Βασίλης Ξηρός (αριστερά): Το φορτηγάκι διαφυγής μετά τη δολοφονία Περατικού

δεν έπαιρνε μπρος γιατί έμεινε από μπαταρία καθώς ο «Τάκης» κάτι ξέχασε

ανοιχτό για πολλή ώρα

Απολογούμενος στον ανακριτή ο Βασίλης Ξηρός υποστήριξε τα ακόλουθα:

ΕΡΩΤΗΣΗ: Κατηγορήθηκες άλλη φορά και για ποια αιτία;

ΑΠΟΚΡΙΣΗ: Όχι

ΕΡΩΤΗΣΗ: Κατηγορείσαι ήδη για τις πράξεις που σου γνωστοποιήθηκαν

ανωτέρω. Τι απολογείσαι;

ΑΠΟΚΡΙΣΗ: Περί το έτος 1992 απολύθηκα από φαντάρος και πήγα να μείνω

στο πατρικό μου σπίτι, στις Συκιές Θεσσαλονίκης, μαζί με τους γονείς μου. Μετά

από τρία (3) χρόνια περίπου, αν θυμάμαι καλά, περί το έτος 1995-1996, κατέβηκα

στην Αθήνα για να δω τον αδελφό μου τον Σάββα, ο οποίος τότε έμενε σε μια

μονοκατοικία στο Χαλάνδρι, δε θυμάμαι ακριβώς ποιος δρόμος ήταν, μαζί με την

Ισπανίδα φίλη του Alicia Romero Cortes. Στο διάστημα αυτό που έμενα εκεί

κάναμε διάφορες γενικές συζητήσεις με τον αδελφό μου, με κεντρικό νόημα ότι,

οι πιο φραγκάτοι προσπαθούν να μας πιουν το αίμα και ότι οι Αμερικανοί έχουν

τη δύναμη και το χρήμα και καταστρέφουν τον κόσμο. Εγώ, παρότι μέχρι τότε δεν

ασχολούμουν με τα πολιτικά, βλέποντας γενικά την κατάσταση συμφώνησα ότι έτσι

ήταν τα πράγματα. Παράλληλα, στις συζητήσεις μας αυτές, ο Σάββας μου είχε

αποκαλύψει ότι υπάρχουν κάποια παιδιά, δύο – τρία άτομα που αντιστέκονταν σε

αυτή την κατάσταση, με διάφορες ενέργειες και με ρώτησε αν ήμουν διατεθειμένος

να βοηθήσω κι εγώ. Εγώ, συμφώνησα μαζί του να δοκιμάσω αν μπορώ να βοηθήσω.

Το καφενείο

Έτσι λοιπόν, τις επόμενες ημέρες, μαζί με τον Σάββα, συναντηθήκαμε σ’ ένα

καφενείο κάπου στα Πατήσια με ένα άτομο, το οποίο ο αδελφός μου, μου τον

σύστησε σαν Λουκά. Στο καφενείο αυτό λοιπόν γνώρισα για πρώτη φορά τον Λουκά,

με τον οποίο συζητώντας, όπως επίσης και με τον αδελφό μου, αποφασίσαμε, μετά

από πρόταση δική τους, να διαλέξω ένα ψευδώνυμο, με το οποίο θα ήμουνα γνωστός

μεταξύ τους και θα με αποκαλούσαν μ’ αυτό. Έτσι διάλεξα το ψευδώνυμο «Παναής»,

το οποίο επέλεξα σκεφτόμενος τη γνωστή φράση «μην τον είδατε». Πράγματι μετά

από λίγο φύγαμε από το καφενείο, ενώ ήδη ήταν βράδυ, όχι όμως αργά, κι εμένα,

ο «Λουκάς» και ο αδελφός μου, με άφησαν να περιμένω σε ένα παγκάκι κάπου στην

περιοχή Πατησίων, προκειμένου αυτοί να πάνε και να φέρουν το «καλάθι», για να

το τοποθετήσουμε εκεί που είχαμε πει, χωρίς όμως να ξέρω πού ακριβώς ήταν.

Μετά από μισή ώρα περίπου, ο αδελφός μου και ο «Λουκάς» ήρθαν και με

συνάντησαν, κρατώντας ο αδελφός μου στα χέρια του μια σακούλα. Στη συνέχεια,

όλοι μαζί πήγαμε κάπου εκεί κοντά, δεν γνώριζα τότε καλά την περιοχή των

Αθηνών και γι’ αυτό δεν μπορώ να σας περιγράψω πού ακριβώς, όπου ο αδελφός μου

τοποθέτησε το «καλάθι» κάτω από το αυτοκίνητο και στη συνέχεια φύγαμε με τα

πόδια, απομακρυνόμενοι αρκετά από την περιοχή αυτή. Στη διαδρομή που φεύγαμε,

ο αδελφός μου μου είπε να περιμένω σε ένα καφενείο που βρισκόταν, επίσης κάπου

στην ίδια περιοχή, ενώ αυτός, μαζί με τον «Λουκά» πήγαν κάπου οι δυο τους

χωρίς να μου πουν πού ακριβώς.

Μετά από μισή ώρα περίπου, ο αδελφός μου ήρθε στο καφενείο που περίμενα και

πήγαμε παρέα και πήραμε το παπάκι του, που το είχε παρκάρει σε μια απόσταση

λίγο μακρινή από εκεί που ήμασταν, με το οποίο στη συνέχεια πήγαμε στο σπίτι

του, στο Ν. Ηράκλειο. Εκεί, είδαμε από την τηλεόραση ότι είχε γίνει η έκρηξη

της βόμβας που είχαμε τοποθετήσει. Στις συναντήσεις, στις οποίες δεν θυμάμαι

τώρα αν συμμετείχε και άλλο άτομο της οργάνωσης, συζητούσαμε ότι έπρεπε να

πάρουμε κάποια λεφτά για να επιβιώσει η οργάνωση και σχεδιιάζαμε πώς θα κάναμε

κάτι τέτοιο. Τότε, ο «Λουκάς» είπε ότι θα κάνουμε μια ληστεία στο Ταχυδρομείο

του Βύρωνα, για να πάρουμε λεφτά. Από τις συζητήσεις κατάλαβα ότι ο Λουκάς και

ο αδελφός μου, μπορεί όμως και άλλοι που δεν τους ήξερα, είχαν μελετήσει από

καιρό τόσο τη διαδρομή που θα ακουλουθούσαμε, όσο και τον όλο σχεδιασμό της

ενέργειας. Εμένα, ο «Λουκάς» μού ανέθεσε να είμαι ο οδηγός του αυτοκινήτου

διαφυγής, με το οποίο θα φεύγαμε όλοι μετά τη ληστεία.

