Τώρα κατάλαβα από ποια πηγή πίνει νεράκι ο Γούντι Άλεν. Ένα επεισόδιο «Sex and the City» να βλέπει, από μια ξεκαρδιστική κωμωδία την εβδομάδα θα υπογράφει. Αυτό δεν είναι ταινία, είναι περιβόλι έμπνευσης σύγχρονης, μοδάτης, απύθμενης μακακίας. Συνταγή επιτυχίας, ο ορισμός της στερημένης μικροαστικής φαντασίας!
Αρχίζω με την αυτοκριτική μου. Βλέφαρο δεν είχα ρίξει σ΄ αυτή τη συμπυκνωμένη πρώτη ύλη για στερημένα θηλυκά. Και είναι τόσα, μα τόσα, πολλά. Όσα όλοι οι κινηματογράφοι, όλων των χωρών της οικουμένης, δεν χωράνε μαζί. Ακόμα πιο πολλά. Sorry Κάντας Μπούσνελ. Θα μελετήσω το μάθημά μου και τέτοια περιφρόνηση δεν θα δείξω ξανά!
Α ξέχασα. Η μίσες Μπούσνελ- των πεντήκοντα Μαΐων παρακαλώ-, η επονομαζόμενη και Κάντι από το Τέξας, κατάφερε το αδιανόητο. Να συμπυκνώσει τα 8/10 της τρέχουσας σεναριογραφίας και τα 9/10 του περιοδικού Τύπου, με προεξάρχον το «Cosmopolitan», σ΄ ένα βιβλίο που στη συνέχεια, το 1998, έγινε τηλεοπτική σειρά και σούπερ επιτυχία και τώρα μια ποταμιαία non ταινία, όπου επί δύο και πλέον ώρες ο σεναριογράφος και σκηνοθέτης Μάικλ Πάτρικ Κινγκ πηγαινοέρχεται επαναλαμβάνοντας πέντε πράγματα στη σειρά: πασαρέλα, πάρτι, shopping therapy, λουσάτο restaurant και από καιρού εις καιρόν λίγο μάτι χωρίς θεόγυμνο και πορνό κρεβάτι. Τουτέστιν, όσα δεν φτάνει η αλεπού τα κάνει κρεμαστάρια.
Αλεπού, φυσικά, η στερημένη σαραντάρα. Όχι της ταινίας, αλλά του κομμωτηρίου και της κουζίνας που ορέγεται να γίνει κι αυτή σαν τη Μιράντα. Άντε και η πενήντα-εξηντάρα που με άφθονα botox παριστάνει την μπεμπέκα. Κρεμαστάρια η Κάρι Μπράντσο (Σάρα Τζέσικα Πάρκερ), ο ομφαλός της ιστορίας που γύρω της περιστρέφονται τα τρία υπόλοιπα μέλη της γυναικοπαρέας. Δηλαδή, η αχόρταγη ξανθιά και ολίγον φακλάνα (Κιμ Κατράλ) που ξοδεύει όσα θέλει από το παχυλό πορτοφόλι ενός παιδαρά, με σωματικά προσόντα και απλανές βλέμμα αρσενικού μοντέλου. Η σταφίδα Σάρλοτ (Κριστίν Ντέιβις), παντρεμένη και ευτυχισμένη με ένα γουλί, που θυμίζει μακρινό ανιψούδι του Τέλη Σαβάλα. Και μια φακίδα με το όνομα Μιράντα (Σίνθια Νίξον) που το ΄χει κόψει το σπορ στον σύζυγο τον καψερό κι αυτός έτσι για να ξεχαρμανιάσει πάει μόνο μια φορά με μια άλλη και από τις τύψεις ίδιος με μελλοθάνατο ταιριάζει. Ανάμεσα, λοιπόν, στην αλεπού (τη γυναίκα που θα δει την ταινία) και τα κρεμαστάρια (τη Σάρα Τζέσικα Πάρκερ) μεσολαβεί η ταλαντούχα πανουργία της Κάντας Μπούσνελ.
