ΗΤΑΝ ΜΙΑ ΑΠΟ ΑΥΤΕΣ ΤΙΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΕ ΞΕΚΑΘΑΡΑ
ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΑ, ΚΑΛΟΙ ΚΑΙ ΚΑΚΟΙ, ΚΙ ΟΙ ΜΕΝ ΚΙ ΟΙ ΔΕ ΣΤΟ
ΤΡΕΞΙΜΟ, ΜΕ ΤΟΥΣ ΚΑΛΟΥΣ ΝΑ ΕΧΟΥΝ ΜΟΝΙΜΩΣ ΤΟ
ΠΑΝΩ ΧΕΡΙ- ΚΑΤΙ ΣΑΝ ΤΟΜ ΚΑΙ ΤΖΕΡΙ. ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΑΓΓΕΛΟΙ
ΤΟΥ ΤΣΑΡΛΙ, ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΕΣ ΑΠΟΣΤΟΛΕΣ, ΑΣΤΥΝΟΜΟΣ
ΜΠΕΚΑΣ, ΜΑΓΚΑΪΒΕΡ. ΚΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΛΗ ΚΩΜΩΔΙΑ
ΤΟΥ ΠΑΛΙΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ
ΜΕ ΔΟΣΕΙΣ ΑΠΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ
ΦΩΣΚΟΛΟΥ, ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΟΣ ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΜΟΣ
ΤΥΠΟΥ ΜΟΥΡΣΕΛΑ ΚΑΙ ΒΑΦΕΑ. ΘΥΜΙΖΕ
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ- ΚΑΤΙ
ΣΑΝ ΤΑ «ΠΕΝΤΕ ΛΑΓΩΝΙΚΑ», ΤΟΥΣ «ΠΕΝΤΕ ΦΙΛΟΥΣ»
Ή ΤΟΥΣ «ΜΥΣΤΙΚΟΥΣ ΕΦΤΑ» ΤΗΣ ΕΝΙΝΤ ΜΠΛΑΪΤΟΝΚΑΙ
ΜΑΖΙ ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΗ ΣΕΙΡΑ ΣΥΓΚΑΤΟΙΚΗΣΗΣ, ΟΠΩΣ
ΤΑ ΦΙΛΑΡΑΚΙΑ Ή ΟΙ ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟΙ
Ήταν γι΄ αυτό που αγαπήσαμε το Παρά Πέντε; Σε πρώτη φάση, σίγουρα ναι. Ο βασικός δημιουργός του, ο Γιώργος Καπουτζίδης, κατάφερε να συνδυάσει αριστοτεχνικά την τηλεοπτική αισθητική του σήμερα, με δάνεια από την ποπ κουλτούρα παλιότερων εποχών. Να γεμίσει την αφήγηση όχι μόνο με σύγχρονα σχόλια, αλλά και με όλες τις άνισες αναφορές που έχει κάποιος που μεγάλωσε στην Ελλάδα της δεκαετίας του ΄80. Κι έτσι, σ΄ ένα τηλεοπτικό τοπίο που τόσο εξαντλητικά όλο μιλάει για τον εαυτό του, μας θύμισε, ευτυχώς, ότι αυτοαναφορά και αυτοσαρκασμός είναι ακόμα στοιχεία με τα οποία μια τέχνη μπορεί να πάρει ανάσα.
Η ισορροπία
Όμως η επιτυχία της σειράς οφείλεται νομίζω και σε κάτι άλλο, μάλλον βαθύτερο. Στην ικανότητά της να διαμεσολαβεί και να επιλύει στο επίπεδο του φαντασιακού τις υπαρκτές φοβίες μας, τις εντάσεις, τα άλυτα προβλήματα και τα απωθημένα της καθημερινότητάς μας. Ως τέτοιο, το Παρά Πέντε μάλλον μοιάζει η ελληνική εκδοχή της Αμελί – η επιτυχία του άλλωστε ήταν ευθέως ανάλογη. Όπως και η γαλλική ταινία, έτσι και η ελληνική σειρά πρότεινε έναν κόσμο όπου η φανταστική αφήγηση, το παραμύθι που βασίζεται σε μια σύγχρονη, ποπ αισθητική, μπορεί να εξισορροπήσει τα πάντα, να συμφιλιώσει, να εξουδετερώσει τις διαφορές που ορίζουν την πραγματικότητά μας.