Το Ταχυδρομείο

Έτσι λοιπόν, την ημέρα που είχαμε αποφασίσει να κάνουμε τη ληστεία του

Ταχυδρομείου, μαζί με τον αδελφό μου φύγαμε αρκετά πρωί από το σπίτι του στο

Ν. Ηράκλειο και με το παπάκι του, αρχικά πήγαμε κάπου στο κέντρο της Αθήνας

μάλλον στα Κάτω Πατήσια, όπου και σταθμεύσαμε το μηχανάκι. Στη συνέχεια, όπως

που είχανε πει από πριν, εγώ με το τρόλεϊ πήγα στο Παγκράτι και περίμενα σε

κάποια καφετέρια στην Πλατεία Δεληολάνη. Εκεί ήρθαν και με συνάντησαν ο

«Λουκάς» με τον αδελφό μου και στη συνέχεια πήγαμε σε ένα αυτοκίνητο κλειστό

τύπου VAN, μάλλον MITSUBISHI που ήταν σταθμευμένο κάπου κοντά στο Ταχυδρομείο

Βύρωνα και το οποίο δεν ξέρω ποιος το είχε αφήσει εκεί και μπήκαμε όλοι μέσα

στο κουβούκλιο του αυτοκινήτου, εκτός από τον «Λουκά» που κάθησε στη θέση του

οδηγού.

Μπαίνοντας μέσα στο κουβούκλιο του αυτοκινήτου συνάντησα εκεί, για πρώτη φορά,

δύο άτομα ακόμα εκ των οποίων τον έναν άκουσα να τον αποκαλούν «Λάμπρο» και

τον άλλον, αργότερα, ότι τον αποκαλούσαν «Τάκη». Ακολούθως, ο «Λουκάς»,

οδηγώντας το φορτηγάκι πήγε και στάθμευσε στον δρόμο που περνάει μπροστά από

το ταχυδρομείο και πολύ κοντά σ’ αυτό. Στη συνέχεια, ο «Λουκάς» κατέβηκε από

τη θέση του οδηγού και πήγε κάπου εκεί γύρω, κοντά όμως στο Ταχυδρομείο για να

βλέπει. Μετά από λίγο και αφού ο «Λουκάς» έδωσε το σύνθημα, βγήκαν από το

κουβούκλιο του VAN ο «Λάμπρος», ο «Τάκης» και ο αδελφός μου, οι οποίοι έχοντας

φορέσει κουκούλες στα κεφάλια τους και χρησιμοποιώντας ένα σίδερο – ράγα

τραίνου, έσπασαν την πλαϊνή πόρτα του Ταχυδρομείου και μπήκαν μέσα. Το σίδερο

κρατούσαν ο αδελφός μου και ο «Λάμπρος», χωρίς να είμαι απολύτως σίγουρος γι’

αυτό, γιατί εγώ φορώντας ένα καπέλο χρώματος γρκι, αμέσως μπήκα στη θέση του

οδηγού του αυτοκινήτου, το οποίο μετέφερα αμέσως στο πλαϊνό δρομάκι απ’ το

οποίο έγινε και η έξοδος των υπολοίπων στο Ταχυδρομείο. Εγώ, όπως και όλοι οι

υπόλοιποι, κρατούσαμε όπλα, τα οποία είχε φέρει ο «Λουκάς» με τον Σάββα.

Ειδικότερα, εγώ κρατούσα ένα περίστροφο, ενώ οι άλλοι διάφορα άλλα όπλα. Μετά

από λίγο βγήκαν αυτοί που είχαν μπει στο Ταχυδρομείο, μεταξύ των οποίων ήταν

και ο «Λουκάς», επιβιβάσθηκαν στο αυτοκίνητο γρήγορα και εγώ ξεκίνησα

οδηγώντας το αυτοκίνητο ευθεία κάτω στο στενάκι και μετά αριστερά και ευθεία

και μετά δεξιά όπου και σταμάτησα. Εκεί εγώ έδωσα στον «Λουκά» το καπέλο, το

περίστροφο και τα μάλλινα γάντια που φορούσα. Τα χρήματα αυτά προορίζονταν για

την οργάνωση. Μετά από δυο – τρεις ημέρες, εγώ έφυγα για τη Θεσσαλονίκη, αφού

εν τω μεταξύ ο αδελφός μου μού είχε δώσει περίπου διακόσιες χιλιάδες δραχμές

(200.000) για τα έξοδά μου. Τα χαρακτηριστικά του «Λάμπρου» δεν τα θυμάμαι

καλά, κυρίως διότι δεν είχα δει σχεδόν καθόλου το κεφάλι του, αφού μέσα στο

VAN που είχαμε συναντηθεί, φορούσε την κουκούλα και φαινόταν λίγο μόνο το

πρόσωπό του. Ωστόσο, το ύψος του ήταν γύρω στο 1,85 μέτρα, ίσως και λίγο

χαμηλότερος, ενώ δεν μπορώ να προσδιορίσω την ηλικία του για τους λόγους που

σας προανέφερα. Είναι χαρακτηριστικό επίσης ότι τότε δεν τον άκουσα ούτε να

μιλάει. Το άτομο αυτό έκτοτε δεν το έχω ξανασυναντήσει, παρά μόνο σε κάποιες

συναντήσεις του αδελφού μου Σάββα με τον «Λουκά», στις οποίες ήμουνα παρών

αργότερα, είχα ακούσει τον «Λουκά» να ρωτάει τον Σάββα αν είχε δει ή είχε πάει

να συναντήσει τον «Λάμπρο».

