Αποκτούν όλο και περισσότερους οπαδούς, καθώς η σωστή αξιοποίησή τους μπορεί
να δώσει λύσεις σε έκτακτες ανάγκες ρευστότητας. Πρόκειται για τα δάνεια που
επιτρέπουν την εκταμίευση χρημάτων, μέχρι του ποσού του 1.000.000 δραχμών, ανά
πάσα στιγμή, με την υποχρέωση καταβολής ενός ελάχιστου ποσού μηνιαίως. Η
δυνατότητα εξασφάλισης ρευστού, η οποία έως πρόσφατα αποτελούσε μοναδικό
προνόμιο των καρτών, καθιστά το «ανοικτό δάνειο» εξαιρετικά δημοφιλές μεταξύ
του καταναλωτικού κοινού.


Καταναλωτικά δάνεια του τύπου αυτού δεν χορηγούν όλες οι τράπεζες. Τα δάνεια
ανακυκλούμενης πίστωσης λειτουργούν όπως η πιστωτική κάρτα, με τη διαφορά ότι
δεν παρέχουν πίστωση μέσω κάποιων συνεργαζόμενων καταστημάτων, αλλά με την
παροχή άμεσης ρευστότητας σε όσους πελάτες την έχουν ανάγκη.


Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που υποστήριξαν ότι τα «ανοιχτά δάνεια» εγκυμονούν τον
κίνδυνο του περιορισμού της χρήσης των πιστωτικών καρτών, λόγω και των χαμηλών
επιτοκίων που έχουν. Η άποψη αυτή μπορεί και να αποτέλεσε αιτία για να μην
προχωρήσουν όλες οι εμπορικές τράπεζες στη δημιουργία παρόμοιων δανειακών
προϊόντων, ώστε να μη δημιουργήσουν οι ίδιες ανταγωνισμό στα δικά τους
προϊόντα.


Η ανακυκλούμενη πίστωση


Το ερώτημα, πάντως, που θέτουν αρκετοί καταναλωτές, είναι «πιστωτική κάρτα ή
ανοικτό καταναλωτικό δάνειο»; Η απάντηση μπορεί να δοθεί εφόσον κανείς,
διερευνώντας τις ανάγκες του, εξετάσει αναλυτικά τα έξοδα που επιβαρύνουν την
κάρτα ή το δάνειο ανακυκλούμενης πίστωσης, τα επιτόκια, καθώς και τις
δυνατότητες που του προσφέρουν τα δύο αυτά τραπεζικά προϊόντα, που σίγουρα δεν
είναι ίδια.


Αν και τα δύο αυτά δανειακά προϊόντα είναι φτιαγμένα με σκοπό τη διευκόλυνση
για την αντιμετώπιση μιας ξαφνικής ανάγκης, μέσω της εκταμίευσης ενός ποσού
χρημάτων που θα χρειαστεί για μια αγορά ή άλλη επείγουσα ανάγκη, εντοπίζονται
σημαντικές διαφορές.


Στην περίπτωση της πιστωτικής κάρτας, ο κάτοχός της είναι υποχρεωμένος να
καταβάλλει μια ετήσια συνδρομή η οποία ανέρχεται, κατά μέσο όρο, στις 12.000
δραχμές. Το τελευταίο διάστημα αρκετοί οργανισμοί καρτών προσφέρουν στους
καταναλωτές κάρτες με δωρεάν συνδρομή για μερικούς μήνες ή ακόμα και εφάπαξ,
εφόσον πληρούν κάποια κριτήρια, όπως, για παράδειγμα, ορισμένο ετήσιο
εισόδημα. Από εκεί και πέρα, μπορεί να χρησιμοποιήσει την κάρτα για αγορά
αγαθών, για την οποία και επιβαρύνεται με ένα ετήσιο επιτόκιο που διαφέρει από
τράπεζα σε τράπεζα, συν 0,6% εισφορά του Ν. 128/75. Την πιστωτική κάρτα ο
κάτοχός της μπορεί να χρησιμοποιήσει για την ανάληψη μετρητών, όμως το ποσό
καθορίζεται ανάλογα με την κάρτα, εφόσον το πιστωτικό όριο το επιτρέπει.


