H Λυδία Κονιόρδου (Κρέουσα) και ο Χρήστος Λούλης (Ίων) στη σκηνή της

αναγνώρισης από τον «Ίωνα» που παρουσιάστηκε στην Επίδαυρο

«Είναι μερικές συμπτώσεις που θα πρέπει να ντρέπονται», λέει ο Ελύτης.

Κάτι τέτοιο συμβαίνει και στον «Ίωνα», όπου οι θεοί, οι σκέψεις και η ζωή

επιτίθενται στους ήρωες ανατρέποντας με κριτικό χιούμορ την τραγικότητά τους.

Ένα έργο που δεν σταματά να δείχνει όλες τις αδυναμίες θεών και ανθρώπων.

H παράσταση, όπως τη σκηνοθέτησε η Λυδία Κονιόρδου και την ανέπτυξε

αισθητικά ο Διονύσης Φωτόπουλος, αυτό το ύπουλο δίπλευρο της ζωής προσπάθησε

να κρατήσει. Ανάμεσα στην τραγωδία και την κωμωδία, στην παράδοση και την

ανανέωση, αναβίωσε το ειρωνικό δράμα του Ευριπίδη ως ποιητική θεατρική πράξη

ξανακερδισμένης μαγείας.

Δεν χρειάστηκαν παρά μόνον δύο ώρες, οι απαραίτητες ανατροπές, οι

ευαίσθητες ισορροπίες, οι κρίσιμοι περισπασμοί και μια θεϊκή παρέμβαση για να

οδηγηθούν οι ήρωες στη λύτρωση μιας ευτυχισμένης κατάληξης και οι θεατές στην

απόλαυση μιας ολόφρεσκης, ζουμερής παράστασης.

Μέσα από την ελαφράδα του αρχιτεκτονικού σκηνικού ο χώρος είχε

οργανωθεί αφαιρετικά στην ορχήστρα με διάσπαρτα τμήματα κιόνων, που απλώθηκαν

δάσος πίσω από το λογείο, ενώ ένα πατάρι υποδήλωνε τον ναό και την αρχαία

σκηνή. Ο βωμός σχηματίστηκε από μια κόκκινη κορδέλα που εξελίχθηκε σε κορδέλα,

παιχνίδι και πλοκάμι, με το οποίο ο χορός κάνοντας δέηση στους θεούς το

έμπλεξε σε δύσκολους δαιδάλους.

Χορός και ρόλοι, φιγούρες υψηλής αισθητικής, στα όρια της ειρωνείας και

του χιούμορ, μας μετέφεραν σε χώρους μνήμης των πρώτων φωτογραφιών, όπου

βασιλικές οικογένειες του τέλους του 19ου αιώνα επισκέπτονται λατρευτικούς

αρχαιολογικούς χώρους.

Τα κοστούμια, φόρμες κατασταλαγμένες στην ομορφιά της απλότητας –

γαλαζωπά, ροδακινιά και ώχρες – έδιναν την τάξη και το ύφος θυμίζοντας παλιές

φθαρμένες λιθογραφίες ή φρέσκα της εποχής, που τμήματά τους δεν έχει φθείρει ο

χρόνος. Καπέλα με διάφορα σχήματα και μεγάλες σάρπες από χαρτί συμπλήρωναν το

εφήμερο και το εύθραυστο της παράστασης. Χορός και ρόλοι μακιγιαρισμένοι σαν

παλιές πορσελάνινες κούκλες ήταν ένα ακόμα κλείσιμο του ματιού στον θεατή για

το παιχνίδι, που σε κάθε στροφή μάς επιφυλάσσει η ζωή και ο ποιητής.

Ο Ίων (Χρήστος Λούλης), ένα τρυφερό, όμορφο πλάσμα, που ζει και

φροντίζει τον ναό του Λοξία Απόλλωνα και οι φίλοι του θύμιζαν καλογεράκια

εποχής που ανακαλύπτουμε σε φθαρμένες ασπρόμαυρες φωτογραφίες.