Στον Πειραιά

Σε κάποια από αυτές τις συναντήσεις, ο «Λουκάς» και ο αδελφός μου μού έκαναν

γνωστό ότι η επόμενη ενέργεια ήταν να σκοτώσουμε τον εφοπλιστή Περατικό, στον

Πειραιά, γιατί, όπως μου δήλωσαν, είχε απολύσει πολλούς εργαζόμενους, χωρίς να

σκεφθεί τίποτα, ούτε τόσες οικογένειες που έμεναν στον δρόμο. Την προετοιμασία

της ενέργειας αυτής είχαν αναλάβει ο «Λουκάς» με τον Σάββα και κάποια άλλα

άτομα ακόμα, προφανώς μέλη της οργάνωσης. Θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι πριν από

την ενέργειά μας αυτή, είχαμε συναντηθεί στον Πειραιά, στην πλατεία απέναντι

από το Δημοτικό Θέατρο, εγώ, ο Σάββας και ο «Λουκάς» προκειμένου να μου

υποδείξουν την περιοχή και το δρομολόγιο που θα ακολουθούσαμε, αφού εμένα μου

είχαν αναθέσει τον ρόλο του οδηγού του κλειστού φορτηγού τύπου VAN, που

επρόκειτο να χρησιμοποιήσουμε όταν θα κάναμε την ενέργεια. Ενώ λοιπόν

βρισκόμασταν στην πλατεία αυτή, όταν φεύγαμε από ‘κει, είδα τον «Λουκά» να

κοιτάζει επίμονα προς έναν άνδρα, δίνοντάς μου την εντύπωση ότι τον γνώριζε.

Σχεδόν αμέσως, εγώ και ο αδελφός μου φύγαμε, ενώ ο «Λουκάς» κατευθύνθηκε προς

το σημείο που ήταν ο άγνωστος αυτός άνδρας, χωρίς όμως να δω ή αντιληφθώ αν

συναντήθηκε μαζί του. Τον άγνωστο αυτό άνδρα είδα από απόσταση πενήντα (50)

περίπου μέτρων, αλλά τον είδα αρκετά καλά και συγκράτησα τα γενικά του

χαρακτηριστικά. Αυτός ήταν ηλικίας πενήντα (50) χρόνων περίπου, ίσως και

παραπάνω, είχε ύψος 1,80 μέτρα περίπου, ίσως λιγότερο, ίσως περισσότερο, και

κάτασπρα μαλλιά χωρίς φαλάκρα. Είχε κανονική σωματική διάπλαση, δηλαδή δεν

ήταν παχύς ή αδύνατος και φορούσε μάλλον ένα υφασμάτινο παντελόνι και μπλούζα,

δίνοντάς μου την εντύπωση ενός κλασικά ντυμένου ηλικιωμένου ατόμου. Το άτομο

αυτό δεν το έχω ξαναδεί έκτοτε και ούτε έμαθα ποτέ αν ανήκε ή αν είχε

οποιαδήποτε σχέση με την οργάνωση. Πιστεύω ότι αν τον ξανασυναντήσω, ίσως τον

αναγνωρίσω. Δύο – τρεις μέρες μετά από το παραπάνω περιστατικό εγώ, ο Σάββας,

ο «Λουκάς» και ο «Τάκης», που σας έχω προαναφέρει, συναντηθήκαμε σε ένα

φορτηγάκι τύπου VAN, μάρκας αν θυμάμαι καλά MITSUBISHI, το οποίο ήταν

σταθμευμένο σε ένα στενάκι κοντά στο σημείο που έγινε η ενέργεια εναντίον του

εφοπλιστή Περατικού. Εκεί, εγώ και ο αδελφός μου είχαμε φθάσει μαζί, αφού

φύγαμε από το σπίτι του στο Ν. Ηράκλειο νωρίτερα με το παπάκι του, το οποίο

είχαμε σταθμεύσει νομίζω κάπου στα Πατήσια και μετά πήγαμε με ταξί στον

Πειραιά.

Η επίθεση

Στο φορτηγάκι μπήκαμε πίσω, στο κουβούκλιο, ο «Λουκάς», ο αδελφός μου και εγώ,

ενώ ο «Τάκης» κάθησε στη θέση του οδηγού, πήρε το αυτοκίνητο και πήγε και το

στάθμευσε στο ανηφορικό στενάκι όπου και βρέθηκε μετά την ενέργεια. Στη

συνέχεια, ο «Τάκης» έφυγε και δεν τον ξαναείδα. Εμείς οι τρεις, δηλαδή εγώ, ο

Σάββας και ο «Λουκάς», συνεχίσαμε να καθόμαστε κρυμμένοι στο κουβούκλιο του

αυτοκινήτου, για διάστημα (20) είκοσι λεπτών περίπου. Όλο αυτό το διάστημα που

καθόμασταν εκεί μέσα κρυμμένοι, ο «Λουκάς» και ο Σάββας κοιτούσαν και έλεγχαν

τον δρόμο από τον οποίο θα ερχόταν ο Περατικός, μέσα από τα κουρτινάκια ή

χαρτόνια, δεν θυμάμαι καλά, που είχαν τοποθετήσει στο πίσω και πλαϊνό τζάμι

του φορτηγού. Όταν είδαν να έρχεται ο Περατικός, βγήκαν έξω από το κουβούκλιο

και κατευθύνθηκαν προς αυτόν, ενώ ταυτόχρονα εγώ πήγα και κάθησα στη θέση του

οδηγού, όπως είχαμε συνεννοηθεί προηγούμενα και όπως μου είχαν αναθέσει να

κάνω. Ενώ βρισκόμουν στη θέση του οδηγού, άκουσα πυροβολισμούς, χωρίς όμως να

δω ή να πληροφορηθώ αργότερα ποιος από τους δύο πυροβόλησε και σκότωσε τον

εφοπλιστή Περατικό. Αμέσως μετά τους πυροβολισμούς, ο «Λουκάς» και ο Σάββας

επέστρεψαν στο φορτηγάκι και ο «Λουκάς» κάθησε στη θέση του συνοδηγού, ενώ ο

Σάββας πίσω στο κουβούκλιο. Προσπάθησα να βάλω μπρος τον διακόπτη του

φορτηγού, πλην όμως αυτό στάθηκε αδύνατο, γιατί ο «Τάκης» κάτι είχε ξεχάσει

ανοιχτό, με αποτέλεσμα το φορτηγάκι να μείνει από μπαταρία. Αμέσως, ο «Λουκάς»

