|
|
Σ’ αυτήν τη ζωή, άλλοι ξενυχτάνε στα μπουζούκια κι άλλοι στους κομπιούτορες.
(Άτιμη κενωνία που άλλους τους ανεβάζεις κι άλλους τους κατεβάζεις!).
Ύστερα, λοιπόν, από το πατροπαράδοτο ξενύχτι στον υπολογιστή, με μισό μάτι,
έκανα ζάπινγκ στα πρωινάδικα. Μια τσάρκα σ’ αυτή την πρωινή χαρά. Αυτό το
γλέντι, αυτό το ζουά ντε βιβρ το αξημέρωτο. Όπου κάθονται στους καναπέδες και
πίνουν τους καφέδες μες στο χάι χούι. Μια ευδιαθεσία ανεξήγητη, μία ανάταση εκ
του μη όντως εκπορευομένη.
Αγάπη μου, πού το βρίσκουν τόσο κέφι; Από πού το αντλούν; Πού υπάρχει σε στοκ
να το προμηθευτούμε και οι υπόλοιποι; Γύρω ο κόσμος χάνεται, βαρκούλες
αρμενίζουν. Βαρκούλες σε κανάλια που έχουν αποφασίσει πως, ό,τι και να συμβεί,
βρέξει χιονίσει, ζεις, πέθανες, το πρωινό τρίωρο οφείλει να είναι διαφήμιση
οδοντόκρεμας. Χασκογελώντας να πηδάει σχοινάκι μόνο του. Ολομάναχο, σε έναν
εφιαλτικό κρανίου τόπο. Γύρω – τριγύρω, το σύμπαν καταπίνει δυο-δυο τα
λεξοτανίλ. Το πρωινάδικο; Κυρία: Αλλού ντ’ αλλού. Χαρωπά τα δυο μου χέρια τα
χτυπώ. Μια και είμαι ‘γω παιδί, ξέρω πάντα να γελώ, χαρωπά τα δυο μου χέρια τα
χτυπώ. ΚΛΑΠ! ΚΛΑΠ!
Χαρωπά θε να γελάσω δυνατά. Μια και είμαι ‘γω παιδί, ξέρω πάντα να γελώ,
χαρωπά θε να γελάσω δυνατά. ΧΑ! ΧΑ!
ΧΑ! ΧΑ! Έκανα ένα γέλιο, αρχές της εβδομάδας, όταν είδα κι άλλο αεροπλάνο να
στουκάρει στη Νέα Υόρκη. Μα ένα γέλιο! Άλλαξα συκώτι! Μέχρι να μάθουμε τι
διάολο ήτανε πάλι όλο αυτό το αλάι – μαλάι, μας κατέβηκε η ψυχή στον
αστράγαλο. Τρομοκρατική ενέργεια; Μηχανική βλάβη; Τρομοκρατική ενέργεια που
την πλασάρουνε σαν μηχανική βλάβη; Τι έγινε; Τι γίνεται; Τι θα γίνει; Πού θα
πάει αυτό το βιολί; Πότε θα τελειώσει αν τελειώσει ποτέ; Φλόγες, φωτιές και
πυρκαγιές, τρόμος, νεκροί και τραυματίες μπουκάρανε συλλήβδην στο καθιστικό.
Σαν τον λίβα που καίει τα σπαρτά, παρκάρανε εντός μας. Τι να πω στο παιδί μου
που με ρωτάει; Να του εξηγήσω το ανεξήγητο; Να του απαντήσω στο αναπάντητο; Τι
να του πω;
«Μην ασχολείσαι συ με τέτοια. Εσύ να θυμάσαι ότι ο σκύλος λέγεται “ντογκ” κι η
γάτα “κατ”. Δις ις α ντογκ. Δις ις α κατ και κοίτα να το εμπεδώσεις, αγόρι
μου, διότι αυτά είναι είδη πρώτης ανάγκης. Σαν το χαρτί υγείας. Δις ις α
χάουζ. Δις ις α γουόρ. Δις ις α φάιαρ. Δις ις Καμπούλ. Δις ις α γουόρ ιν
Καμπούλ. Δις λιτλ μπόι ις ντάινγκ ιν Καμπούλ. Γκουντ. Βέρι γκουντ».
Στα πρωινάδικα δεν υπάρχει πόλεμος. Δεν υπάρχει μαστροπεία. Δεν υπάρχουν
μανάδες που εκδίδουν τα παιδιά τους. Υπάρχει μόνο ένας κόσμος σε αποχρώσεις
παστέλ. Μια τηλεοπτική Ντίσνεϊλαντ, όπου το χειρότερο που μπορεί να συμβεί
είναι να σου προκύψει ο Ερμής ανάδρομος.
