|
|
|
| Η Κάκια Αναλυτή, με τον σύντροφό της Κώστα Ρηγόπουλο, στη μεγάλη τους επιτυχία – τη μεγαλύτερη στο ελληνικό θέατρο – «Αγάπη μου Ουάουα»
|
Δεκαεπτά, σχεδόν, μήνες μετά τη δική του εκδημία. Δεκαεπτά μήνες αβάσταχτης,
ως φαίνεται, για ‘κείνη μοναξιάς και κενού, παρά τη στήριξη και τη λατρεία της
κόρης της, της, επίσης, ηθοποιού Ζωής Ρηγοπούλου, και του γαμπρού της, παρά τη
διαρκή παρουσία, πλάι της, της αγαπημένης της εγγονής Κατερίνας Βασιλείου, που
είχε το όνομά της και ζούσε μαζί της.
Η Κάκια Αναλυτή, η οποία, τα τελευταία χρόνια, είχε αντιμετωπίσει κάποια
προβλήματα υγείας, έσβησε, ξαφνικά, στο σπίτι που είχαν στήσει με τον Κώστα
Ρηγόπουλο, στο Παλαιό Φάληρο, στα 68 της χρόνια.
Είχε γεννηθεί το 1934, στον Πειραιά. Σπούδασε θέατρο στη Δραματική
Σχολή του Ωδείου Αθηνών, με δάσκαλο τον Δημήτρη Ροντήρη. Την πρώτη της
εμφάνιση την έκανε, μαθήτρια, ακόμη, της σχολής, στο «Φιόρο του Λεβάντε» του
Ξενόπουλου, με τον θίασο του Διονύση Παγουλάτου, στο θέατρο «Διονύσια» της
Καλλιθέας, παίζοντας την Κατερίνα. Η πρώτη της επαγγελματική εμφάνιση ήταν η
Νέβι, στο «Βαθιές είναι οι ρίζες» των Ντ’ Ισό και Γκάου, με το «Ελληνικό Λαϊκό
Θέατρο», πλάι στον Μάνο Κατράκη, το 1958, στο θέατρο «Κοτοπούλη».
Αμέσως μετά, περνάει στον θίασο της Κατερίνας: «Μάμα», «Η κυρία δεν με
μέλλει», «Κλέφτρα, αγάπη μου», «Άσπρο – Μαύρο – Κόκκινο», «Μαθήματα ηθικής»,
«Μαριάνα Πινέδα».
Ο θίασος αυτός θα σημαδέψει τη ζωή της. Εκεί, από το πρώτο έργο, θα συναντήσει
τον Κώστα Ρηγόπουλο και θα δεθούν για πάντα.
Το 1960, με τη βοήθεια του κινηματογράφου στον οποίο μόλις έχει αρχίσει
καριέρα, χρίζεται πρωταγωνίστρια στη «Νέα Σκηνή» του Κωστή Λειβαδέα, στο,
τότε, θέατρο του Εθνικού Κήπου: «Χορός στο στρατηγείο», Μαρούλα στην «Τύχη της
Μαρούλας». Θα ακολουθήσουν οι θίασοι Ντίνου Ηλιόπουλου («Το έξυπνο πουλί»,
«Εξοχικόν κέντρον “Ο Έρως”», «Ένας έμπιστος κύριος»), Νίκου Χατζίσκου – Πόλι
στο πρώτο ελληνικό ανέβασμα της «Όπερας της πεντάρας» των Μπρεχτ – Βάιλ, με
τον τίτλο «Το ρομάντζο της πεντάρας».
Το 1962 – 63 κάνει θίασο με τον Κώστα Ρηγόπουλο και τον Γιάννη Αργύρη («Μια
πόρτα, δραχμές πεντακόσιες») και, το ’63, με τον Κώστα Ρηγόπουλο, τον θίασό
τους, που θα αντέξει τριάντα πέντε χρόνια: «Ερωτευθείτε, παρακαλώ», «Είμαστε
όλοι συνυπεύθυνοι» του Πάβελ Κόχουτ, σε συνεργασία με τον Μάνο Κατράκη,
«Ξενοδοχείον “Η Ευτυχία”».
Το 1963, δημιουργούν, στην οδό Αντωνιάδου, πλάι στην, τότε, Ανωτάτη
Εμπορική, το θερινό θέατρο «Αναλυτή»: «Η βίλα των οργίων», «Η ζωντοχήρα»,
«Ζητείται πτώμα», «Η κυρία του Μαξίμ»… Εκεί παίζουν τα καλοκαίρια και, τον
χειμώνα, κάνουν περιοδείες ή παίζουν σε άλλα θέατρα, όπως στο «Αμιράλ», στον
«Θίασο των Πέντε», με τον Κώστα Βουτσά, τη Σμαρούλα Γιούλη και τον Γιώργο
Πάντζα.