έδωσε σύνθημα να φύγουμε με τα πόδια. Έτσι βγήκαμε από το φορτηγάκι και

κατευθυνθήκαμε προς τα κάτω και αριστερά. Την ίδια στιγμή όμως κάποιος, μάλλον

αστυνομικός από διπλανό τμήμα, πυροβόλησε εναντίον μας. Εμείς αρχίσαμε να

τρέχουμε προς τον κεντρικό δρόμο και ένας εκ των «Λουκά» ή Σάββα, καθώς

τρέχαμε πυροβόλησε στον αέρα για εκφοβισμό των ατόμων που μας κυνηγούσαν.

Φθάνοντας στον κεντρικό δρόμο, σταματήσαμε ένα ταξί, βγάλαμε τον οδηγό του

έξω, τον οποίο απείλησε ο «Λουκάς» με πιστόλι, καθώς και μια γυναίκα και

επιβιβασθήκαμε σ’ αυτό. Εγώ κάθησα στο πίσω κάθισμα του ταξί, ενώ στη θέση του

οδηγού κάθησε ο «Λουκάς» και σ’ αυτή του συνοδηγού ο Σάββας.

Κατέβασαν τον ταξιτζή

Στη συνέχεια, εγώ έριξα δύο πυροβολισμούς στον αέρα, για εκφοβισμό των ατόμων

που είχαν αρχίσει να συγκεντρώνονται και για να μην μας ακολουθήσει κανένας,

με ένα περίστροφο το οποίο μου είχαν δώσει ο «Λουκάς» και ο Σάββας όταν

μπήκαμε στο κουβούκλιο του φορτηγού, αρχικά. Με το ταξί πήγαμε σε ένα στενάκι

σε μικρή απόσταση από το σημείο που έγινε το περιστατικό, όπου ο «Λουκάς»

παράτησε το ταξί στη μέση του δρόμου και ακολούθως επιβιβασθήκαμε σε ένα

δεύτερο αυτοκίνητο, μάρκας Opel Kadett αν θυμάμαι καλά, το οποίο οδηγούσε ο

«Λουκάς» και μ’ αυτό απομακρυνθήκαμε. Στο αυτοκίνητο αυτό εγώ κάθησα στο πίσω

κάθισμα και ο Σάββας στη θέση του συνοδηγού. Μετά από λίγο εγκαταλείψαμε και

αυτό το αυτοκίνητο και εγώ, αφού εν τω μεταξύ είχα παραδώσει στον «Λουκά» το

περίστροφο που μου είχαν δώσει, τα γάντια και το καπέλο τα οποία επίσης μου

είχαν δώσει και φορούσαν σε όλη τη διάρκεια της ενέργειας από τη στιγμή που

είχαμε μπει στο κουβούκλιο του φορτηγού, έφυγα από τον Πειραιά, μάλλον με

λεωφορείο και κατέληξα στα Κάτω Πατήσια, σε ένα μεγάλο καφενείο απέναντι από

τον σταθμό του ΗΣΑΠ, όπου περίμενα τον αδελφό μου.

Μετά την παραπάνω ενέργεια, εγώ συνέχισα να εργάζομαι μαζί με τον Σάββα στο

εργαστήριό του, ενώ παράλληλα βρήκα κάποιο σπίτι στο Νέο Ηράκλειο, στην οδό

Κερκύρας 2, το οποίο ενοικίασα κανονικά και στο οποίο μετά από δυο – τρεις

μήνες ήρθε και συγκατοίκησε μαζί μου και ένας φίλος μου από τη Θεσσαλονίκη, ο

Γεωργιάδης Διονύσης, με τον οποίο παλιά μέναμε στην ίδια γειτονιά στη

Θεσσαλονίκη. Αυτός εργαζόταν στο λουστρατζίδικο που διατηρεί ο πατέρας του στη

Θεσσαλονίκη και είναι τέσσερα (4) χρόνια μικρότερός μου. Ερχόμενος στην Αθήνα

ο Γεωργιάδης και συγκατοικώντας μαζί μου, αρχικά δεν εργαζόταν και συντηρείτο

και αυτός, όπως κι εγώ, από χρήματα που μας έδινε ο αδελφός μου ο Σάββας, με

τον οποίο τον έφερα σε επαφή και τους γνώρισα. Σιγά – σιγά και ύστερα από

συζητήσεις του Γεωργιάδη, τόσο με μένα, όσο και με τον Σάββα, δέχθηκε και

αυτός να βοηθήσει και να συμβάλει στην αντίσταση εναντίον του κεφαλαίου και

του αμερικανικού ιμπεριαλισμού. Αρχικά πήρε το ψευδώνυμο «Αλέξης», με το οποίο

από τότε και μετά ήταν γνωστός στην οργάνωση και του ανατίθεντο, σε πρώτη

φάση, κάποιες βοηθητικές δουλειές της οργάνωσης από τον Σάββα. Τέτοιες

βοηθητικές δουλειές ήταν η αναζήτηση και ανεύρεση καινούργιων χώρων – σπιτιών

για την οργάνωση και διάφορα απλά υλικά, όπως τάπερ, ρολόγια, σακίδια, γάντια,

καλώδια, ταυτότητες και άλλα αναλώσιμα για την οργάνωση υλικά.

