Τανάγρη, Σόνια Θεοδωρίδου, Μάρθα Φριντζήλα, Χρήστος Στέργιογλου, Δημήτρης Μπάσης, Γιάννης Χαρούλης.

«Η λογική είναι να ζωντανέψει η φωτογραφία μέσα από τη μουσική, τον στίχο και το ρούχο», προσθέτει. «Το σκηνικό είναι απλό. Το συζητήσαμε με τον Γιάννη (Μετζικώφ) και αποφασίσαμε να είναι μια συναυλιακή βραδιά με νύξεις θεατρικές. Ο φωτισμός (Ελευθερία Ντεκώ) και τα βίντεο (Κώστας Αυγέρης)

ΙΝFΟ

«Χ-Σκηνής- Αυτά που κάψαν το σανίδι», στο Ηρώδειο, 27 και 28 Ιουνίου. Έχουν απομείνει ελάχιστα εισιτήρια.

θα έχουν λιγάκι αυτό τον ρόλο».

«Υπάρχουν εξαιρετικές στιγμές», συνεχίζει ο Σταμάτης. «Σε ένα σημείο όπου η Μάρθα Φριντζήλα μπλέκει το “Άννα μην κλαις” με ένα σκληρό κομμάτι του Κουρτ Βάιλ… Ή στο “Μεγάλο μας Τσίρκο”, μπαίνει και μια εμβόλιμη σκηνή από ένα εξαιρετικό κομμάτι που έχει γράψει ο Καμπανέλλης για το πώς είχαμε Σύνταγμα. Αυτό τώρα δουλεμένο με άλλο τρόπο αποκτάει μια δύναμη που εμπεριέχει τη χούντα, τη βία, την τωρινή χούντα- της καταιγιστικής πληροφόρησης».

Δεν είναι εύκολο να χειρίζεται κανείς τη μνήμη- κυρίως σε πράγματα που έχουν πλασθεί με το κύτταρό μας. Το παιχνίδι παίζεται στις μικρές λεπτομέρειες, στις ανάσες ανάμεσα στα τραγούδια, στις φράσεις, στα νεύματα, στα υπονοούμενα. Ψάχνοντας βρήκαν ένα πλούτο απίστευτο (στην έρευνα αυτή τους βοήθησε ο Γιώργος Παπαστεφάνου). «Όσο πιο πίσω πάμε, βλέπουμε ότι το θέατρο ήταν τα καλοκαίρια και οι Κυριακές των Ελλήνων πριν μπει η τηλεόραση στη ζωή τους» σημειώνει ο Σταμάτης.

Και η επιλογή πώς έγινε;

«Ακούσαμε τα πάντα με τη Λίνα. Κρατήσαμε όσα έχουν αποτυπωθεί στις καρδιές μας. Ήταν το μοναδικό κριτήριο».

«Γιατί να μας μελαγχολεί ο χρόνος;»


Η ιστορία αρχίζει από το 1920, έρχεται στην Κοτοπούλη και τη Βέμπο, στην «Οδό Ονείρων», τη «Γειτονιά των Αγγέλων», τον «Ματωμένο Γάμο», την «Λυσιστράτη» του Λαζόπουλου.

«Είναι αποκαλυπτικό πώς μπήκαν οι “Αχαρνής” μέσα σ΄ αυτό, ο Σαββόπουλος, ο Μικρούτσικος, ο Λεοντής». Και από τα δικά του θεατρικά; «Ακούγεται “Η κουπαστή”, “Λυσιστράτη”, “Έκτο Πάτωμα”…» Συζητάμε για το πόσο ορεξάτα μπήκαν όλοι στην ιστορία. «Κανείς δεν ρώτησε τι τραγούδια θα πει, πόσα θα πει, πόσα λεφτά θα πάρει. Είναι συγκινητικό. Είναι συγκινητικό η Κοντού να λέει τη “Μαύρη Φορντ” με την ίδια χαρά που την έλεγε τότε».

Δεν υπάρχει και μια δόση μελαγχολίας σ΄ αυτό; Να βλέπεις κατάματα τον χρόνο που πέρασε;

Γιατί να μας μελαγχολεί ο χρόνος; Όταν ο χρόνος είναι ζωντανός, είναι απών.