Η πορεία του θιάσου, μετά τη μεγάλη επιτυχία του «Αγάπημου Ουάουα»,
συνεχίστηκε: «Έρωτας και πολιτική», «Το αυτί του Αλέξανδρου», «Ένα κρεβάτι για
τρεις», «Λεωφορείο ο Πόθος», «Ο κύκλος», «Η καρυδόπιτα», «Η δικιά μας»,
«Σαριμαρί», «Ο επιθεωρητής έρχεται», «Το φως του γκαζιού», «Φθινοπωρινή
ιστορία», «Ο γυάλινος κόσμος»… Την τελευταία δεκαετία, η Κάκια Αναλυτή είχε
αραιώσει αισθητά τις εμφανίσεις της. Ο τελευταίος της ρόλος ήταν, τη σεζόν
1997-98, στο θέατρο «Αναλυτή», η Γλύκα στο «Σε φιλώ στη μούρη» του Γιώργου
Διαλεγμένου.
Στον κινηματογράφο έκανε πολλές ταινίες. Ανάμεσά τους: «Ματωμένο
ηλιοβασίλεμα», «Ανθισμένη αμυγδαλιά», «Ματωμένα στέφανα», «Μικροί Φαρισαίοι»,
«Το ραντεβού της Κυριακής», «Λαός και Κολωνάκι», «Σταχτοπούτα», «Είκοσι
τέσσερις ώρες ζωντοχήρα», «Η βίλα των οργίων», «Αγάπημου Ουάουα»,
«Πεζοδρόμιο», «Μια του κλέφτη», «Θρίαμβος», «Διαζύγιο α λα ελληνικά». Έκανε,
επίσης, πολύ ραδιόφωνο.
Ενζενί, με δυνατότητες σουμπρέτας, μικρόσωμη, νόστιμη, χαριτωμένη,
εξελίχθηκε σε ντάμα με βαθιά φωνή, για να διαπρέψει, βασικά, στο μπουλβάρ, ένα
καθόλου ευκαταφρόνητο είδος, που το έπαιζε στα δάχτυλα. Άνθρωπος σεμνός,
διακριτικός, που ποτέ δεν έκανε μπαντιέρα την προσωπική του ζωή, με χιούμορ, η
Κάκια Αναλυτή φεύγει, όπως και ο Κώστας Ρηγόπουλος, αφήνοντας μια αύρα ήθους
και ευγένειας. Τελευταία της ενδεικτική δημόσια πράξη, η παράκληση προς τις
κάμερες να μείνουν μακριά από το νοσοκομείο όπου ο σύντροφός της ψυχορραγούσε
και να μην τους κάνουν θέαμα.
Αιτία του θανάτου της στα χαρτιά η ανακοπή. Στην πραγματικότητα, η Κάκια
Αναλυτή πέθανε από αγάπη. Τους δικούς της, αν και έφυγε σχετικά νέα ακόμη,
αυτό θα πρέπει να τους παρηγορεί.
«Αγάπη μου» θρύλος
Τον Οκτώβριο του 1967 η Κάκια Αναλυτή και ο Κώστας Ρηγόπουλος
ανεβάζουν, στο θέατρο «Βεργή», το μπουλβάρ του Φρανσουά Καμπό «Αγάπημου
Ουάουα». Η παράσταση που ξεκινάει «δειλά» πρόκειται να γίνει η μεγαλύτερη
επιτυχία της ελληνικής σκηνής, σε διάρκεια τουλάχιστον. Θα παίζεται επί έξι
χρόνια, χειμώνα – καλοκαίρι, σε διάφορα θέατρα και σε περιοδείες, και θα
επιτρέψει στο ζευγάρι να μετατρέψει το θέατρό του σε ένα μικρό αλλά κομψό
χειμερινό θεατράκι, που θα εγκαινιαστεί με – τι άλλο; – το «Αγάπημου Ουάουα»,
που η επιτυχία του, κατά μεγάλο μέρος οφείλεται, στην Κάκια Αναλυτή, που
άντεξε να παίζει τη μαύρη υπηρετριούλα του έργου, αναγκασμένη να βάφεται μαύρη
σε κάθε παράσταση, και τα έξι χρόνια, ενώ ο Κώστας Ρηγόπουλος «εγκατέλειψε»,
από βιολογική αδυναμία, στα τρία, για να αντικατασταθεί από τον Ανδρέα Μπάρκουλη.
Η κηδεία
Οι άνθρωποι που αγαπούσαν και εκτιμούσαν την Κάκια Αναλυτή την αποχαιρετούν,
σήμερα, στις 5.30 μ.μ., στο νεκροταφείο του Παλαιού Φαλήρου.