Η γιάφκα της Πάτμου

Την ίδια περίπου περίοδο και πάντως μετά την ενέργειά μας εναντίον του

εφοπλιστή Περατικού, μαζί με τον αδελφό μου είχαμε επισκεφθεί το σπίτι της

οδού Πάτμου 84, στα Πατήσια, το οποίο και ήταν ο βασικότερος χώρος απόκρυψης

και φύλαξης σημαντικών υλικών και αντικειμένων της οργάνωσης. Το σπίτι αυτό

έχω επισκεφθεί πολλές φορές και ειδικότερα όταν πηγαίναμε για επιχειρήσεις,

πάντα όμως μαζί με τον αδελφό μου. Εκεί μέσα σχεδόν πάντοτε συναντούσαμε και

τον «Λουκά», ο οποίος είτε ερχόταν πριν από εμάς, είτε μετά. Από εκεί παίρναμε

τα όπλα, τις βόμβες και ό,τι άλλα υλικά χρειαζόμασταν κάθε φορά που θέλαμε να

κάνουμε μια επιχείρηση. Πέραν του «Λουκά» και του Σάββα, δεν έχω συναντήσει

άλλα άτομα στο σπίτι αυτό, στο οποίος πάντως δεν με έπαιρναν συχνά μαζί τους.

Απ’ ό,τι γνωρίζω η μετακόμιση στο σπίτι της Δαμάρεως από το σπίτι του Πειραιά,

έγινε γιατί κάτι δεν πήγαινε καλά με τον ιδιοκτήτη του τελευταίου σπιτιού. Αν

θυμάμαι καλά, πιθανόν παντρευόταν ο γιος του και θα χρειαζόταν το σπίτι. Στο

σπίτι της Δαμάρεως 73, μαζί με τον αδελφό μου και τον «Λουκά», συναντιόμασταν

συνήθως όταν θέλαμε να κάνουμε κάποια ενέργεια σε κοντινή προς αυτό περιοχή.

Πέραν του αδελφού μου και του «Λουκά», όσες φορές πήγα εγώ σ’ αυτό το σπίτι,

δεν συνάντησα κανένα άλλο άτομο και δεν ξέρω αν πήγαινε κάποιος άλλος εκεί και

ποιος. Το Φεβρουάριο του 1998, μαζί με τον «Λουκά» και τον Σάββα, τοποθετήσαμε

«καλάθια», δηλαδή βόμβες στα Mc Donald’s του Χαλανδρίου και των Βριλησσίων,

όπως επίσης και στην Detroit Motors, στη Λ. Κηφισίας. Επίσης, με τον Σάββα και

τον «Λουκά» τον Μάρτιο του έτους 1998 τοποθετήσαμε «καλάθια» στην Chrysler,

στη Λ. Κατεχάκη και στην Opel στη Λ. Μεσογείων. Σε όλες αυτές τις ενέργειες

εγώ ήμουνα αυτό που λέμε τσιλιαδόρος, δηλαδή πρόσεχα γύρω – γύρω μην έρθει

κάποιος ή οδηγούσα. Τα «καλάθια» τοποθετούσε στη θέση τους ο Σάββας, ενώ ο

«Λουκάς» πρόσεχε και αυτός την περιοχή. Στα παραπάνω σημεία πηγαίναμε με

αυτοκίνητα τα οποία είχαμε κλέψει οι τρεις μας τις προηγούμενες ημέρες από

διάφορες περιοχές και μετά τα παρατούσαμε. Σε κάποιες από τις κλοπές αυτές των

αυτοκινήτων, συμμετείχε και ο «Τάκης».

Με χαρτοπετσέτες προσπαθούσα να σταματήσω το αίμα που έτρεχε από τα δάχτυλα

του αδελφού μου

Στην κατάθεσή του ο Βασίλης Ξηρός περιγράφει και την επίθεση στο σπίτι του

Γερμανού πρέσβη. «Μόλις ο Σάββας πάτησε το μπουτόν πυροδότησης έσκασε η σωλήνα

και τον χτύπησε στο δεξί του χέρι και το πρόσωπο»

Ωστόσο αυτή τη στιγμή, δεν θυμάμαι συγκεκριμένα να σας πω από ποιες ακριβώς

περιοχές και τι αυτοκίνητα είχαμε κλέψει και σε ποιες από αυτές τις

περιπτώσεις συμμετείχε και ο «Τάκης».

