Και τι θα κάνει με τον ρώθωνα; Στο μεγάλο λεξικό ο ρώθων παραπέμπει κατευθείαν στο ρουθούνι, και εκεί πια δίνεται στο τέλος του λήμματος, με την ένδειξη «αρχαιοπρ[επές]». Τα ίδια και με το ρωθωνίζω. Τώρα, στο Ορθογραφικό, οι δύο τύποι:
ρώθων και ρουθούνι, ρωθωνίζω και ρουθουνίζω, εμφανίζονται ισότιμοι; Αλλά έτσι κι αλλιώς τι γυρεύει ένας «αρχαιοπρ.» τύπος σε Λεξικό της Νεοελληνικής Γλώσσας;
Εδώ πρέπει να υπενθυμίσω ότι στη Γραμματική Μπαμπινιώτη δεν υπάρχει ο μυς- οι μύες, όχι η λόγια λέξη για το ποντίκι, αλλά η μοναδική λέξη γι΄ αυτά τα πολύτιμα νήματα που κινούν το σώμα μας, και δεν υπάρχει επειδή είναι καθαρεύουσα, όπως δήλωσε ο ίδιος ο Μπαμπινιώτης. Έχουν όμως, φαίνεται τώρα, θέση σε Λεξικό της Νεοελληνικής λέξεις όπως ρις, χειρ, ωόν, γένεσις (χώρια από τη γένεση ), ζάχαρις (χώρια από τη ζάχαρη ), ακόμα και σάκχαρις, λήμματα όπως νυκτί (!), πατρί (!), Πατρεύς (πόσα θαυμαστικά να βάλω πια εδώ;), συνωδά, και γεγωνυία τη φωνή (χωρίς πάντως να έχει αποφασίσει ακόμα ο λεξικογράφος αν είναι γεγωνυία ή γεγωνυΐα ), και αποσμήχω, που, όπως πολλά άλλα, δεν υπάρχει στο Μεγάλο, παρά μέσα στο απόσμηξη: ε, τώρα ξέρουμε, μπήκε λέξη χύμα στη χαβούζα του υπολογιστή και βγήκε λήμμα αυτόνομο.
Όμως δεν κάνουνε για όλα οι κομπιούτορες, όσο κι αν αποδεικνύονται συχνά σοφότεροί μας· χρειάζεται λιγάκι και ανθρώπινος νους, ο κοινός, επιτέλους, που ξέρει ότι μπορεί να λέμε κάπου κάπου «μια σοδίτσα»-για να γυρίσουμε στα υποκοριστικά με τα οποία ξεκινήσαμε- αλλά δεν είπαμε ποτέ «μία σολίτσα».
Πέρα όμως από τις αστοχίες, υπάρχουν και οι ασύγγνωστες -ιδίως για τέταρτη πια εκδοχή λεξικού- προχειρότητες και ασυνέπειες: θα συνεχίσουμε.