Προσέξτε διεστραμμένη ευφυΐα. Οι ηρωίδες είναι άσχημες-ωραίες. Έχει σημασία αυτό. Τεράστια, δυσθεώρητη. Οι ωραίες επιπέδου Μόνικα Μπελούτσι και Αντζελίνα Ζολί είναι κυρίως για τον αρσενικό πληθυσμό και δευτερευόντως για τον θηλυκό. Απλό. Η σαραντάρα στερημένη νοικοκυρά κομπλάρει, δηλαδή γοητεύεται, αλλά ταυτόχρονα εχθρεύεται τέτοια και τόση άπιαστη ομορφιά. Καταλάβαμε καλά; Αντιθέτως, τα αόρατα σωματικά προσόντα μιας Κρίστιν Ντέιβις και ο μακρόστενος, πεπονάτος, κεφαλότυπος με το γατήσιο μαλλί μιας Τζέσικα Πάρκερ είναι τόσο κοινά όσα υπάρχουν εν αφθονία σε οποιαδήποτε αμερικανική, μικροαστική φωλιά. Δηλαδή- και το λέω ειλικρινά- πρέπει να είσαι φαντάρος πολύ μακριά, εκεί πέρα στα σύνορα τα αλβανικά, για να την πέσεις χοντρά στη Μιράντα την κακιά. Τι σημαίνουν όλα αυτά; Και οι τέσσερις είναι σαν τα δικά μας «παιδιά». Κοινά, καθημερινά και απλά. Αν όμως η τηλεοπτική σειρά απλώς κατέγραφε πράγματα καθημερινά, θα κατέληγε ντοκιμαντέρ για τα κρατικά κανάλια και για προγράμματα νυχτερινά. Αντιθέτως, αν οι τέσσερις αυτές συνηθισμένες και «αόρατες» φάτσες, με «λίφτινγκ», μέικ απ, shopping therapy, λουσάτα restaurant και με κάμποσα αρσενικά, ανεβαίνανε τα σκαλιά, τότε το συνηθισμένο θα γινόταν ξεχωριστό, το άσχημο ωραίο και η στερημένη φαντασία θα χόρταινε με αέρα κοπανιστό. Που πάει να πει αυτό: κι εσύ που βολοδέρνεις από την κουζίνα στη δουλειά και από τη δουλειά στον παιδικό σταθμό κι εσύ μπορεί να γίνεις κάτι σαν κι αυτό, το μοδάτο και το επιθυμητό. Δηλαδή η πεμπτουσία της ιστορίας είναι η μετατροπή της πραγματικής μελαγχολίας (του θεατή) σε ηδονική φαντασιοπληξία (από το επίπεδο ζωής της ηρωίδας). Πώς γίνεται αυτό; Απλώς μέσα από την ίδια διαδικασία της πραγμοποίησης της εργασίας. Φετιχισμός και πράγμα. Μια διαδικασία με την εξής ακολουθία: φετίχ η μόδα, φετίχ τα ρούχα, φετίχ the Αmerican way of life, φετίχ τα αντικείμενα, φετίχ και η ταινία. Η θεατής ορέγεται την πλούσια γκαρνταρόμπα αυτής της νεοϋορκέζικης γυναικοπαρέας. Φαντασιώνεται τα ρούχα, τα παπούτσια, τα εστιατόρια, τα διαμερίσματα, τα έπιπλα, το μακιγιάζ, το κραγιόν, τα πάντα. Μ΄ έναν λόγο, μια ταινία που μέσα της έχει ενσωματώσει όλες τις επώνυμες βιτρίνες τής Ερμού και του Κολωνακίου, καθώς και όλες τι γυαλιστερές σελίδες του περιοδικού Fashion Τύπου.
