Μία ιστορία επιστημονικού πάθους, ερευνητικής πρωτοτυπίας, συμμαχιών, διαφωνιών, αγωνίας, πανικού. Και πολλών- μα πάρα πολλών- τηλεγραφημάτων με ανακοινώσεις μελλοντικών σεισμών, που μετεξελίχθηκαν σε ηλεκτρονικά μηνύματα και δημοσιεύσεις σε ιστοσελίδες.
Η μέθοδος ΒΑΝ εδώ και 27 χρόνια υποστηρίζει ότι προβλέπει σεισμικές δονήσεις με ακρίβεια ωρών και λεπτομέρεια σε δέκατα βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ. Ωστόσο, μέχρι σήμερα σεισμολόγοι, γεωφυσικοί και γεωλόγοι υποστηρίζουν ότι ούτε ένας σεισμός δεν έχει προβλεφθεί με βάση τα τρία του χαρακτηριστικά- μέγεθος, τόπο, χρόνο- στην Ελλάδα. Ήταν Απρίλιος του 1996 όταν ο καθηγητής Φυσικής κ. Παναγιώτης Βαρώτσος έστειλε σε ερευνητικά κέντρα του εξωτερικού πρόβλεψη σεισμού μεγέθους 6 Ρίχτερ. Χώρος οριζόταν η «ηπειρωτική Ελλάδα», πέραν της Δυτικής και της Βόρειας, και χρόνος η 2α Μαΐου. Επιπλέον, εστάλη επιστολή στον υφυπουργό ΠΕΧΩΔΕ, η οποία προειδοποιούσε για το μελλοντικό συμβάν. Ωστόσο, στην πρόβλεψη υπήρχε και μία μικρή παρένθεση: στην περίπτωση που κατά τη διάρκεια της τέταρτης εβδομάδας εκδηλωθούν σεισμοί μεγέθους 5 Ρίχτερ ο χρόνος έλευσης του σεισμού των 6 Ρίχτερ θα καθυστερήσει κατά 2-3 εβδομάδες.
Την ίδια περίοδο στην έγκριτη επιστημονική επιθεώρηση Geophysical Research Letters διοργανώθηκε ντιμπέιτ για τη μέθοδο ΒΑΝ, όπου απαντήθηκαν επισήμως από την ομάδα 16 ενστάσεις για την αξιοπιστία της συγκεκριμένης τεχνικής. Σε μερικές περιπτώσεις η ανταλλαγή μηνυμάτων των επιστημόνων συνεχίστηκε επί μακρόν, γεγονός που οδήγησε τους διοργανωτές στο συμπέρασμα ότι υπήρχαν ισχυρές διαφωνίες για βασικά ζητήματα. Λίγο καιρό αργότερα η ερευνητική ντριμ-τιμ γεωεπιστημόνων στον πλανήτη (Ρόμπερτ Γκέλερ, Ντέιβιντ Τζάκσον, Γιαν Κάγκαν και Φρανσέσκο Μαλάρτζια) συνυπέγραψε διατριβή με τίτλο «Οι σεισμοί δεν μπορούν να προβλεφθούν», η οποία δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Science». Από αυτό το σημείο και έπειτα, η πλειονότητα της διεθνούς επιστημονικής κοινότητας θεώρησε πρέπον να υποστηρίξει ανοιχτά ότι η θεωρία των ηλεκτρικών σημάτων που προοιωνίζονται σεισμούς δεν ευσταθεί, καθώς είναι σχεδόν αδύνατο να ξεχωρίσει κανείς την προέλευσή τους. Όπως επεσήμαναν οι ειδικοί, δεν ήταν σε θέση να διακρίνουν αν τα συγκεκριμένα σήματα προέρχονταν όντως από το υπέδαφος ή οφείλονταν σε εξωγενείς παράγοντες όπως οι βιομηχανίες, τα καλώδια ρεύματος, οι κεραίες κινητής τηλεφωνίας, άλλες πηγές που προκαλούν τέτοιου είδους ηλεκτρικά σήματα.
