Ήταν μικρό, στριμωγμένο συνήθως ανάμεσα σε πολλά ακόμη διαμερίσματα και

χωρίς ιδιαίτερο «χαρακτήρα» και χρώμα. Στα τελευταία 20 χρόνια, το σπίτι

έγινε… έξυπνο ­ περισσότερο «φιλικό» προς τους ιδιοκτήτες του, απέκτησε

μεγαλύτερους χώρους, πιο άνετους, και κτίζεται πια με υλικά και τεχνικές που

έχουν στόχο την εξοικονόμηση ενέργειας και την αναβάθμιση τόσο του οικιακού

όσο και του αστικού περιβάλλοντος.

Στον χώρο έξω από το σπίτι, σε δρόμους και σε πάρκα, οι Έλληνες υστερούν σε

σχέση με τους Ευρωπαίους. Στο εσωτερικό της κατοικίας όμως,

είναι…«βασιλιάδες» ­ βρίσκονται σε πλεονεκτική θέση, σ’ ό,τι αφορά τα

τετραγωνικά που αναλογούν στον καθένα και τις ανέσεις που προσφέρει ο

σχεδιασμός του σπιτιού. Το σπίτι τού χθες δεν μοιάζει σε τίποτα με αυτό του

σήμερα και μ’ εκείνο του αύριο. Όπως επισημαίνουν αρχιτέκτονες, καθηγητές της

Αρχιτεκτονικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, οι «τάσεις» καθορίζονται πια

σύμφωνα με τις ανθρώπινες ανάγκες και τον σύγχρονο τρόπο ζωής. Το «ιδανικό

σπίτι» είναι οικολογικό, ψηφιακό, άνετο, λειτουργικό και προσαρμόζεται στις

ιδιαίτερες συνθήκες κάθε οικοπέδου και κάθε περιοχής.

Οι μεγάλοι όγκοι από μπετόν, τα φωτοβολταϊκά τόξα στη στέγη, τα διπλά τζάμια

και η οροφή με μόνωση από υαλώδη αφρό είναι ορισμένα μόνο από τα «έξυπνα»

υλικά που χρησιμοποιούνται στο οικολογικό, ελληνικό σπίτι, που θα κτιστεί στο

Μάλμοε της Σουηδίας

Είκοσι χρόνια πριν είχε ατέλειωτους διαδρόμους, ένα μεγάλο σαλόνι, κλειστό τις

περισσότερες φορές, με πόρτα που άνοιγε σε «ειδικές περιστάσεις». Η οικογένεια

μοιραζόταν συνήθως την κουζίνα ή ένα δεύτερο, μικρό καθιστικό, στα σπίτια που

είχαν την άνεση των τετραγωνικών. Παντού, σε πολυκατοικίες, μονοκατοικίες ή

μεζονέτες, η λογική ήταν η ίδια. Άρχιζε ν’ αλλάζει στα τελη της δεκαετίας του

’90 και, σήμερα, το σπίτι έχει πια αποκτήσει διαφορετικό πρόσωπο, σχεδιάζεται

και κτίζεται με άλλη λογική, πιο απλή, πιο άνετη αλλά και πιο κοντά στα

παραδοσιακά πρότυπα.

«Η “εξυπνάδα” στην κατασκευή του 2000, δεν είναι άλλη απο την… παραδοσιακή

σοφία», λέει χαρακτηριστικά ο κ. Νίκος Βρατσάνος, αρχιτέκτονας στο γραφείο

μελετών του Αλέξανδρου Τομπάζη. «Χοντροί τοίχοι, χώροι όπου συναντιέται

ολόκληρη η οικογένεια και απλοί τρόποι εξοικονόμησης ενέργειας: παράθυρα που

αφήνουν το φως να περνά, τέντες, ανεμιστήρες και φυτά».