Αυτή ακριβώς είναι η διεστραμμένη πανουργία. Το ντεκόρ είναι τοτέμ και λατρεία. Δηλαδή πρωταγωνιστές επί της ουσίας δεν είναι η Τζέσικα Πάρκερ και η Σίνθια Νίξον, αλλά Dior, Louis Vitton, Lacroix και Ρhilip Stark. Όταν το άψυχο υποκαθιστά το έμψυχο, το άτομο γίνεται πράγμα χωρίς μυαλό. Επομένως, η σεναριακή ουσία είναι τυποποιημένη με επαναλαμβανόμενη διαδικασία. Τυποποιημένη αλλά κολακευτική γι΄ αυτήν τη θηλυκή συνωμοσία. Η Κάρι με τον Μr Βig (ο κύριος Μεγάλος επιχειρηματίας). Η Σαμάνθα με τον παίδαρο που της τα ακουμπάει χοντρά, αλλά αυτή παρ΄ όλα αυτά θέλει κι άλλα αρσενικά. Η Σάρλοτ ευτυχισμένη με τη συζυγική της ισορροπία, ενώ η δυστυχισμένη Μιράντα τού δίνει τα παπούτσια στο χέρι με την πρώτη απιστία. Κανείς, μα κανείς, δεν υπάρχει που να μη θέλει τις κυρίες. Γι΄ αυτό, Γυναίκες, σας παρακαλώ μην κλαίτε. Μόδιστροι και φραγκάτα αρσενικά παράδεισος για στερημένα θηλυκά!
Με δυο λόγια: Η Κάρι Μπράντσο, η επιτυχημένη συγγραφέας της τετραμελούς νεοϋορκέζικης γυναικοπαρέας (Σάρα Τζέσικα Πάρκερ), πρόκειται, ύστερα από δεκαετή, ταραγμένη σχέση, να παντρευτεί, επιτέλους τον πλούσιο επιχειρηματία Μr Βig. Έτσι καταλαμβάνει αρκετές σελίδες στο τελευταίο τεύχος της «Vogue» φορώντας νυφικά από Lacroix μέχρι Dior. Ταυτόχρονα η κολλητή της, η Μιράντα (Σίνθια Νίξον), έπειτα από εξαμηνίτικη, σεξουαλική αποχή, κλείνει την πόρτα στον σύζυγο επειδή εκείνος για μια φορά πήγε με άλλη στα κλεφτά. Παράλληλα, η αχόρταγη Σαμάνθα, που ζει σε χλιδάτο διαμέρισμα στο Lost Αngeles, κάνει μάτι το διπλανό παλικάρι με το όνομα Δάντης. Και η Σάρλοτ (Κριστίν Ντέιβις), ευτυχώς, περιμένει επιτέλους παιδί για να κλείσει ως γυναίκα, σύζυγος και μητέρα μαζί. Η συνέχεια στην ΤV!
«Sex and the City»
Σαν δίωρο επεισόδιο της ομότιτλης
σειράς
Είμαι κεφάτη γυρίζω από το Κολωνάκι
ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ= CΟSΜΟΡΟLΙΤΑΝ
Ο Γολγοθάς ενός αθώου
Διανοούμενος ο (Γάλλος) Φιλίπ Κλοντέλ, διανοούμενη και η Πατρίτσια Ρίγκεν από το Μεξικό, σκηνοθέτιδα του ηθογραφικού, μελοδράματος «Κάτω από το ίδιο φεγγάρι» («La Μisma Luna»). Όμως τι διαφορά! Ο Κλοντέλ αβίαστα ενσωματώνει στον στοχασμό του την απλότητα της ιστορίας του. Η Ρίγκεν προσποιείται κάτι που δεν είναι. Περίπου σαν ο Βέλτσος να παριστάνει τον Νίκο Ξανθόπουλο. Είπαμε, Ο Γολγοθάς ενός αθώου!
Έτσι, σχεδόν όλοι οι Μεξικανοί είναι καλοί και οι Αμερικανοί κακοί. Έτσι, όλες οι δυστυχίες του κόσμου καταλήγουν βαρίδια στη διαδρομή ενός μικρού λαθρομετανάστη που περνάει τα σύνορα για να βρει τη μάνα του που ξενοπλένει σε βιλάρες στριμμένων ξανθιών του Λος Άντζελες Έτσι, όλες οι ευκολίες σε ασταμάτητη δράση. Και η μάνα στερημένη από το μονάκριβο σπλάγχνο των σπλάγχνων της. Και το παιδί στερημένο από πατέρα και μάνα. Και η χαροκαμένη γιαγιά να πεθαίνει από βαθιά γηρατειά. Και το περιθώριο να καραδοκεί για να κατασπαράξει σάρκα τρυφερή. Και η σκληρή εκμετάλλευση από τη μαύρη, αδυσώπητη, εργασία. Και το συναισθηματικό μελόδραμα και η κακούργα η αμερικανική κοινωνία. Απίστευτη περιπτωσιολογία. Ό,τι έχει γραφτεί, ό,τι έχει συμβεί, όλες οι ειδήσεις που αφορούν στις τριτοκοσμικές κοινωνίες, τοποθετημένες μέσα σε μια λαϊκότροπη σκηνοθεσία. Αμ, δεν μπορείς σε δυο βάρκες να πορευτείς. Διότι το μεγάλο κοινό θα αρνηθεί με τέτοια δυσάρεστη ιστορία να συναντηθεί. Το απαιτητικό θα γυρίσει την πλάτη και αλλού θα πάει. Το μετέωρο βήμα ενός πελαργού από το Μεξικό!