Στον κόσμο του Παρά Πέντε, μια ομάδα ανθρώπων διαφορετικών κοινωνικών στρωμάτων, μορφωτικού επιπέδου, προέλευσης, οικονομικής επιφάνειας, ηλικίας, πολιτικών απόψεων, ενώνονται με τον στόχο να εξιχνιάσουν
Εnid Βlyton
OΙ ΠΕΝΤΕ ΦΙΛΟΙ
(21 ΒΙΒΛΙΑ)
ΤΑ ΠΕΝΤΕ ΛΑΓΩΝΙΚΑ
(14 ΒΙΒΛΙΑ)
OΙ ΜΥΣΤΙΚΟΙ ΕΦΤΑ
(17 ΒΙΒΛΙΑ)
ΕΚΔ. GUΤΕΜΒΕRG
ένα έγκλημα και να αποδώσουν δικαιοσύνη. Στην πορεία αναμετρώνται και με τις πέντε εξουσίες, πριν φτάσουν στον απολύτως διεφθαρμένο πρωθυπουργό. Η διαφορά βγάζει γέλιο αλλά και γεφυρώνεται. Η διαφθορά φτιάχνει πλοκή αλλά στο τέλος τιμωρείται (ο πρωθυπουργός αυτοκτονεί). Ο μεγαλοκομματικός διχασμός ανήκει στο παρελθόν (τα δυο κόμματα ηττώνται από ένα τρίτο, μπερλουσκονικοειδές), αλλά «η αλήθεια» ανήκει στο μέλλον.
Το χάσμα των γενεών στηρίζει τη φάρσα, αλλά και ακυρώνεται φαντασμαγορικά (το δίδυμο των γιαγιάδων Θεοπούλας- Σοφίας αποδεικνύεται το πιο προοδευτικό).
Η ιδεολογία χρεοκοπεί (ο αριστερός Θωμάς «του Πολυτεχνείου» διευθύνει κανάλι- ανέκδοτο και παντρεύεται την Κολωνακιώτισσα Μαριλένα). Ο απόλυτος πλούτος γίνεται αντικείμενο σαρκασμού (στο πρόσωπο της Ντάλιας Χατζηαλεξάνδρου- υβρίδιο Ωνάση, Άντζελας και Τάμτας), επιβεβαιώνεται ως μέγιστη δύναμη (στα δύσκολα πάντα τα λεφτά της Ντάλιας δίνουν τη λύση) και στο τέλος συμβολικά αναδιανέμεται (τα πεντακοσάευρα φεύγουν χαρτοπόλεμος από την ταράτσα του Κing George). Οι κοινωνικές τάξεις συμφιλιώνονται και, το κυριότερο, μαθαίνουν να συγκατοικούν (ΜαριλέναΖουμπουλία, Ντάλια- Αγγέλα). Μια σειρά από μικροαστικές εμμονές ή φοβίες (ημιμάθεια, θρησκοληψία, σεμνοτυφία, γάμος, αποκατάσταση, ετεροκανονική οικογένεια) επαληθεύονται αλλά και πονηρά παραμερίζονται. Ο ερωτισμός, η σεξουαλικότητα και η διαφορετικότητα υπονομεύονται και εξουδετερώνονται, πλην όμως επιβάλλονται είτε ως υπονοούμενα, είτε ως αστεία, είτε ως αισθητική και ως αποδεκτή πραγματικότητα εκτός της οθόνης. Τέλος, ο θάνατος, το βασικό μοτίβο άγχους της σειράς (η πτώση ενός αεροσκάφους είναι άλλωστε αυτό που ενώνει τους χαρακτήρες μεταξύ τους), στο τέλος συμμαχεί με τη ζωή και την αποθεώνει. «Υπάρχει Θεός» κραυγάζουν οι γιαγιάδες, όταν φωνή Θεού σε ρόλο Τσάρλι τους ανακοινώνει απ΄ το μεγάφωνο ότι η πρώτη τους αποστολή ως πεθαμένες θα είναι ένα ταξίδι στην… Ίμπιζα.
Ο Δημήτρης Παπανικολάου είναι λέκτορας Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.