Και ο σεισμός των 6 Ρίχτερ που είχε προβλεφθεί στον χώρο της Στερεάς Ελλάδας, της Θεσσαλίας και της Κεντρικής και Ανατολικής Πελοποννήσου δεν συνέβη έως το 1999…
Η ερευνητική ντριμ-τιμ γεωεπιστημόνων στον πλανήτη συνυπέγραψε διατριβή με τίτλο «Οι σεισμοί δεν μπορούν να προβλεφθούν»
ΟΜΑΔΑ ΒΑΝ
Τον «σεισμό προβλέψεων» του 1981-85 ακολούθησε η αμφισβήτηση
Έτος: 1981. Τόπος: Αθήνα. Πριν καλά καλά προλάβουν οι Αθηναίοι να συνέλθουν από τον σεισμό των Αλκυονίδων, μία μεγαλύτερη σε μέγεθος δόνηση ταρακουνάει την ελληνική επιστημονική κοινότητα: ο φυσικός κ. Παναγιώτης Βαρώτσος, ο ακαδημαϊκός Καίσαρ Αλεξόπουλος και ο επιμελητής του Εργαστηρίου Φυσικής κ. Κωνσταντίνος Νομικός ανακοινώνουν στην Ακαδημία Αθηνών το επίτευγμά τους στον τομέα της πρόγνωσης των σεισμών. Ο 34χρονος ερευνητής κ. Βαρώτσος υποστήριζε μπροστά στο ενθουσιασμένο κοινό ότι υπάρχει τρόπος να προβλεφθεί η πλειονότητα των δονήσεων. Ο τρόπος; Τα ηλεκτρικά σήματα που είχε ανακαλύψει ότι προηγούνται από έναν σεισμό. Λίγο καιρό αργότερα, ο κ. Βαρώτσος ανακοίνωσε και στο Όσλο ότι ακόμα και οι μικροί σεισμοί στη χώρα μας προβλέπονται με επιτυχία- ακόμα και αυτοί με μέγεθος 2,6 Ρίχτερ: πάντως στην Ελλάδα του 1981 δεν υπήρχε η δυνατότητα καταγραφής τέτοιων μεγεθών.
Η εποχή του ΒΑΝ, της μεθόδου πρόγνωσης σεισμών η οποία φέρει τα αρχικά των βασικών συντελεστών της (Βαρώτσος, Αλεξόπουλος, Νομικός), είχε μόλις ξεκινήσει.
Τα τηλεγραφήματα. Δεν είναι λίγοι αυτοί που έχουν στρέψει τα βέλη τους κατά της συγκεκριμένης μεθόδου, η οποία εμπεριείχε και την «πρωτότυπη για τα επιστημονικά δεδομένα τεχνική της ανταλλαγής των τηλεγραφημάτων», όπως την έχει χαρακτηρίσει κορυφαίος Έλληνας σεισμολόγος. «Έπειτα από κάποιον σεισμό διέρρεε στον Τύπο αντίγραφο τηλεγραφήματος με περιεχόμενο: “Επισκέπτης (δηλαδή ο σεισμός) έρχεται από Δ-300”, δηλαδή από απόσταση 300 χιλιόμετρα από την Αθήνα. Δεν υπάρχει ιστορικό προηγούμενο όπου ερευνητής προσπάθησε να πείσει με την “τεχνική” των τη λεγραφημάτων», ανέφερε ο ίδιος. Έως το 1984 η ομάδα ΒΑΝ, σύμφωνα με ανακοίνωση του κ. Βαρώτσου, είχε προβλέψει επιτυχώς 21 σεισμούς μέσω των ηλεκτρικών σημάτων που είχαν καταγραφεί όχι ακριβώς επτά ώρες πριν από τη γένεσή τους, αλλά από 6 έως 115 ώρες. Έναν χρόνο αργότερα οι σεισμοί που προβλέφθηκαν έγιναν 31 – σύμφωνα πάντα με ανακοινώσεις του ιδίου- ενώ το χρονικό παράθυρο προειδοποίησης είχε ανοίξει από 6 ώρες έως 6 ημέρες. Τον επόμενο χρόνο- 1986- οι σεισμοί που είχαν προγνωστεί έγιναν 42 και ο χρόνος πρόβλεψης από 7 ώρες έως 5 ημέρες. Τότε υπήρξαν και οι πρώτες αντιδράσεις για την αποτελεσματικότητα του συστήματος καθώς μερίδα επιστημόνων υποστήριξε ότι δεν υπήρξε ειδοποίηση για τον σεισμό της Καλαμάτας.
Όσο για τα μεγέθη των σεισμών, αυτά υποτίθεται ότι προβλέπονταν με ακρίβεια δεκαδικού: για παράδειγμα, σε σεισμό μεγέθους 5 Ρίχτερ η απόκλιση της πρόγνωσης κυμαινόταν από +- 0,6 έως +- 0,8. Σύμφωνα με τα όσα γίνονταν γνωστά, το επίκεντρο ενός σεισμού υπολογιζόταν με απόκλιση 100 χιλιομέτρων.