Ακόμη και μέσα στην πόλη, το σπίτι μπορεί να είναι οικολογικό και ανθρώπινο,

αν είναι σχεδιασμένο καλά. «Αν είναι δηλαδή διαμπερές, αν έχει δύο

προσανατολισμούς, κατά προτίμηση αντιδιαμετρικούς, έτσι ώστε να είναι φωτεινό

όσο γίνεται περισσότερες ώρες της ημέρας», εξηγεί η κ. Αναστασία

Πεχλιβανίδου-Λιακατά, διευθύντρια στον Τομέα Αρχιτεκτονικού Σχεδιασμού, της

Αρχιτεκτονικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Αν η κ. Πεχλιβανίδου μπορούσε

να περιγράψει με μια μόνο λέξη την αρχιτεκτονική τάση του σήμερα, θα

χρησιμοποιούσε τη λέξη «άνεση».

Ενοποίηση χώρων

«Πράγματι, οι καινούργιοι χώροι είναι άνετοι και απλοί. Η ίδια η ζωή στο σπίτι

έχει απλοποιηθεί, οι χώροι έχουν ενοποιηθεί, κι αυτό δεν ήρθε ως αποτέλεσμα

αρχιτεκτονικής βελτίωσης αλλά της ίδιας της ανθρώπινης ανάγκης. Οι μεγάλοι

διάδρομοι που κατακερμάτιζαν τον χώρο, δεν υπάρχουν στις νέες κατασκευές.

Αντίθετα, επιχειρείται να αξιοποιηθεί και το τελευταίο τετραγωνικό, έτσι ώστε

να είναι το σπίτι λειτουργικό και άνετο. Σε σχέση με τα χρόνια της δεκαετίας

του ’80, το 2000 και το 2001, ένα διαμέρισμα μέσου κόστους σχεδιάζεται με

αυξημένα στάνταρντ. Άλλωστε και η αναλογία τετραγωνικών μέτρων ανά άτομο έχει

αυξηθεί πολύ, στα χρόνια που πέρασαν».

Σύμφωνα με τον αρχιτέκτονα – πολεοδόμο κ. Σπύρο Τσαγκαράτο, πριν από 20 ή 30

χρόνια σε κάθε άτομο αναλογούσαν περίπου 4 τετραγωνικά μέτρα ωφέλιμης

επιφάνειας μέσα στο σπίτι. Σήμερα, ο αριθμός αυτός έχει διπλασιαστεί, ενώ σε

αρκετές περιπτώσεις είναι ακόμα και τρεις φορές μεγαλύτερος. Αυτό σημαίνει οτι

στο σύγχρονο ελληνικό σπίτι κάθε άτομο έχει στη διάθεσή του απο 8 έως 12

τετραγωνικά μέτρα.

Από το 1960 έως το 1980, το σπίτι ήταν «μέσο επένδυσης», εξαιτίας του θεσμού

της αντιπαροχής. «Ελάχιστα ενδιέφερε ο σχεδιασμός του χώρου ή η ποιότητα της

κατασκευής. Ζητούμενο ήταν να δώσει κανείς το παλιό του σπίτι, μια παλιά μικρή

μονοκατοικία, συνήθως, και να αποκτήσει ένα διαμέρισμα σε πολυκατοικία»,

εξηγεί ο κ. Τσαγκαράτος. Από το 1980 μέχρι σήμερα, το σπίτι αρχίζει σταδιακά

να γυρνά πίσω στην παράδοση, στο πώς ήταν πριν από τη δεκαετία του ’60.

Γίνεται πάλι ο χώρος που εξυπηρετεί τις ανάγκες τις πυρηνικής οικογένειας, των

τεσσάρων ατόμων συνήθως. Την ίδια στιγμή, αλλάζουν πρόσωπο και οι

πολυκατοικίες.

Ο αριθμός των διαμερισμάτων ανά όροφο και των ενοίκων μειώνεται δραματικά.

Δημιουργούνται οροφοδιαμερίσματα και σπίτια πολλών τετραγωνικών, με χώρους

άνετους».

