Ακριβώς πριν από δέκα χρόνια, ο Γαλλοκαναδός υποστράτηγος Ρομέο Νταλέρ
ταξίδευε σ" έναν καυτό και σκονισμένο δρόμο της Ρουάντα. Τα χαντάκια στην άκρη
του δρόμου ήταν γεμάτα από πτώματα. Συνηθισμένη εικόνα από τη γενοκτονία που
γινόταν εκείνη την εποχή σε αυτήν τη χώρα της Κεντρικής Αφρικής. Τότε μόνο
πρόσεξε πως ανάμεσα στα πτώματα, το κορμί ενός αγοριού κινήθηκε.





20 Αυγούστου 1994: Μικροί πρόσφυγες από τη Ρουάντα παρακαλούν τους
συνοριοφύλακες του Ζαΐρ να τους αφήσουν να περάσουν. Τα σύνορα έκλεισαν
ξεκόβοντας τα παιδιά από τους γονείς τους


Σταμάτησε το καμιόνι, πέρασε πάνω από το αποτρόπαιο σκηνικό και πήρε το κορμί
του αγοριού στα χέρια του. Τότε διαπίστωσε πως το κορμί που κρατούσε ήταν
άψυχο και πως η κίνηση που νόμισε πως είχε δει ήταν από τα σκουλήκια που
κατέτρωγαν τις σάρκες. «Ενστικτωδώς πέταξα το κορμί του παιδιού
τρομοκρατημένος»…


Ο Νταλέρ ήταν διοικητής της UNAMIR (της αποστολής του ΟΗΕ για τη Ρουάντα) σε
όλη τη διάρκεια της γενοκτονίας. Κυκλοφορούσε στους αιματοβαμμένους δρόμους
καθημερινά προσπαθώντας να σταματήσει τη φρικτή σφαγή, ενώ οι εκθέσεις του δεν
έβρισκαν ανταπόκριση ούτε από το κέντρο ελέγχου επιχειρήσεων των κυανοκράνων
ούτε από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ.


H σφαγή ξεκίνησε στις 7 Απριλίου 1994. Έως το τέλος του μήνα περισσότεροι από
200.000 Τούτσι και μετριοπαθείς πολίτες Χούτου είχαν δολοφονηθεί από ένοπλους
Χούτου που είχαν εξοπλιστεί και έπαιρναν εντολές από την προσωρινή κυβέρνηση
της Ρουάντα, η οποία είχε βάλει στόχο να ξεπαστρέψει τη φυλή των Τούτσι. Έως
τα τέλη Μαΐου, 500.000 άνθρωποι είχαν σφαγιαστεί.


Όταν πια τερματίστηκε η γενοκτονία, τον Ιούλιο, και οι δυτικές δυνάμεις
άρχισαν να δείχνουν ενδιαφέρον για όσα είχαν συμβεί, ξεπερνούσαν ήδη τις
800.000, ίσως και το εκατομμύριο οι άνδρες, οι γυναίκες και τα παιδιά της
Ρουάντα, που είχαν σκοτωθεί εν ψυχρώ από απλούς ενόπλους, στρατιώτες,
γείτονες, φίλους ακόμα και συζύγους. Υπολογίζεται ότι το 90% των παιδιών της
Ρουάντα υπήρξαν μάρτυρες του φρικτού θανάτου κάποιου μέλους της οικογένειάς
τους στη διάρκεια των σφαγών.






Μαθητές στη Ρουάντα παρατηρούν τα πτώματα που ανακαλύφθη-καν πρόσφατα σε
μαζικό τάφο


Τα θύματα. Τα ορφανά παιδιά ξεπερνούν το μισό εκατομμύριο. Δεκάδες
χιλιάδες γυναίκες περιμένουν να πεθάνουν από AIDS, αφού γνώρισαν απανωτούς και
καθημερινούς βιασμούς επί 100 ημέρες. Δεν είναι υπερβολή αν πούμε πως η
γενοκτονία που έγινε στη Ρουάντα αποτελεί την πλέον σκανδαλώδη αποτυχία της
διεθνούς κοινότητας στη μεταπολεμική εποχή.