Με τις βόμβες αυτής της εποχής και με τις επιχειρήσεις που κάναμε, είχαμε

σκοπό να στείλουμε ένα μικρό μήνυμα, ότι δεν συμφωνεί ο κόσμος με αυτά που

κάνουν οι Αμερικανοί και οι σύμμαχοί τους. Έτσι μια μέρα που πήγαμε για καφέ

μαζί με τον Σάββα και τον «Λουκά», νομίζω στα Άνω Πατήσια, ο «Λουκάς», όπως

γινόταν συνήθως, μας είπε ότι θα πάμε να χτυπήσουμε μια Πρεσβεία. Είπε για την

Πρεσβεία των Γερμανών και κατάλαβα ότι είχαν συζητήσει το θέμα ο Σάββας και ο

«Λουκάς» και ίσως και κάποιοι άλλοι. Έτσι, ένα βραδάκι συναντηθήκαμε πάλι οι

τρεις μας, εγώ, ο Σάββας και ο «Λουκάς» κλέψαμε ένα αυτοκίνητο και έφεραν από

άλλο αυτοκίνητο, νομίζω ο «Λουκάς» και ο Σάββας, ένα σακίδιο μακρυνάρι με τα

εκρηκτικά. Το σακίδιο αυτό θυμάμαι ότι είχα δει άδειο στο σπίτι της Πάτμου και

ήταν χρώματος μαύρου. Όταν πηγαίναμε προς το σπίτι του Γερμανού πρέσβη, δεν

θυμάμαι σε ποια περιοχή, οδηγούσε ο «Λουκάς», εγώ καθόμουν πίσω και ο Σάββας

στη θέση του συνοδηγού. Όταν φθάσαμε κοντά στο σπίτι βγήκαμε και οι τρεις έξω

από το αυτοκίνητο. Τότε ο Σάββας πήρε μέσα από το σακίδιο, που το είχε στο

πίσω κάθισμα, μια πλαστική σωλήνα που είχε μέσα έτοιμη μια ρουκέτα, την έπιασε

στα δύο του χέρια από τη δεξιά πλευρά και ο ίδιος πάτησε το μπουτόν

πυροδότησης. Εκείνη τη στιγμή έσκασε η σωλήνα και ο Σάββας χτύπησε στο δεξί

του χέρι και λίγο στο πρόσωπο. Ο Σάββας φορούσε μια τραγιάσκια η οποία του

έφυγε από το κεφάλι και έπεσε στο έδαφος. Αμέσως μαζέψαμε ό,τι προλάβαμε, ο

«Λουκάς» μπήκε στη θέση του οδηγού και εγώ με τον Σάββα καθήσαμε στο πίσω

κάθισμα του αυτοκινήτου. Συγκεκριμένα ο Σάββας κάθησε πίσω από τη θέση του

οδηγού και εγώ πίσω από του συνοδηγού. Με χαρτοπετσέτες προσπαθούσα να

σταματήσω το αίμα που έτρεχε από τα δάχτυλα του δεξιού χεριού του αδελφού μου.

Εκεί ο Σάββας, αφού έφτιαξε το χέρι του με τις χαρτοπετσέτες, είπε στον «Λουκά

ότι είναι εντάξει και φύγαμε. Στρίψαμε ένα στενό δεξιά και φθάσαμε πριν την

Μεσογείων όπου αφήσαμε το αυτοκίνητο. Στη συνέχεια έφυγε ο Σάββας με τον

«Λουκά» με ένα ταξί από τη Λ. Μεσογείων και εγώ με ταξί πήγα σε καφετέρια της

περιοχής Άνω Πατησίων, κοντά στον Ηλεκτρικό και περίμενα να έρθει ο αδελφός

μου. Πράγματι ήρθε μετά από μιάμιση ώρα, μου είπε ότι όλα είναι καλά και

φύγαμε για τα σπίτια μας.

Ο «Φαρμακοχέρης» σκότωνε ακαριαία

Το πρόσωπο-αίνιγμα που θυμήθηκε τυχαία ο Βασίλης Ξηρός

Βασίλης Ξηρός. Ο «Λουκάς» και ο Σάββας πήραν μαζί τους πριν από την εκτέλεση

του Σόντερς από ένα πιστόλι στη μέση τους και σε ένα σακίδιο έριξαν το κομμένο

G3. Μου είχαν πει ότι ο Εγγλέζος της αεροπορίας είχε πάρει μέρος σε κάποιο

βομβαρδισμό άγριο, στην Περσία νομίζω, και ότι έχει σκοτώσει χιλιάδες κόσμο.

Μετά τη δολοφονία του Σόντερς είχα αποφασίσει να μη συμμετάσχω ξανά σε τέτοιες φάσεις

Απ’ ό,τι είχα καταλάβει, την ίδια εποχή, ο «Λουκάς» με τον αδελφό μου

ερχόντουσαν Θεσσαλονίκη, με σκοπό να δουν αν μπορεί να γίνει κάτι εδώ, κυρίως

εναντίον των δυνάμεων που πηγαίνουν στο Κόσσοβο. Έτσι, σε κάποια στιγμή αυτοί

νοίκιασαν ένα σπίτι στην οδό Κογκόεφ, στον πρώτο όροφο καινούργιας

πολυκατοικίας, της οποίας η κεντρική είσοδος είναι κατασκευασμένη με αλουμίνιο

«κόπλαν». Στο σπίτι αυτό διανυκτερεύσαμε μια βραδιά, ερχόμενοι ξεχωριστά από

την Αθήνα. Εγώ πήγα με λεωφορείο, ενώ ο Σάββας με το «Λουκά» δεν ξέρω με τι

πήγαν. Σκοπός αυτού του ταξιδιού ήταν να βρούμε κάποιους στόχους σχετικούς με

την KFOR και τις Νατοϊκές δυνάμεις στο Κόσσοβο και να πραγματοποιήσουμε

επιχείρηση. Το σπίτι αυτό ήταν άδειο και την επόμενη ημέρα εγώ και ο Σάββας

ήπιαμε καφέ στην παραλία, ενώ ο «Λουκάς» δεν ξέρω πού πήγε. Συναντηθήκαμε

αργότερα και οι τρεις σε πατσατζίδικο, που τώρα έχει κλείσει, στην Εγνατίας

κοντά στο προαναφερόμενο σπίτι, όπου ο «Λουκάς» και ο Σάββας είπαν ότι είναι

δύσκολο εκεί να οργανώσουμε κάτι. Αυτοί τελικά έφυγαν για την Αθήνα και εγώ

πήγα στο πατρικό μου σπίτι όπου έμεινα δυο – τρεις ημέρες και μετά επέστρεψα

στην Αθήνα. Εγώ κοιμήθηκα σε αυτό το σπίτι λόγω του ότι ο σκοπός που πήγαμε

στη Θεσσαλονίκη ήταν τέτοιος που δεν επιτρεπόταν να γίνει αντιληπτή η παρουσία

μου εκεί.