Επίθεση αγάπης. Παρατηρώντας τις μεθόδους της ομάδας ΒΑΝ, Έλληνες γεωλόγοι, σεισμολόγοι και γεωφυσικοί άρχισαν να αντιδρούν. Από τους πρώτους που στράφηκαν ανοιχτά κατά της μεθόδου ήταν ο αείμνηστος σεισμολόγος Γιάννης Δρακόπουλος και ο κ. Βασίλης Παπαζάχος. Στην αμφισβήτηση της μεθόδου συστρατεύτηκε ο Σύλλογος Γεωφυσικών αλλά και δεκάδες γεωλόγοι και σεισμολόγοι. Όμως, το σύστημα ΒΑΝ θα δεχόταν και «επίθεση αγάπης» από τρεις διακεκριμένους επιστήμονες του εξωτερικού: τον διακεκριμένο Ιάπωνα σεισμολόγο Ουιέντα, που υιοθέτησε τη μέθοδο με διάφορες παραλλαγές, τον διάσημο ηφαιστειολόγο Ταζιέφ, ο οποίος τέλεσε και υφυπουργός της γαλλικής κυβέρνησης, και τον Κουλχάνεκ, διευθυντή του σεισμολογικού ινστιτούτου της Ουψάλας.
«Κανένα μέλλον δεν έχει το ΒΑΝ, αλλά η πολιτεία του δίνει τη μερίδα του λέοντος από τη χρηματοδότηση για τη σεισμολογική έρευνα», έλεγε ο κ. Παπαζάχος σε συνέδριο του 1997. Ωστόσο, η μόνη χρηματοδότηση του Βαρώτσου ήταν τα έξοδα για τον εξοπλισμό, τους λογαριασμούς τηλεφώνου, του ηλεκτρικού ρεύματος και της συντήρησης του δικτύου.
«Νoμίζω ότι η μέθοδος ΒΑΝ είναι αρκετά επιτυχής τεχνική για την πρόγνωση σεισμών. Η μέθοδος λειτουργεί καλά μόνο στην Ελλάδα. Δεν ξέρουμε πώς θα ανταποκριθεί σε άλλες χώρες. Όμως υπάρχουν πολλά ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν. Νομίζω όμως ότι είναι πολύ αποδοτική μέθοδος και πρέπει να συνεχιστεί», έλεγε στο ίδιο συνέδριο ο Ότα Κουλχάνεκ.
«Εφιάλτης» μετά τον σεισμό του 1999 στην Αθήνα
Στις 15 Σεπτεμβρίου 1999, μόλις οκτώ ημέρες αφού ο Εγκέλαδος χτύπησε την πρωτεύουσα με 5,9 Ρίχτερ αφήνοντας πίσω του δεκάδες θύματα, κοινοποιείται τηλεγράφημα του Βαρώτσου που προβλέπει νέο μεγάλο σεισμό. Ο πανικός των Αθηναίων γίνεται ακόμα μεγαλύτερος, αφού έχει ήδη ανακοινωθεί από τις 10 Σεπτεμβρίου ότι ο σεισμός της Αθήνας είχε προβλεφθεί επιτυχώς από την ομάδα. Τις επόμενες ημέρες θα ακολουθούσε το γνωστό σεισμολογικό θρίλερ στα δελτία ειδήσεων. Στις 17 Σεπτεμβρίου ο Ρόμπερτ Γκέλερ, ο οποίος τρία χρόνια πριν είχε συνυπογράψει την περίφημη μελέτη για την αδυναμία των επιστημόνων να πραγματοποιούν προγνώσεις σεισμών στο Science, δηλώνει ότι η μέθοδος ΒΑΝ είναι αναξιόπιστη, ενώ τρεις ημέρες μετά εκδηλώνεται σεισμός μεγέθους 4,1 Ρίχτερ κοντά στη Σαμοθράκη.
