Έχοντας πραγματοποιήσει σημαντικές επενδύσεις στην κατεύθυνση της ποιότητας

και της ασφάλειας των τροφίμων τα τελευταία χρόνια, οι ελληνικές επιχειρήσεις

έχουν επιτύχει να κατακτήσουν τη μερίδα του λέοντος στην εγχώρια κατανάλωση,

σε σημαντικούς κλάδους, κλείνοντας έτσι τον δρόμο στους ξένους που

ενδιαφέρονται να αναπτυχθούν στην ελληνική αγορά.

Στους κλάδους των γαλακτοκομικών και των τυροκομικών προϊόντων, των

αλλαντικών, των παγωτών, των φρέσκων χυμών, αλλά και των μπισκότων και των

κρουασάν, οι ελληνικές βιομηχανίες έχουν κατακτήσει μερίδια που ξεπερνούν το

60% της συνολικής κατανάλωσης, ενώ σε υποκατηγορίες όπως το γάλα και το

γιαούρτι τα ποσοστά αυτά ξεπερνούν ακόμα και το 90%. Μάλιστα δεν είναι λίγες

οι επιχειρήσεις του εξωτερικού που, αν και έχουν παρουσία ετών στα ράφια των

καταστημάτων τροφίμων και έχουν αποκτήσει αναγνωρισιμότητα, δεν έχουν

καταφέρει να αυξήσουν τα μερίδιά τους και αντιμετωπίζουν δυσκολίες στη

διείσδυσή τους στην ελληνική αγορά.

Στις 10 μεγαλύτερες

Όπως προκύπτει από τα στοιχεία του Οικονομικού Οδηγού 2003 της ICAP, στο

σύνολο των πωλήσεων της ελληνικής βιομηχανίας τα τρόφιμα κατέχουν το 18,4% και

τα ποτά το 4,3%, ενώ στο σύνολο των κερδών τα τρόφιμα το 14,4% και τα ποτά το

7,1%. Το 2001, ανάμεσα στις δέκα μεγαλύτερες επιχειρήσεις – με βάση τον τζίρο

τους – βρίσκονταν οκτώ ελληνικές επιχειρήσεις και μόνο δύο πολυεθνικοί όμιλοι.

Είναι η γαλακτοβιομηχανία ΦΑΓΕ, η Ελληνική Βιομηχανία Ζάχαρης, η Δέλτα

Πρότυπος Βιομηχανία Γάλακτος, η γαλακτοβιομηχανία ΜΕΒΓΑΛ, η αλλαντοβιομηχανία

Θράκη, οι Μύλοι Σόγιας, η Chipita, η παγωτοβιομηχανία ΕΒΓΑ, o πολυεθνικός

όμιλος εταιρειών NESTLE και η Ελαΐς του ομίλου Unilever.

Οι γαλακτοβιομηχανίες

Έντονη παρουσία στις πρώτες θέσεις των βιομηχανιών τροφίμων έχουν, εδώ και

χρόνια, οι γαλακτοβιομηχανίες και οι τυροκομικές εταιρείες. Στους κλάδους

αυτούς κυριαρχούν η ΦΑΓΕ, η ΔΕΛΤΑ Πρότυπος Βιομηχανία Γάλακτος και η

βορειοελλαδίτικη γαλακτοβιομηχανία ΜΕΒΓΑΛ, οι οποίες αποσπούν κάθε χρόνο

περισσότερο από το 60% της συνολικής αγοράς. Άλλες σημαντικές εταιρείες του

κλάδου είναι η Όλυμπος, η Κρι-Κρι, η Δωδώνη και η Τυράς. Μάλιστα, οι δύο αυτοί

κλάδοι θεωρούνται οι σημαντικότεροι, καθώς σε ετήσια βάση ο τζίρος τους

ξεπερνά τα 2,2 δισ. ευρώ, ενώ το 2002 κατείχαν το 15% του συνόλου των πωλήσεων

της βιομηχανίας τροφίμων.

Στα αλλαντικά

H δημιουργία υπερσύγχρονων μονάδων παραγωγής, οι εξαγορές μικρών περιφερειακών

μονάδων, αλλά και η προσπάθεια επέκτασης σε ξένες αγορές, είχαν ως αποτέλεσμα

την ενδυνάμωση των ελληνικών αλλαντοβιομηχανιών. Εταιρείες όπως η Νίκας, η

Θράκη, η Creta Farm και η Υφαντής κατέχουν κυρίαρχη θέση στην ελληνική αγορά

και, όπως εκτιμάται, τα επόμενα χρόνια ο κλάδος θα χαρακτηρίζεται από την

εντατικοποίηση της συγκέντρωσης της αγοράς και τη δημιουργία μικρού αριθμού

σύγχρονων καθετοποιημένων μονάδων. Σήμερα, το 55% της συνολικής κατανάλωσης

αλλαντικών στην Ελλάδα καλύπτεται από τις 10 μεγαλύτερες παραγωγικές μονάδες.

Παγωτό, μπισκότα, κρουασάν

Ελληνοκρατείται – και μάλιστα με διαφορά – και ο χώρος του παγωτού, όπου η

ΕΒΓΑ και η Δέλτα βρίσκονται πολύ μπροστά από την τρίτη Algida, του ομίλου

Unilever. Μάλιστα, η δυναμική των δύο εταιρειών έχει ανακόψει το ενδιαφέρον

άλλων επιχειρήσεων θυγατρικών πολυεθνικών βιομηχανιών τροφίμων να επενδύσουν

στον κλάδο του παγωτού.

Το 90% της ελληνικής αγοράς μπισκότων κατέχουν μόλις δύο ελληνικές εταιρείες,

η Elbisco και η E. I. Παπαδοπούλου, παρά το γεγονός ότι εισαγωγικές και

εμπορικές επιχειρήσεις που προωθούν προϊόντα ξένων εταιρειών – όπως η ΕΛΓΕΚΑ,

η Trofeklet, n Kraft κ. ά – έχουν καταφέρει να επιτύχουν σημαντική

αναγνωρισιμότητα για τα προϊόντα τους (αλλά δεν έχουν αυξήσει όσο θα περίμεναν

τα μερίδιά τους στις πωλήσεις). Έτσι, ενώ το σύνολο της αγοράς μπισκότων στην

Ελλάδα υπολογίζεται στα 81,5 εκατ. ευρώ για το 2002, ο τζίρος των εισαγόμενων

προϊόντων έφτανε μόλις τα 2,6 εκατ. ευρώ.

Ίδια η εικόνα και στην αγορά των κρουασάν, όπου τρεις επιχειρήσεις, η ΕΒΓΑ, η

Chipita και η Tοttis, μοιράζονται περίπου το 95% της αγοράς με βάση την αξία

των προϊόντων και το 93% με βάση τον όγκο της.