Ο Εγγλέζος

Βασικά κάποια στιγμή ο Σάββας μού είπε ότι θα έρθει ένας Εγγλέζος της

Αεροπορίας, μεγάλος αξιωματούχος, ο οποίος είχε πάρει μέρος σε κάποιο

βομβαρδισμό άγριο, στην Περσία νομίζω, και ότι έχει σκοτώσει χιλιάδες κόσμο

ουσιαστικά. Έτσι λοιπόν κατάλαβα ότι είχε αποφασισθεί να τον σκοτώσουμε. Εγώ

ήξερα ότι ο Σάββας μιλούσε με τον «Λουκά» και είχα πάντα κενό, σε όλες τις

φάσεις, αν αποφάσιζαν οι δυο τους ή αποφάσιζαν άλλοι και μετέφεραν τις

αποφάσεις μέσω αυτών και κυρίως του «Λουκά». Για τη δουλειά αυτή, κλέψαμε ένα

VAN με σκοπό να πάρουμε και ένα μηχανάκι και να το βάλουμε μέσα στο VAN. Τις

κλοπές αυτές τις κάναμε εγώ, ο Σάββας και ο «Λουκάς». Αφού κλέψαμε και ένα

μηχανάκι το βάλαμε μέσα στο φορτηγάκι VAN. Φτιάξαμε τις πινακίδες για το VAN

και το μηχανάκι και ήταν όλα έτοιμα. Την ημέρα της ενέργειας πήγαμε με το VAN

κάπου εκεί κοντά που σκοτώθηκε ο Σόντερς, ξεφορτώσαμε το μηχανάκι και αφήσαμε

επίσης το αμάξι κάπου εκεί κοντά. Μετά, αφού έδωσα στον «Λουκά» και στον Σάββα

τα πράγματά μου, δηλαδή γάντια, το περίστροφο και το καπέλο, πήρα ένα ταξί και

μόνος μου πήγα για καφέ στο κέντρο και ύστερα σ’ ένα σπίτι που είχα νοικιάσει

κοντά στην οδό Παρθενώνος, στο Ν. Ηράκλειο, όπου έμενα μόνος μου.

Η μηχανή

Τη μηχανή που είχα αφήσει θα οδηγούσε ο Σάββας, γιατί ο «Λουκάς» νομίζω δεν

οδηγούσε μηχανάκια. Συνοδηγός στη μηχανή θα ήταν ο «Λουκάς». Θέλω να σας

διευκρινίσω ότι εγώ το αυτοκίνητο με το μηχανάκι, που ήταν ένα κατοστάρι παπί,

το άφησα κοντά στην Κηφισίας, εκεί που τελικά σκοτώθηκε ο Εγγλέζος και δεν

ξέρω άλλες λεπτομέρειες. Εδώ θέλω να σημειώσω επίσης ότι το διάστημα που το

αυτοκίνητο ήταν κλεμμένο το πηγαίναμε σε διαφορετικά σημεία, που διάλεγε ο

«Λουκάς» με τον Σάββα. Το βράδυ της παραμονής προς την ημέρα της δολοφονίας

του Εγγλέζου, εγώ, ο Σάββας και ο «Λουκάς» γύρω στις τρεις – τέσσερις η ώρα τα

ξημερώματα, συναντηθήκαμε στο διαμέρισμα της Πάτμου. Εγώ με τον Σάββα φύγαμε

με το παπάκι του, από το σπίτι της Παλλήνης όπου έμενε με την Alicia και

πήγαμε σ’ αυτό της Πάτμου. Εκεί ήταν ήδη και ο «Λουκάς». Εμείς μπήκαμε μέσα με

κλειδιά που είχε ο Σάββας μαζί του. Εκεί μέσα στο σπίτι καθήσαμε περίπου

μιάμιση ώρα, χωρίς συζητήσεις γιατί από πριν ξέραμε ο καθένας τι θα κάνει.

Μέσα στο σπίτι εγώ είχα καθήσει στο χωλάκι και ο «Λουκάς» και ο Σάββας πέρασαν

στον εσωτερικό χώρο που χώριζε με άλλη πόρτα. Εγώ δεν ήξερα τι έκαναν αυτοί

μέσα, γιατί νύσταξα και με πήρε ο ύπνος. Όταν άρχισε να ξημερώνει ξεκινήσαμε

να φύγουμε. Τότε εμένα μου έδωσε ο «Λουκάς» ένα περίστροφο, ένα ζευγάρι

μάλλινα γάντια και ένα καπέλο. Ο «Λουκάς» και ο Σάββας έβαλαν από ένα πιστόλι

στη μέση τους και είχαν και ένα σακίδιο μαζί με άλλα πράγματα που θα

χρειαζόταν. Απ’ ό,τι ξέρω είχαν πάρει μαζί ένα πολυβόλο G3 κομμένο κι αν δεν

κάνω λάθος, σ’ αυτή την περίπτωση, χρησιμοποίησαν δύο κινητά καρτοτηλέφωνα.

Πάντως, αν χρησιμοποιήθηκαν τα κινητά σ’ αυτή την περίπτωση, νομίζω ότι θα

χρειάστηκαν για να ειδοποιηθούν από κάποιον ότι έρχεται ο Εγγλέζος. Την

επόμενη μέρα από τη δολοφονία του Εγγλέζου, ήρθε ο Σάββας στο σπίτι και πήγαμε

για καφέ. Εκεί ο αδελφός μου είπε ότι πήγαν όλα καλά, χωρίς λεπτομέρειες.

Η δουλειά

Τότε λοιπόν, την άνοιξη νομίζω, ήρθε ο Σάββας στη Θεσ/νίκη και μου είπε ότι

έχουμε μια δουλειά κάτω και αν θέλω να πάω. Η δουλειά, μου είπε, είναι σχεδόν

έτοιμη. Στη συνέχεια ο Σάββας έφυγε και μετά απ’ αυτόν κατέβηκα στην Αθήνα και

πήγα στο σπίτι του στην Παλλήνη. Ο «Λουκάς», ο Σάββας και ο «Τάκης» είχαν

πάρει ήδη τα μηχανάκια και στη δουλειά αυτή επρόκειτο να συμμετάσχουμε εγώ, ο

«Λουκάς», ο Σάββας και ο «Τάκης». Τελικά εγώ πήγα στον Πειραιά με τον Σάββα

και ο «Τάκης» με τον «Λουκά», μόνοι τους. Εκεί που συναντηθήκαμε στον Πειραιά,

ο «Λουκάς» μας μοίρασε τα όπλα, αλλά ο «Τάκης» δεν πρόλαβε να πάρει, γιατί

ήταν στο απέναντι πεζοδρόμιο και δύο αστυνομικοί πήγαν και του ζήτησαν τα

στοιχεία του, περνώντας τον προφανώς για Αλβανό, γιατί έχει περίεργο κεφάλι.