Στις 21 Σεπτεμβρίου ο Κουλχάνεκ κάνει λόγο για ανίχνευση σημάτων που αποτελούν προπομπό μεγάλου σεισμού κατά τις επόμενες εβδομάδες. Αυτό το επιβεβαιώνει επισήμως ο Βαρώτσος με επιστολή που απέστειλε στο ΥΠΕΧΩΔΕ έξι ημέρες μετά, παρά τη συμφωνία που έγινε μεταξύ των δύο «αντίπαλων στρατοπέδων» για τήρηση της πρέπουσας επιστημονικής δεοντολογίας. Αυτή τη φορά το τηλεγράφημα κάνει λόγο για σεισμό με επίκεντρο το ρήγμα της Αταλάντης. Ο ΟΑΣΠ διαψεύδει την προφητεία σεισμού, οι Αθηναίοι ετοιμάζουν τις βαλίτσες τους για ολιγοήμερες διακοπές καθώς επικρατεί κλίμα πανικού, ο καθηγητής Φυσικής εξοστρακίζεται από την Επιτροπή Σεισμικού Κινδύνου και ένας μετασεισμός 4,1 στις αρχές Οκτωβρίου κλείνει τον κύκλο του σίριαλ «Εφιάλτης στην πόλη με τα Ρίχτερ». Από αυτό το σημείο και μετά, ο Βαρώτσος διατήρησε «σεισμική σιωπή» διάρκειας 7 ολόκληρων χρόνων.
Δεν αναφερόταν μέγεθος- χρόνος για Λεωνίδιο, Κορώνη και Ανδραβίδα
Έτος: 2006. Τόπος: Πανεπιστήμιο Αθηνών. Η θεαματική επιστροφή του επιστήμονα που επί 25 χρόνια επιμένει στην εγκυρότητα της μεθόδου του ενώ έχει δεχθεί τα βέλη της πλειονότητας των σεισμολόγων, γίνεται στο αμφιθέατρο «Αριστοτέλης», το οποίο είναι κατάμεστο από φοιτητές Φυσικής και πανεπιστημιακούς. Ο καθηγητής Βαρώτσος παρουσιάζει τη βελτιωμένη εκδοχή του ΒΑΝ και επισημαίνει τις επιτυχείς προβλέψεις του για σεισμούς σε Ζάκυνθο, Κύθηρα και Σάμο- όπως είπε, είχε ενημερώσει με ηλεκτρονικά μηνύματα τη βάση δεδομένων του Πανεπιστημίου Cornell και επιστημονικά έντυπα και όχι την Επιτροπή Σεισμικού Κινδύνου καθώς έτσι θα αποκτούσαν οι εργασίες του «επιστημονική σημασία». Πάνω από ενάμιση χρόνο μετά η επανεμφάνιση Βαρώτσου σήμανε συναγερμό: Στα μέσα Ιανουαρίου του 2008 ο καθηγητής ανακοινώνει στο ακροατήριο της πανεπιστημιούπολης στου Ζωγράφου ότι οι σταθμοί της Πάτρας και του Πύργου έχουν καταγράψει ηλεκτρικά σήματα από τον προηγούμενο Νοέμβριο. Ως ζώνη επικινδυνότητας στην εργασία που κατατέθηκε στις 22 Φεβρουαρίου στην ψηφιακή βάση δεδομένων του Cornell, είχε οριστεί μία γραμμοσκιασμένη περιοχή που καλύπτει εκατοντάδες τετραγωνικά χιλιόμετρα στο Ιόνιο και σε περιοχές της Πελοποννήσου. Το Λεωνίδιο, όπου εκδηλώθηκε σεισμός 6,5 Ρίχτερ στις 6 Ιανουαρίου 2008, δεν περιλαμβανόταν σε αυτή, η Μεθώνη (14 Φεβρουαρίου, 6,5 Ρίχτερ) επίσης. Στην εργασία που επικαιροποιήθηκε τελευταία φορά στις 29 Μαΐου και για την οποία ακούστηκαν πολλά και διάφορα τις τελευταίες ημέρες με τον σεισμό της Ανδραβίδας, πουθενά δεν αναφερόταν μέγεθος επικείμενου σεισμού καθώς και χρόνος εκδήλωσης, δύο στοιχεία τα οποία μαζί με την τοποθεσία είναι απαραίτητα για να χαρακτηριστεί «πρόγνωση». Πράγμα βέβαια που ο Βαρώτσος γνωρίζει πολύ καλά, καθώς αυτό που είχε καταθέσει ήταν μία έρευνα για τη σεισμικότητα περιοχών έπειτα από την εμφάνιση ηλεκτρικών σημάτων και όχι πρόβλεψη- κι ας χτυπιούνταν κάποιοι στα τηλεπαράθυρα προσπαθώντας να αποδείξουν την επιτυχία πρόγνωσης του ΒΑΝ για τον πρόσφατο σεισμό.