Ο κάτοχος ενός ανοικτού δανείου ακολουθεί μια διαφορετική διαδικασία για να το
χρησιμοποιήσει. Εφόσον περάσει τη φάση της αίτησης και της έγκρισης του
δανείου και η τράπεζα αποφανθεί θετικά για τη χορήγησή του, ανοίγεται ένας
λογαριασμός στο όνομα του δανειολήπτη, με μέγιστο ποσό το 1.000.000 δραχμές.
Τα χρήματα αυτά, από τη στιγμή που βρίσκονται στον λογαριασμό, μπορούν να
χρησιμοποιηθούν, όλα ή μέρος αυτών, ανάλογα με τις ανάγκες του δανειολήπτη. Ο
δανειολήπτης πληρώνει τόκους μόνο για τα χρήματα που έχει δανειστεί και το
υπόλοιπο ποσό είναι στη διάθεσή του όποτε το χρειαστεί. Η πληρωμή γίνεται με
μια καθορισμένη μίνιμουμ καταβολή, η οποία διαφέρει από τράπεζα σε τράπεζα.
Στην περίπτωση, μάλιστα, που ο κάτοχος του δανείου το εξοφλήσει τον πρώτο
μήνα, ο τόκος που θα πληρώσει αφορά μόνο τον μήνα αυτόν. Αυτό αποτελεί και μια
διαφορά ανάμεσα στο δάνειο και την πιστωτική κάρτα, καθώς η κάρτα δίνει ένα
περιθώριο άτοκης εξόφλησης ολόκληρου του ποσού, κάτι που δεν υπάρχει στο
ανοιχτό δάνειο.


Τα δικαιολογητικά


Πάντως, ο ενδιαφερόμενος για ανοικτό δάνειο δεν θα πρέπει να ξεχνά ότι το
δάνειο αυτό επιβαρύνεται με τα διαχειριστικά έξοδα τα οποία καθορίζει η
τράπεζα και θα πρέπει να ενημερωθεί γι' αυτά.


Όσο για τα δικαιολογητικά που χρειάζεται να προσκομίσει, είναι: Η αστυνομική
ταυτότητά του ή άλλο πιστοποιητικό που να αποδεικνύει την ταυτότητά του και το
εκκαθαριστικό της Εφορίας για την τελευταία οικονομική χρήση. Επίσης, όταν
πρόκειται για μισθωτούς, σε περίπτωση μη υπάρξεως πρόσφατου εκκαθαριστικού
Εφορίας, ζητείται βεβαίωση αποδοχών από τον εργοδότη. Όμως, υπάρχουν τράπεζες
οι οποίες ορίζουν ελάχιστο ετήσιο εισόδημα που είναι δυνατό να δικαιολογήσει
τη χορήγηση ενός ανοικτού δανείου.


Το ποσό του δανείου καθορίζεται συνήθως από το δηλωθέν εισόδημα που προκύπτει
από το εκκαθαριστικό σημείωμα της Εφορίας, ενώ το σύνολο των δόσεων κάθε έτους
δεν πρέπει να υπερβαίνει το 1/3 του ετήσιου εισοδήματος. Οι τράπεζες, μερικές
φορές, εξετάζουν και τις οικογενειακές υποχρεώσεις του πελάτη, για να δουν αν
αυτές θα δυσχεράνουν την πληρωμή των δόσεων.


Η τράπεζα, όμως, πλην των εισοδημάτων του πελάτη, θα ελέγξει και την
πιστοληπτική συμπεριφορά του. Αυτό γίνεται με τη συνδρομή των αρχείων της
διατραπεζικής εταιρείας Τειρεσίας, η οποία διαθέτει μηχανισμό παρακολούθησης
και καταγραφής διαφόρων οικονομικών παραβάσεων.


Είναι ευνόητο ότι, αν κάποιος έχει ακάλυπτες επιταγές ή διαταγές πληρωμής,
δύσκολα μια τράπεζα θα του χορηγήσει το ποσό που ζητεί. Επίσης, θα πρέπει να
γνωρίζουν οι ενδιαφερόμενοι ότι οι περισσότερες τράπεζες χρεώνουν τους
δανειολήπτες και με έξοδα δανείου.


Τα έξοδα αυτά καταβάλλονται εφάπαξ, με τη λήψη του δανείου, και συνήθως
αφαιρούνται από το χορηγούμενο ποσό.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από