Έτσι αυτός αναγκαστικά έφυγε και μείναμε οι υπόλοιποι. Στη συνέχεια πήραμε τα

μηχανάκια και πήγαμε και τα παρκάραμε στον πεζόδρομο, κοντά στον ΟΤΕ και μετά

πήγαμε σε ένα θάλαμο απέναντι, όπου ο Σάββας κάθησε στην υποτιθέμενη ουρά

αναμονής, ενώ ο «Λουκάς» ήταν πιο πάνω. Εν τω μεταξύ, το αυτοκίνητο της

χρηματαποστολής ήταν έξω από τον ΟΤΕ. Τη στιγμή που γινόταν η μεταφορά των

χρημάτων και ο Σάββας πήγε να τα πάρει, ο φύλακας έτρεξε μέσα με τα λεφτά και

ο αδελφός μου από πίσω τον πυροβόλησε χαμηλά. Εδώ θέλω να σας πω ότι ο Σάββας

πυροβολούσε πάντα χαμηλά και προσεκτικά για να μην σκοτώσει κάποιον άνθρωπο.

Με αφορμή αυτά που μόλις σας ανέφερα, θυμήθηκα ότι μέσα στην οργάνωση κάποιον

τον αποκαλούσαν «Φαρμακοχέρη», πλην όμως δεν γνωρίζω ποιο είναι το πρόσωπο

αυτό. Νομίζω ότι ήταν κάποιο πρόσωπο που δεν ήξερα, ίσως όμως να ήταν ο

«Λουκάς». Αυτό το παρατσούκλι κατάλαβα ότι το άτομο αυτό το είχε από τα άλλα

μέλη της οργάνωσης, γιατί όποιον πυροβολούσε τον σκότωνε ακαριαία. Νομίζω

επίσης ότι αυτός ήταν στους πιο παλιούς κύκλους της οργάνωσης.

Εγλωβισμένος

Επέστρεψα στη Θεσσαλονίκη, όπου μένω μέχρι σήμερα, έχοντας πια αποφασίσει να

μην συμμετάσχω ξανά σε τέτοιες φάσεις. Βέβαια αυτό το είχα αποφασίσει μετά τη

δολοφονία του Σόντερς, γιατί τελικά πιο πολύ ήταν το κακό, παρά το καλό που

κάναμε. Έβλεπα ληστείες, κλοπές οχημάτων και πολλές άλλες παράνομες πράξεις,

με σκοπό την επιβίωση της οργάνωσης, αλλά αισθανόμουν εγκλωβισμένος και ότι

δεν μπορούσα να ξεμπλέξω εύκολα. Έτσι με αφορμή και το θάνατο της φίλης μου

Βαρβάρας ΚΟΥΚΛΑΚΗ, η οποία έπαθε αναρρόφηση στον ύπνο της, έφυγα από την

Αθήνα, επηρεασμένος και από το γεγονός αυτό. Όπως προανέφερα, η συμμετοχή μου

στην οργάνωση αρχίζει περί το έτος 1996 και φθάνει μέχρι και τη ληστεία στον

ΟΤΕ Πατησίων, τον περασμένο Απρίλιο. Εγώ στην οργάνωση στρατολογήθηκα από τον

αδελφό μου Σάββα ΞΗΡΟ, που έχει το κωδικό όνομα «Σπύρος» και το Δημήτρη

ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑ ή «Λουκά», όπως εγώ μέχρι χθες τον ήξερα. Το δικό μου κωδικό όνομα

στην οργάνωση είναι «Παναής». Η οργάνωση τηρούσε ορισμένα στάνταρ ασφαλείας,

με αποτέλεσμα και σε απλές ακόμα συζητήσεις, να μην μπορείς να ξέρεις κάτι

περισσότερο από όσο έπρεπε για να κάνεις μια συγκεκριμένη δουλειά. Για

παράδειγμα, σας αναφέρω ότι ακόμη και για τον αδελφό μου Χριστόδουλο έμαθα ότι

είναι μέλος της οργάνωσης με το κωδικό όνομα «Μανώλης», όταν στη ληστεία του

Ταχυδρομείου Βύρωνα μπήκε μέσα στο κλειστό φορτηγάκι για να πάμε να κάνουμε

την επιχείρηση. Τα πρόσωπα με τα οποία εγώ κυρίως συνεργάστηκα στην οργάνωση,

είναι τα αδέλφια μου Σάββας και Χριστόδουλος, ο Δημήτρης ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑΣ, ο

Διονύσης ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ, με το κωδικό όνομα «Αλέξης», τον οποίο εγώ κι ο Σάββας

στρατολογήσαμε στην οργάνωση για κάποιο χρονικό διάστημα. Επίσης, στην

οργάνωση συνεργάστηκα με τον «Τάκη», το οποίο πρέπει να αποτελεί μέρος του

κανονικού ονόματος του ατόμου μέλους της οργάνωσης με το κωδικό όνομα «Χάρης».

Από εκεί και ύστερα συνεργάστηκα με το «Λάμπρο» κι είδα κάποιον στον Πειραιά,

πριν τη δολοφονία του ΠΕΡΑΤΙΚΟΥ, που μου δημιούργησε την αίσθηση ότι είναι ο

Αρχηγός της οργάνωσης, αλλά δεν ξέρω τίποτα άλλο γι’ αυτόν. Τις προκηρύξεις

της οργάνωσης πρέπει να τις έγραφε άτομο γραμματιζούμενο που εγώ πάντως δεν το

γνωρίζω και πιστεύω ότι τέτοιο άτομο ήταν το άτομο που είδα στον Πειραιά.

Επίσης, δεν γνωρίζω πώς γινόταν η ανάληψη ευθύνης των ενεργειών της οργάνωσης.

Κι εγώ τις προκηρύξεις τις διάβαζα στην εφημερίδα.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.