Τα υλικά

Κυρίαρχα υλικά, μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του 1980, ήταν το μπετόν και

το αλουμίνιο, που αντικατέστησε το ξύλο στα κουφώματα. Το μπετόν παραμένει

«πρωταγωνιστής» στα υλικά κατασκευής, όμως, το ξύλο έδωσε τη θέση του στο

μάρμαρο και τα πλακάκια, ενώ μια θέση στο σύγχρονο σπίτι έχει το πλαστικό

(πλαστικοποιημένο αλουμίνιο, κυρίως), το γυαλί, το υαλότουβλο.

Σημαντική διαφορά των τελευταίων χρόνων είναι το χρώμα στο σπίτι. Μέχρι

πρόσφατα επικρατούσε το γκρι και οι γήινες αποχρώσεις, ενώ, τα τελευταία πέντε

χρόνια, όπως σημειώνει ο κ. Τσαγκαράτος, κερδίζουν έδαφος οι αποχρώσεις του

μπλε και του κόκκινου.

Στόχος η αξιοποίηση ενέργειας

Στο εσωτερικό του σπιτιού υπάρχει ένας ενιαίος, οικογενειακός χώρος, στον

οποίο βλέπουν όλα τα δωμάτια. Αυτή είναι μια νέα σχεδιαστική τάση, ακόμη και

στα διαμερίσματα. Κι εδώ, κυριαρχούν το ξύλο και το μέταλλο, χρησιμοποιούνται

χρώματα μη τοξικά, ενώ έχει προβλεφθεί καλός φυσικός φωτισμός και σωστή

θέρμανση, έτσι ώστε να μην υπάρχουν ενεργειακές απώλειες

To… έξυπνο σπίτι είναι οικολογικό, άνετο και μοιάζει πολύ μ’ εκείνο το

παραδοσιακό ελληνικό. Αλλά δεν… επαναλαμβάνεται, δεν είναι ποτέ το ίδιο.

Κατασκευάζεται με διαφορετικά υλικά, έχει διαφορετικό σχεδιασμό, ανάλογα με το

οικόπεδο στο οποίο βρίσκεται, τη θέση του, τη γεωγραφική περιοχή, το κλίμα, τα

δέντρα και το γύρω περιβάλλον. «Μια από τις βασικότερες αρχές στον

βιοκλιματικό σχεδιασμό, είναι πως το κάθε σπίτι κτίζεται για το συγκεκριμένο

οικόπεδο», εξηγεί ο κ. Νίκος Βρατσάνος, αρχιτέκτων στο γραφείο του Αλέξανδρου

Τομπάζη, το οποίο έχει αναλάβει να σχεδιάσει το ελληνικό σπίτι που θα κτιστεί

στην πόλη του μέλλοντος, στο Μάλμοε της Σουηδίας, όπου, από τον Μάιο του 2001,

θα είναι έτοιμα 22 πρότυπα κτίρια κατοικίας (καθένα κατασκευασμένο κι από μια

διαφορετική ευρωπαϊκή χώρα), στα οποία θα προβάλλονται όλες οι νέες

τεχνολογίες οικολογικής δόμησης και οι σύγχρονες τάσεις και ιδέες

αρχιτεκτονικής.

«Το πρόγραμμα είναι ευρωπαϊκό και έχει στόχο, εκεί, στη Σουηδία, και στην

πρώτη ευρωπαϊκή έκθεση κατοικίας της νέας χιλιετίας, να προωθήσει την

κατασκευαστική ποιότητα και την ελαχιστοποίηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων

από τη χρήση συγκεκριμένων δομικών υλικών», εξηγεί ο υφυπουργός ΠΕΧΩΔΕ κ.