H βασίλισσα Κρέουσα (Λυδία Κονιόρδου) με ένα χρυσό φόρεμα κι ένα

τεράστιο καπέλο (έπαιζε τον ρόλο μάσκας) που καλύπτει το πρόσωπο άφησε προς το

τέλος, στην καταδίωξή της, να φανούν τα μακριά μαύρα μαλλιά και τα αισθήματά

της.

Ο βασιλιάς Ξούθος (Νίκος Καραθάνος), με τον μεγάλο χάρτινο μανδύα που

κατέληγε σε μια κόκκινη γραμμή, θύμιζε φιγούρα Ευρωπαίου αυτοκράτορα αλλά και

Ρωμαίου συγκλητικού, ο οποίος γίνεται αστείος αν και παίζει σοβαρά, επειδή οι

θεοί τον χρησιμοποιούν για να καλύψουν τις αδυναμίες τους. H ακολουθία του,

στρατιωτάκια από χώρες απροσδιόριστες.

H Πύθια (Μαρία Καντιφέ) μία ημίτυφλη μάνα-τροφός με έναν χείμαρρο από

κόκκινα μαλλιά και ακατάστατες δάφνες δεν στηρίχτηκε στις μαντικές της

ικανότητες, αλλά συμβούλευσε και μάλωσε τον Ίωνα σαν γιο της. Ο

υπερπροστατευτικός και γι’ αυτό επικίνδυνος γέροντας (Κοσμάς Φοντούκης), σαν

παλιός περιηγητής με λευκό λινό κοστούμι και ψάθινο καπέλο, πήρε τόσο σοβαρά

τον ρόλο του σωτήρα και αντί να σκοτώσει τον απρόσμενο αντίπαλο της βασίλισσας

τον οδηγεί από γκάφα στην αγκαλιά της.

Ο Ερμής (Δημήτρης Οικονόμου) και η Αθηνά (Αννέζα Παπαδοπούλου), δύο

θεοί ξεπεσμένοι, όπως τους θέλει ο Ευριπίδης, σχεδόν αναγκάστηκαν να δείξουν

τα σύμβολά τους στους θνητούς για να τους πείσουν ποιοι είναι.

Ο χορός, μια ολόκληρη κοινωνία που ακολουθούσε τους βασιλείς, έκανε την

πιο εντυπωσιακή είσοδο, γκρουπαρισμένος σε ηλικίες και υπηρεσίες, με

μουρμουρητά θαυμασμού και φλυαρίες, ενώ πριν πουλιά φτερούγιζαν και

κελαηδούσαν, παιγμένα από ηθοποιούς που τρεχοβολούσαν ανάμεσα στους κίονες

κρατώντας λευκά πανιά – ανεμίζοντας σαν φτερά.

Ένα-δύο πολύ φορτισμένα χορικά-κατάρες με έντονες αλλαγές φωτισμού

(Λευτέρης Παυλόπουλος) μετέφεραν την παράσταση σε άλλα επίπεδα καταργώντας για

λίγο το χιούμορ και βάζοντας έναν σκληρό ψυχισμό. Δίπλα η ζωντανή ορχήστρα

μέσα από ένα πλέγμα σύγχρονης μουσικής και μακρινών ακουσμάτων (Τάκης Φαραζής)

συνδιαλεγόταν με τους μουσικούς ήχους, τις φωνές και τις κραυγές του χορού

δίνοντας μια ιδιάζουσα ατμόσφαιρα.

8.000 θεατές στο κοίλον

Στο πιο δύσκολο διήμερο των Επιδαυρίων, τον Δεκαπενταύγουστο, όταν η

προσέλευση στο αρχαίο θέατρο είναι μειωμένη, η παράσταση του «Ίωνα» κέρδισε

τους περίπου 8.000 θεατές αναγνωρίζοντας πως ορισμένοι από τους καταξιωμένους

στο είδος καλλιτέχνες συνεχίζουν την έρευνά τους και πάνε ένα βήμα μπροστά την

αναβίωση του αρχαίου δράματος, κάποιοι δε από τους νεώτερους, όπως ο

πρωτοεμφανιζόμενος Χρήστος Λούλης, βάζουν γερά θεμέλια για μια ενδιαφέρουσα

συνέχεια σ’ αυτόν τον απαιτητικό, δύσκολο θεατρικό χώρο.