Παρά το γεγονός ότι η χώρα μας είναι ουσιαστικά ένας τόπος με άπειρα μουσεία
της ανθρώπινης και φυσικής ιστορίας, δεν έχουμε ιδιαίτερη σχέση με τους
μουσειακούς χώρους. Οφείλει, ως εκ τούτου, το σχολείο να άρει (ή να
αμφισβητήσει) αυτή την αντιπνευματική νοοτροπία που καθηλώνει τη σύγχρονη
πολιτισμική μας δυναμική. Το μουσείο δεν είναι απλά ένας τόπος μνήμης. Είναι
ένας ζωντανός οργανισμός που μας δείχνει τα ίχνη της περιπέτειας του
ανθρώπινου πνεύματος, είναι ένα θησαυροφυλάκιο του παρελθόντος αλλά και πεδίο
ανάγνωσης των σημερινών αγωνιών μας. Είναι χώρος σύγχρονης ανάγνωσης και
έκφρασης της ιστορικής κληρονομιάς, δυναμικό πεδίο προβολής της πορείας ενός
λαού. Είναι μία κιβωτός γνώσης και αποθησαυρισμένης εμπειρίας όπου η τέχνη
εκφράζεται αυθεντικά αδιαφορώντας για τη φθορά του χρόνου.


Καθώς τα σύγχρονα μουσεία στοχεύουν στη διεύρυνση του εκπαιδευτικού τους ρόλου
μέσα στην κοινωνία, παρατηρείται σύμπτωση πολλών στόχων τους με εκείνους του
σχολείου. Ιδιαίτερη είναι η μέριμνα και των δύο θεσμών για τη γνώση του
παρελθόντος, τη διατήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς, την καλλιέργεια της
ιστορικής συνείδησης, την ανάπτυξη της ιστορικής σκέψης και κρίσης, τη
βελτίωση της αισθητικής αγωγής. Με τις επισκέψεις σε μουσεία και
αρχαιολογικούς χώρους επιτυγχάνεται η βιωματική και συναισθηματική συμμετοχή
των μαθητών στη μελέτη του παρελθόντος και η εξοικείωσή τους με έργα τέχνης
που οδηγούν σε ουσιαστική μάθηση, καθώς αισθητοποιούνται συγκεκριμένες έννοιες
μέσω αυθεντικών - πρωτογενών πηγών, καλλιεργείται η μνήμη μακράς διαρκείας και
η φαντασία ενώ ενθαρρύνεται ο αυτοστοχασμός και η πνευματική αυτενέργεια.


Τα εκπαιδευτικά προγράμματα των μουσείων απευθύνονται σε ένα ευρύ κοινό και
πρέπει να προσαρμόζονται ανάλογα με την ηλικία, το κοινωνικό και πολιτισμικό
υπόβαθρο των επισκεπτών. Ήδη αρκετά μουσεία έχουν προσαρμοστεί σ' αυτή την
αναγκαιότητα με πολύ θετικά αποτελέσματα. Το Βυζαντινό Μουσείο (εκπαίδευσε
7.000 μαθητές την προηγούμενη χρονιά!), το Μουσείο Μπενάκη, το Μουσείο
Κυκλαδικής Τέχνης, η Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, το
Νομισματικό Μουσείο, το Μουσείου Δίου, το Ναυτικό Μουσείο, το Πελοποννησιακό
Λαογραφικό Ίδρυμα, το Παιδικό Μουσείο, το Μουσείο Ιστορίας του Πανεπιστημίου
Αθηνών, το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας και πολλά άλλα έχουν δημιουργήσει νέες
αντιλήψεις και πρακτικές ενεργών εκπαιδευτικών προγραμμάτων που βοηθούν τους
νέους στην κατανόηση της συμβολικής γλώσσας και του εικαστικού κώδικα των
έργων τέχνης. Εμείς οι εκπαιδευτικοί πρέπει να καλλιεργήσουμε συστηματικά
στους μαθητές μας την αξία του περιεχομένου των μουσείων να ενισχύουμε διαρκώς
την πνευματικότητα των νέων με τις κορυφαίες εκδηλώσεις του πολιτισμού μας.
Πολλοί εκπαιδευτικοί της πρωτοβάθμιας και της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης έχουν
ενστερνισθεί με πάθος τις αντιλήψεις της μουσειοπαιδαγωγικής. Συμμετέχουν σε
ελληνικά και διεθνή συνέδρια και σεμινάρια. Αναπτύσσουν πρωτοβουλίες και
προγράμματα. Κάνουν πράξη το σχολείο του πολιτισμού και της παιδείας. Το δε
ελληνικό τμήμα του Διεθνούς Συμβουλίου Μουσείων (International Council of
Museums - ICOM) αναπτύσσει μια πλούσια δυναμική ευρύτερου μορφωτικού
χαρακτήρα.


Η αισθητική αγωγή πρέπει να αποτελεί στοιχείο του εκπαιδευτικού συστήματος της
χώρας μας. Η μεμονωμένη και αποσπασματική επαφή των μαθητών με έργα τέχνης
κατά τις σχολικές επισκέψεις σε μουσεία είναι αναγκαία, αλλά όχι και ικανή
συνθήκη για να δημιουργηθεί μια μουσειακή παιδεία στους νέους μας. Το
πρόγραμμα «Μελίνα» στα σχολεία συμβάλλει στη βιωματική γνώση του εθνικού μας
πολιτισμού, αφού δημιουργεί προϋποθέσεις συνάντησης των μαθητών με την τέχνη
του λαού μας. Και πρέπει να γενικευθεί με συγκροτημένο τρόπο.


Το μουσείο είναι το «Ιερό των Μουσών» υπήρξε ένα είδος πρώτου πανεπιστημίου
και πάντα κάτι καινούργιο μάς λέει για τα νοήματα της ζωής. Ίσως αυτό να είχε
στον νου το ο αγαπητός μας Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως όταν μας συμβούλεψε
(μαθητές και εκπαιδευτικούς) λίγο πριν επισκεφθούμε την Αγία Σοφία, «να
προσπαθήσουμε να ακούσουμε τις μυστικές φωνές του παρελθόντος...».


Ο Νίκος Τσούλιας είναι πρόεδρος της ΟΛΜΕ.