Ηλίας Ευθυμιόπουλος, ο οποίος πρόσφατα παρουσίασε τα σχέδια του ελληνικού

σπιτιού που θα κτισθεί στο Μάλμοε. Η αρχιτεκτονική του σπιτιού αυτού, τα υλικά

που θα χρησιμοποιηθούν αλλά και η λογική με την οποία επελέγησαν δίνουν μια

συνολική εικόνα για το τι σημαίνει έξυπνο σπίτι και αξιοποίηση των τεχνολογιών

εκείνων που το κάνουν «οικολογικό».

Όπως εξηγεί ο κ. Βρατσάνος, βασικά χαρακτηριστικά είναι η μεγάλη μάζα του

σπιτιού, ο όγκος από μπετόν που μειώνει στο ελάχιστο τις απώλειες ενέργειας

και η θερμομόνωση από την έξω πλευρά του σπιτιού. Σ’ ό,τι αφορά τα υλικά,

χρησιμοποιούνται αυτά με το πλέον… οικολογικό προφίλ ­ τελευταία λέξη της

τεχνολογίας. Για τη θερμομόνωση δεν χρησιμοποιείται πολυστερίνη (το

χαρακτηριστικό μπλε μονωτικό που βλέπουμε συνήθως στις πολυκατοικίες) γιατί

στην κατεργασία της εκλύονται τοξικές ουσίες, αλλά ορυκτοβάμβακας, υλικό που

κοστίζει περίπου όσο και η πολυστερίνη. Για τη θερμομόνωση της οροφής

χρησιμοποιείται υαλώδης αφρός (ένα «ποπ-κορν» απο φυσικό ανακυκλωμένο γυαλί),

το οποίο όμως είναι κατά 40% ακριβότερο από τα συμβατικά, επειδή είναι πολύ

καινούργιο στην αγορά. Τα παράθυρα είναι ξύλινα, κι όχι από αλουμίνιο, επειδή

η διαδικασία παραγωγής του αλουμινίου είναι ιδιαίτερα ενεργοβόρα ενώ η ξυλεία

που χρησιμοποιείται είναι ελεγχόμενη και οικολογική. Στα δάπεδα, τα υλικά

είναι γήινα (μάρμαρο και κεραμικά πλακάκια) ενώ όλα τα τζάμια είναι διπλά, με

χαμηλή θερμοδιαπερατότητα, έτσι ώστε να αποφεύγεται η απώλεια ενέργειας.

«Σε γενικές γραμμές, αν το σπίτι αυτό κτιζόταν στην Ελλάδα, θα είχε τα ίδια

υλικά, τον ίδιο όγκο, τα ίδια θερμομονωτικά», λέει ο κ. Βρατσάνος. «Όμως στον

σχεδιασμό του θα άλλαζαν πολλά. Θα έπρεπε, κατ’ αρχήν, να προβλεφθούν χώροι

σκιεροί, γιατί στη χώρα μας η ηλιακή ακτινοβολία είναι πολύ πιο έντονη και

γιατί έτσι θα μειώναμε την κατανάλωση ενέργειας για κλιματισμό. Επιπλέον, θα

προβλεπόταν φυσικός εξαερισμός, με παράθυρα που θα άνοιγαν, γιατί οι

θερμοκρασίες εδώ είναι σαφώς υψηλότερες και το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου, ο

καιρός είναι καλός».

Έχουμε τις πιο σύγχρονες κατασκευές σε όλη την Ευρώπη

Το σπίτι στην Ελλάδα διαφέρει κατά πολύ από αυτό σε άλλες ευρωπαϊκές πόλεις.

«Η χώρα μας βρίσκεται σε πλεονεκτική θέση σε ό,τι αφορά την ποιότητα της

κατασκευής και τον σχεδιασμό των σπιτιών», επισημαίνει ο αρχιτέκτων-

πολεοδόμος κ. Σπύρος Τσαγκαράτος.