«Κάτω από το ίδιο φεγγάρι»
Μελόδραμα από το Μεξικό Μάνα χάνει παιδί Παιδί χάνει μάνα
ΒΑΘΜΟΙ=5
(για τη μεξικανική ΤV)
Με δυο λόγια: Δεκάχρονο αγόρι ζει με τη γιαγιά του, χωρίς τον άφαντο πατέρα του και με χαμένη την μητέρα του, η οποία κάθε Κυριακή τού τηλεφωνεί και από τη διπλοβάρδια την καθημερινή στέλνει κάμποσα δολάρια για να τον συντηρεί. Ώσπου μια μέρα, όταν η γιαγιά κλείνει τα μάτια της οριστικά, αποφασίζει να διασχίσει τα σύνορα και παράνομος, όπως όλοι οι συγχωριανοί του, να βρεθεί στο Λος Άντζελες την Κυριακή, την ώρα ακριβώς που η μάνα του θα του τηλεφωνεί. Αυτή και η αρχή του Γολγοθά ενός αθώου μικρού παιδιού. Η αγάπη βουνά μετακινεί!
Κλασική ταινιοθήκη
«Η γκαρσονιέρα» («Τhe Αpartment») του Μπίλι Ουάιλντερ (1906-2002). Από τις θρυλικές, αστραφτερές, σαρκαστικές, πικρές κομεντί του δαιμόνιου (Αυστριακού) Μπίλι Ουάιλντερ, που με τον «δίδυμο» σεναριογράφο του Ι. Α. L. Diamond υπέγραψαν μερικά από τα θαύματα του αμερικανικού και παγκόσμιου κινηματογράφου. Γυρισμένο έναν χρόνο μετά το «Μερικοί το προτιμούν καυτό», δέκα χρόνια ύστερα από το masterpiece film noir «Η λεωφόρος της Δύσεως» και δεκαέξι μετά τη «Διπλή αποζημίωση». Το ντουέτο Τζακ Λέμον- Σίρλεϊ Μακ Λέιν δίνουν ρέστα. Όμως η κόπια που είδα στη δημοσιογραφική προβολή, χωρίς κοντράστα, με άφθονα φλουταρισμένα γκρίζα και με ήχο που ξυρίζει τ΄ αυτιά, δεν είναι για βλέμματα κινηματογραφικά.
ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ= ΛΟΓΩ ΚΟΠΙΑΣ ΜΕ ΕΡΩΤΗΜΑΤΙΚΟ
Αν είναι έτσι, τότε με ένα ευρώ το νοικιάζω και το βλέπω στο DVD. Ο διανομέας με βεβαιώνει ότι έγινε λάθος στην προβολή. Μακάρι να είναι έτσι. Πάντως επειδή αυτό το καλοκαίρι το σπορ θα είναι «παλιές ταινίες με φρέσκιες κόπιες», γι΄ αυτό ένα συνιστώ: προσοχή στην κόπια. Αλλιώτικα στο ταμείο και τα λεφτά μου πίσω!