Ο Ερμής ανάδρομος; Εκεί πέφτει ο πανικός, ο κουρνιαχτός και η υστερία. Εκεί οι
παρουσιαστές τινάζονται κάθιδροι από τους ημιπόστ μόντερν καναπέδες τους.
Φρίκη και τρόμος στα ροδαλά προσωπάκια τους. Η μαύρη συμφορά!
Διότι η καπιτάλε σκηνή είναι η εμφάνιση της αστρολόγου. Ξεδιπλώνει χαρτιά,
χάρτες και χαρτάκια. Μας λέει τι μέλλει γενέσθαι. Όλα έχουν μια αστρολογική
εξήγηση. Για όλα φταίνε ανάδρομοι και διάδρομοι. Έγινε ο σεισμός την Τετάρτη
το βράδυ; Άσε τον κύριο Τσελέντη και τον κύριο Χουλιάρα να μιλάνε για
«καθυστερημένο μετασεισμό». Το αίτιο δεν ελλοχεύει σε ρήγματα και Πάρνηθες. Το
αίτιο θα το αναζητήσουμε στο τρίγωνο του Άρη με τον Κρόνο.
Γίνεται πόλεμος; Φυσικά! Αφού η Αφροδίτη είναι μέσα δεξιά και ο Πλούτωνας έξω
αριστερά; Γι’ αυτό ο Μπιν Λάντεν και ο Μπους κάνουν ό,τι κάνουν. Αν ήταν
τώρα που μιλάμε αλλού η Αφροδίτη και αλλού ο Κρόνος, ο Μπιν Λάντεν και ο
Μπους θα παίζανε μπιρίμπα, καρέ με τις γυναίκες τους.
Κι ύστερα αναλύουν ζώδιο το ζώδιο. Καθοδηγούν, αποφασίζουν, διατάσσουν. Κάνε
αυτό, μην κάνεις εκείνο, πρόσεξε το άλλο, δώσε βάση στο εξής. Κακή μέρα για
τους Κριούς. Καλύτερα να μην το κουνήσουν από το σπίτι τους. Άιντε μπράβο!
Άιντε να σας δω, Κριοί καμάρια μου. Πάρτε τηλέφωνο τον προϊστάμενο κι εξηγήστε
του ότι σήμερα δεν θα πάτε στη δουλειά, γιατί σας έκατσε ο ανάδρομος στον
σβέρκο. Άιντε να γελάσει ο κάθε μισθωτός!
Κι αφού άπαντες οι συντελεστές της εκπομπής φτάσουν στο έμφραγμα, η αστρολόγος
τούς καθησυχάζει. Λίγη υπομονή. Σε κάνα δυο χρόνια φεύγει ο Κρόνος από το
ζώδιό σας. Το πολύ μέχρι το 2004 (εκεί κάπου στη σκυταλοδρομία των Ολυμπιακών,
πέντε λεπτά πάνω, πέντε κάτω να το υπολογίζεις) όλα θα διορθωθούν. Τι είναι
δυο χρόνια μπροστά στην αιωνιότητα; Για τον Μαθουσάλα που έζησε κάτι λιγότερο
από 1.000 χρόνια, της πλάκας είναι. Ρωτάς όμως κι εμάς;
Τέρμα. Το αποφάσισα. Θα πάρω το παιδί μου και θα μετακομίσω. Άλλοι πιάνουν
ρετιρέ, γκαρσονιέρες και τριάρια. Εγώ θα νοικιάσω πρωινάδικο. Εκεί θα μείνουμε
σε μόνιμη βάση. Κι όταν φτάνει μεσημέρι, σβήνουν φώτα και κάμερες. Κόβονται τα
γέλια μαχαίρι. Μπαίνει στο OFF o μικρόκοσμος. Τότε, εμείς με ένα τοστ
ανάμεικτο από το κυλικείο, θα περιμένουμε. Σε ένα σκοτεινό, άδειο, νεκρό,
έρημο στούντιο. Θα περιμένουμε να ξημερώσει. Να κάνουμε πάλι τη ζωή μας
πρωινάδικο. Δέκα με μία. Τότε θα ζούμε. Τότε θα υπάρχουμε. Τότε θα
ανασαίνουμε.
Εκεί. Σε έναν κόσμο χωρίς πόλεμο. Χωρίς βία. Χωρίς αίμα που στάζει σαν δάκρυ
σε μάτια παιδικά.
Εκεί. Ασφαλείς. Ευτυχείς. Σ’ έναν άλλο πλανήτη. Έναν πλανήτη που ο κόσμος να
χαλάσει χαρωπά τα δυο τους χέρια τα χτυπούν!
Εκεί. Που ο Ερμής δεν είναι ποτέ ανάδρομος!