Μόνο τέσσερα στα δέκα ευρωπαϊκά σπίτια είναι σύγχρονης κατασκευής, τη στιγμή

που στις ελληνικές πόλεις το 85% των σπιτιών είναι κατασκευασμένα με τις πιο

πρόσφατες προδιαγραφές. Και ενώ εννέα στα δέκα σπίτια στην Ελλάδα έχουν

κεντρική θέρμανση, στην Ευρώπη την «πολυτέλεια» αυτή την έχει το 70% των

σπιτιών.

Στον Έλληνα αντιστοιχεί επίσης περισσότερος χώρος μέσα στο σπίτι, απ’ ό,τι

στον Ευρωπαίο. Στο σπίτι μιας μέσης ελληνικής οικογένειας υπάρχει ένα δωμάτιο

για κάθε άτομο, ενώ η αναλογία που ισχύει στις χώρες της Ευρώπης είναι περίπου

ένα δωμάτιο ανά δύο άτομα. Και ενώ στον καθένα από τους ενοίκους ενός σπιτιού

στη χώρα μας αναλογούν 8 – 12 τετραγωνικά μέτρα ωφέλιμης επιφάνειας, ο

αντίστοιχος χώρος για τον Ευρωπαίο δεν ξεπερνά τα 6 τετραγωνικά μέτρα.

Όπως αναφέρει ο κ. Τσαγκαράτος, «σημαντικές είναι επίσης οι διαφορές που

συναντά κανείς στο ζήτημα της υγιεινής και το οποίο σχετίζεται κυρίως με τον

φυσικό και τεχνητό φωτισμό των βασικών χώρων ενός σπιτιού. Εννέα στα δέκα

ελληνικά σπίτια (και στο σύνολό τους οι σύγχρονες κατασκευές) έχουν επαρκή

φωτισμό στα υπνοδωμάτια και το καθιστικό, ενώ στην Ευρώπη μόνο το 60% των

σπιτιών πληρούν αυτή την προϋπόθεση».

Η κοινωνική λειτουργία του σπιτιού είναι μια ακόμη παράμετρος που παρουσιάζει

αρκετές διαφορές σε Ελλάδα και Ευρώπη. «Το μέγεθος των χώρων συνάθροισης είναι

αυτό που κάνει τη διαφορά. Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι η κουζίνα, το καθιστικό

ή το σαλόνι ­ τα δωμάτια όπου συνήθως συγκεντρώνονται όλα τα μέλη της

οικογένειας ­ είναι κατά μέσο όρο 20 – 25 τετραγωνικά μέτρα σε ένα μέσο

ελληνικό σπίτι, ενώ στην Ευρώπη είναι μόλις 15 τετραγωνικά,

συμπεριλαμβανομένου και του διαδρόμου που οδηγεί σε αυτά!», εξηγεί ο κ.

Τσαγκαράτος. Και προσθέτει πως «τα παραπάνω στοιχεία, σε συνδυασμό με το

γεγονός ότι τα καθιστικά όλων των ελληνικών σπιτιών έχουν φυσικό φωτισμό και

βρίσκονται σε καλή λειτουργία με τους υπόλοιπους χώρους, είναι και ο πιο

βασικός λόγος για τον οποίο δεν έχει ακόμη διασπαστεί ο κοινωνικός ιστός της

ελληνικής πόλης».

Όμως το ελληνικό σπίτι έχει και ένα μεγάλο μειονέκτημα έναντι του ευρωπαϊκού.

Αυτό σχετίζεται με τους ελεύθερους χώρους οι οποίοι λείπουν από το σύγχρονο

αστικό περιβάλλον. «Το γεγονός αυτό έχει να κάνει γενικά με την κακή υποδομή

της πόλης αλλά και με την χαμηλών απαιτήσεων αισθητική, η οποία εν μέρει

οφείλεται και στον γενικό οικοδομικό κανονισμό που επιτρέπει μεγάλη κάλυψη του

οικοπέδου και τη δημιουργία ζωνών από σπίτια σε στενούς δρόμους, τα οποία

τελικά υποβαθμίζουν το περιβάλλον», επισημαίνει ο κ. Σπύρος Τσαγκαράτος.