«Μια γυναίκα ανεβαίνει τη σκάλα» («Οnna ga Kaidan o agaru») του Μίκιο Ναρούζε (Τόκιο 1905-1969). Από τις τελευταίες ανακαλύψεις της ελληνικής- καλλιτεχνικής- αγοράς. Στην πραγματικότητα, ο Ναρούζε έζησε και δημιούργησε κάτω από τη σκιά του «πατριάρχη» Γιασουζίρο Ότσου ή Όζου (1903-1963). Πάνω κάτω, ίδια θεματική (η μετάλλαξη της σύγχρονης Αγίας Οικογένειας της παραδοσιακής Ιαπωνίας), ακόμα και ίδια οπτική. Η μηχανή τοποθετημένη απέναντι και το πλανάρισμα ούτε μακρινό ούτε κοντινό, κάτι ενδιάμεσο, αμερικανικό, από τη μέση μέχρι πιο πάνω από το κεφάλι. Η ηρωίδα του, η Κέικο, μια συνειδητοποιημένη γκέισα που επιχειρεί να διαφύγει από το αγοραίο και να κάνει κάτι δικό της, συνιστά κλασική μεταφορά της κοινωνικής μεταμόρφωσης της μικρομεσαίας ιαπωνικής κοινωνίας. Ενδιαφέρον αλλά κουραστικό. Μόνο για ιστορικούς, μελετητές και σπουδαστές κινηματογραφικών σχολών.
ΒΑΘΜΟΙ= ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ
Γερμανοί κανίβαλοι
«Ρότενμπουργκ ο κανίβαλος» («Rohtenburg- Grimm love»). Τι να κάνει και ο 42χρονος μουσικο-βιντεοκλιπάς Μάρτιν Βάις; Για να πουλήσει πρέπει να κανιβαλίσει. Περιστατικό που λαμβάνει χώρα στη Γερμανία, αλλά άπαντες ομιλούν αγγλικά. Συμβαίνουν λοιπόν αυτά τα εμετικά. Ανήσυχη Αμερικανίδα σκαλίζει ίχνη ανατριχιαστικής ιστορίας. Ένας κάποιος Όλιβερ, μεγαλωμένος από μια τρελή μαμά, ύστερα από αγγελία στο Δίκτυο, βρίσκει τρελαμένο ταίρι, έναν τύπο που γουστάρει να γίνει κιμάς. Έτσι ο Όλιβερ, αφού πρώτα ανεπιτυχώς προσπαθήσει να του κόψει το πέος με τα δόντια, στη συνέχεια χρατς και πάει το εργαλείο. Ύστερα τον βυθίζει στην μπανιέρα, τον στεγνώνει από αίμα και στο τέλος χρατς, χρουτς,
ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ=0
(προσοχή μη σας καταβρέξει ο διπλανός σας)
τον κόβει με το χασαπομαίχαρο όπως κάνουν στα μοσχάρια και τα αρνιά. Η ιστορία, λέει, είναι αληθινή. Μωρέ τι μας λες! Η ταινία απαγορεύτηκε στη Γερμανία. Ε και; Βραβεύτηκε όμως σε φεστιβάλ. Τώρα τι να κάνω. Να μουντζώσω; Η μακακία φίλοι μου πάει στους ανθρώπους, ουδέποτε στα βουνά!
Ένας άγγελος στο τραπέζι μας
Best film of the week (και μέσα στις καλύτερες του καλοκαιριού) η γαλλική παραγωγή «Απλά σ΄ αγαπώ» («Ιl y a longtemps que je t΄aime») του σεναριογράφου και πρωτοεμφανιζόμενου στη σκηνοθεσία Φιλίπ Κλοντέλ, με πρωταγωνίστρια τη Βρετανίδα Κριστίν Σκοτ Τόμας, το πλάσμα με το πιο ερωτεύσιμο, μελαγχολικό βλέμμα της σύγχρονης οθόνης.
Η ταινία που, εκτός των άλλων, συμπυκνώνει την απόλυτη σημασία της έννοιας «επανένταξη» στην κοινωνία, λειτουργεί υπόγεια, αθόρυβα και κλιμακωτά. Ο Κλοντέλ, αρχιμάστορας της κλασικής δραματουργίας, επεξεργάζεται υποδειγματικά την ηρωίδα του και τους άλλους χαρακτήρες αυτής της ιδιαίτερης ιστορίας. Περιφρονεί τα περιττά, βυθίζεται στα ουσιαστικά. Όπως ακριβώς- τηρουμένων των διαφορετικών πολιτισμών- συμβαίνει με τις δραματικές ιστορίες του Κλιντ Ίστγουντ. Δηλαδή η πράξη μετακινεί την ιστορία. Η δράση και η αντίδραση που συντελούνται μέσα από τις σχέσεις αυτών των ανθρώπων. Η διαλεκτική της στοιχειώδους δραματουργίας .