Σε δήλωσή του για τη Ρουάντα, που έκανε την περασμένη βδομάδα στο Βρετανικό
Πολεμικό Μουσείο, ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ Κόφι Ανάν δήλωσε πως δεν
περιγράφεται η βαθιά λύπη του για την εγκατάλειψη από τον κόσμο της Ρουάντα,
πριν από δέκα χρόνια. Ο Κόφι Ανάν παραδέχθηκε πως τότε και ο ίδιος νόμιζε πως
κάτι είχε προσφέρει, αλλά όταν διαπίστωσε το μέγεθος της γενοκτονίας κατάλαβε
πως έπρεπε πολλά ακόμα να είχε κάνει για να προκαλέσει συναγερμό ώστε να
αποτραπεί το κακό. «Μερικοί μεμονωμένοι που με γενναιότητα προσπαθούσαν να
αποτρέψουν την τραγωδία, όπως ο Ρομέο Νταλέρ, έπρεπε να λάβουν μεγαλύτερη
βοήθεια».


Όμως ο 57χρονος, σήμερα, Νταλέρ εξακολουθεί να τα βάζει με τον εαυτό του. Θα
αισθάνομαι ένοχος για την υπόλοιπη ζωή μου», μου λέει. «Ο κόσμος πιστεύει ότι
είναι παράλογο, αλλά δεν μπορώ να κάθομαι εδώ πέρα και να λέω πως έκανα ό,τι
μπορούσα, ό,τι καλύτερο μπορούσα, και πάλι βρέθηκα περικυκλωμένος από πτώματα.
Αυτή είναι μια ανεύθυνη δήλωση. Ήμουν ο διοικητής του ΟΗΕ στη Ρουάντα, και
απέτυχα».




Φρικτές σκηνές περιγράφει ο Νταλέρ στην αυτοβιογραφία του, «Χειραψία με τον
Διάβολο», που εκδόθηκε στον Καναδά.


H UNAMIR είχε αποσταλεί στη Ρουάντα στα τέλη του 1993, με μοναδική αποστολή να
εφαρμόσει τους όρους της ειρηνευτικής συμφωνίας ανάμεσα στις δύο αντιμαχόμενες
φατρίες της Ρουάντα: του Πατριωτικού Μετώπου, που αποτελούσαν κυρίως Τούτσι,
και των κυβερνητικών δυνάμεων που κυρίως ήταν Χούτου, με επικεφαλής τον
πρόεδρο Ζουβενάλ Χαμπιαριμάνα. Ο θάνατος του τελευταίου προκάλεσε το ξέσπασμα
των φόνων.


Κανείς. Ο Νταλέρ είχε ζητήσει να του σταλούν 5.000 άνδρες, αλλά θα
έπρεπε να αρκεστεί στις 2.500 που είχαν φθάσει και με εξαίρεση τη δύναμη 450
Βέλγων, δεν είχαν ούτε τον απαιτούμενο οπλισμό. Ο ΟΗΕ εκείνη την εποχή είχε
ρίξει όλο το ενδιαφέρον του στην πρώην Γιουγκοσλαβία. «Κανείς, καμιά από τις
δυτικές δυνάμεις που θα μπορούσε να παρέμβει δεν ήταν διατεθειμένη να
διακινδυνεύσει τη ζωή έστω και ενός στρατιώτη για να σώσει τους κατοίκους της
Ρουάντα», λέει με πίκρα.


Την ερχόμενη εβδομάδα, ο Νταλέρ επιστρέφει για πρώτη φορά από τότε στη
Ρουάντα, για να τιμήσει τη δέκατη επέτειο των θλιβερών γεγονότων. Την ίδια
ώρα, η οργάνωση Παρατηρητήριο Γενοκτονίας, με έδρα την Ουάσιγκτον, επισημαίνει
τρεις εστίες γενοκτονιών στον σημερινό κόσμο: το Κονγκό, το Σουδάν και τη
Νοτιοανατολική Αιθιοπία.


ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: Κώστας Μπετινάκης