Ταυτόχρονα περιφρονεί τη σχηματική ηθική και τα ηθικοπλαστικά μηνύματα της τρέχουσας αμερικανικής ηθογραφίας. Καλοί- κακοί και θετικοί- αρνητικοί. Άνθρωποι καθημερινοί, με καλές προθέσεις, επηρεασμένοι όμως από τις κυρίαρχες αντιθέσεις. Η προκατάληψη είναι η γραμμή που διαχωρίζει τους πολίτες σε καλούς και σε κακούς. Γι΄ αυτό έχει έναν καλό λόγο για όλους να πει. Γι΄ αυτό η ταινία στάζει κομψότητα και διακριτική γλύκα. Γι΄ αυτό αισθάνεσαι διαρκώς να σε τυλίγει μια αύρα λύτρωσης και ουμανισμού. Γιατί η Ζουλιέτ (η ηρωίδα του) μέσα από τη στάση, τη συμπεριφορά της, την αγγελική, χαμηλόφωνη, προσφορά της, εκμηδενίζει την περιρρέουσα δυσπιστία και αιχμαλωτίζει τους πάντες με τη δική της, πηγαία, γοητεία.
Η ιστορία του Κλοντέλ, χωρίς ίχνος διαφημιστικού σπρωξίματος, χωρίς βραβεία και διακρίσεις, χωρίς ίχνος φτηνού μελό, κατάφερε να κάνει μια σπουδαία, ανθρώπινη ιστορία! Δηλαδή να συνενώσει σε μια διαρκή, ερωτική συνομιλία τη λαϊκότητα με την καλλιτεχνική ουσία. Με πολλά επιτεύγματα και άλλες τόσες «αόρατες» αρετές.
Υποδειγματικό σενάριο, μεστοί διάλογοι, εξαιρετικές ερμηνείες. Μοναδική μου ένσταση η επίπεδη, άγευστη, ουδέτερη
«Απλά σ΄ αγαπώ»
Η καλύτερη της εβδομάδας Εξαιρετική η Κριστίν Σκοτ Τόμας Το μεγάλο μυστικό της
ΒΑΘΜΟΙ=7
(της καρδιάς)
και παλιομοδίτικη φωτογραφία. Η Κριστίν Σκοτ Τόμας, ιδανική στον ρόλο μιας γυναίκας που τα ΄χασε όλα και στο τέλος τούς κερδίζει όλους. Αυτή η αόρατη, λεπτή γραμμή που χωρίζει τον θάνατο από τη ζωή. Σας βεβαιώ. Η ίδια ιστορία στα χέρια διεκπεραιωτών φτηνού μελοδράματος θα κατέληγε νερόβραστη σούπα!
Με δυο λόγια: Η Ζουλιέτ, αφού επί δεκαπέντε χρόνια πλήρωνε το τίμημα μιας ανθρωποκτονίας, αποφυλακίζεται και ως πρόχειρο καταφύγιο χτυπάει την πόρτα της μικρής της αδελφής, παντρεμένης με δύο μικρά παιδιά σε μια πόλη της Γαλλίας. Φυσικά, πέφτει πάνω στην καχυποψία. Ο γαμπρός της δεν βλέπει την ώρα να απαλλάξει το σπίτι του απ΄ αυτή τη φόνισσα. Πώς μπόρεσε να σκοτώσει ένα τέτοιο πλάσμα; Ανυπεράσπιστη, ανοχύρωτη, εύθραυστη, μορφωμένη και γιατρός, επειδή από μικρή ήταν δοσμένη στην προσφορά και την αλληλεγγύη. Σιγά σιγά, εντάσσεται στη μικρή κοινωνία, με δουλειά στη γραμματεία του νοσοκομείου και μ΄ ένα φλερτ από έναν διανοούμενο του σχολείου. Όμως η σκιά παραμένει. Άραγε ποιον σκότωσε και τόσο υποφέρει;








