|
|
Ο δικομματισμός στην Ελλάδα είναι όπως ο καπιταλισμός στην υδρόγειο μονίμως
σε κρίση, κατά την άποψη των διανοουμένων, αλλά πάντοτε σε άνθηση, κατά την
άποψη της πραγματικότητας. Από τον Εμφύλιο και μετά, οι δύο μεγάλες πολιτικές
παρατάξεις της χώρας συγκεντρώνουν σε όλες τις εθνικές εκλογικές αναμετρήσεις
ποσοστά που αγγίζουν ή και ξεπερνούν το 80%. Κάτι ανάλογο αναμένεται να συμβεί
και αυτή τη φορά έτσι τουλάχιστον δείχνουν οι δημοσκοπήσεις…
Το «σπάσιμο του δικομματισμού» παραμένει άπιαστο όνειρο για τα κόμματα της
παραδοσιακής Αριστεράς, σε όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις μετά τη
μεταπολίτευση: Οι περισσότεροι θυμούνται το σύνθημα με το οποίο κατέβηκε το
ΚΚΕ στις εκλογές του ’81 ήταν το περίφημο «17% – ΚΚΕ, αλλαγή, δεύτερη
κατανομή», όπως και τις κατά καιρούς προβλέψεις των ηγεσιών της ανανεωτικής
Αριστεράς για «απελευθέρωση» των ψηφοφόρων από το σύνδρομο του δικομματισμού
και των αυτοδυναμιών. Όλες εκείνες οι προβλέψεις δεν δικαιώθηκαν ποτέ ακόμα
και η παρουσία του ενιαίου ΣΥΝ στις εκλογές του Ιουνίου του ’89, δεν απέφερε
στην παραδοσιακή Αριστερά παρά ένα 13,12%, με τον «δικομματισμό» να ξεπερνά το
85%…
Τα ίδια στοιχεία
«Όλα τα στοιχεία που έχουμε στη διάθεσή μας από τις δημοσκοπήσεις αν βεβαίως
επιβεβαιωθούν στις κάλπες δείχνουν ότι βρισκόμαστε και πάλι μπροστά σε
αυξημένη συσπείρωση των δύο μεγάλων κομμάτων, πράγμα που σημαίνει, για άλλη
μια φορά, κυριαρχία του δικομματισμού», λέει στα «ΝΕΑ» ο κ. Γ. Μαυρής της
V-PRC, για να συμπληρώσει ότι «αυτό όμως έχει να κάνει με το ίδιο το
διακύβευμα της εκλογής και όχι με τον δικομματισμό που γνωρίσαμε από τη
δεκαετία του ’80 ώς και τα μέσα του ’90, που είχε ως κύριο στοιχείο την
κοινωνική πόλωση. Πρόκειται για έναν δικομματισμό νέου τύπου, που συμβαδίζει
με τις αλλαγές που έχουν γίνει στην κοινωνία μας και στα κριτήρια των
ψηφοφόρων».
Από το 1952
Όπως και νά ‘χει, η ιστορία του σύγχρονου δικομματισμού στη χώρα μας, ξεκινά
από τις εκλογές του ’52, όταν ο Αλέξανδρος Παπάγος, με τον «Ελληνικό
Συναγερμό», επικρατεί του συνασπισμού της ΕΠΕΚ και των Φιλελευθέρων. Για όσους
έζησαν την προπολεμική πολιτική μας σκηνή, ο Συναγερμός δεν αποτέλεσε παρά τη
συνέχεια του Λαϊκού Κόμματος και της αντιβενιζελικής παράταξης του
Μεσοπολέμου. Ήταν η απάντηση στην παράταξη των βενιζελικών το αντίπαλο δέος
του κόμματος των Φιλελευθέρων. Και, φυσικά, ήταν η απόδειξη ότι ο
δικομματισμός έχει βαθιές ρίζες στη χώρα μας…
Οι βενιζελικοί και οι αντιβενιζελικοί το ’20 -’36, οι καραμανλικοί και οι
παπανδρεϊκοί στις αρχές της δεκαετίας του ’60, οι ανδρεοπαπανδρεϊκοί και οι
αντιπαπανδρεϊκοί από το ’81 ώς το θάνατο του Ανδρέα Παπανδρέου. Επεισόδια από
το ίδιο σίριαλ το ατελείωτο γαϊτανάκι του δικομματισμού στη χώρα μας.
Όταν ο Αλέξανδρος Παπάγος ίδρυσε τον Συναγερμό, το ’51, αντιμετώπισε κατ’
αρχήν στις εκλογές της 9ης Σεπτεμβρίου εκείνης της χρονιάς ένα συνονθύλευμα
κομματικών σχηματισμών, από τα απομεινάρια του Λαϊκού Κόμματος, ώς το κόμμα
των Φιλελευθέρων και την Εθνική Προοδευτική Ένωση Κέντρου. Νίκησε με 36,%,
αλλά δεν κατόρθωσε να σχηματίσει κυβέρνηση αυτό έγινε την επόμενη χρονιά,
όταν απέσπασε 49,2% απέναντι στη συνασπισμένη «δημοκρατική παράταξη», όπως θα
την αποκαλούσαμε σήμερα, που έλαβε 34,23%. Ο δικομματισμός της εποχής στο
83,5%. Η ΕΔΑ, στη δεύτερη κάθοδό της στις εκλογές, είχε λάβει το ’52 το 9,55%
ένα ποσοστό που παρά τις ειδικές συνθήκες της περιόδου, έμελλε να αποδειχτεί
σημαδιακό για την παραδοσιακή Αριστερά στη χώρα μας.
Η «ώρα του Καραμανλή»
Η περίοδος Παπάγου δεν κράτησε πολύ όπως και η παράταξη που δημιούργησε.
Είχε έλθει η «ώρα του Καραμανλή», που λένε και οι σημερινοί απόγονοι της
δυναστείας. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής δημιουργεί την ΕΡΕ αλλά κάθε δράση
δημιουργεί και αντίδραση: Αποτέλεσμα, η δημιουργία της Δημοκρατικής Ένωσης,
του προδρόμου της Ένωσης Κέντρου (με την ιδιορρυθμία της συνεργασίας της
παραδοσιακής Αριστεράς, ειδικά για τις εκλογές του ’56) και, βεβαίως, η
καθιέρωση του τριφασικού εκλογικού συστήματος, μέσω του οποίου ο Καραμανλής
σχηματίζει κυβέρνηση με 47,3%, ενώ οι αντίπαλοί του αποσπούν το 48,1%!!!
Η ΕΡΕ συνεχίζει ως παράταξη, είτε με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, είτε με τον
Παναγιώτη Κανελλόπουλο, από το ’56 ώς την 21η Απριλίου του ’67. Αντίθετα,
πρέπει να φτάσουμε στο ’61, για να μπορέσουν οι διάφοροι αρχηγίσκοι των
κεντρώων κομμάτων να τεθούν υπό τη σκέπη της Ένωσης Κέντρου, υπό την ηγεσία
του Γεωργίου Παπανδρέου.
Ακολουθούν τρεις εκλογικές αναμετρήσεις μέσα σε τέσσερα χρόνια από το ’61 ώς
το ’64. Και στις τρεις, ο δικομματισμός αλλά όχι μόνος, μιας και όλες
εκείνες οι αναμετρήσεις διεξάγονται υπό το καθεστώς της βίας και της νοθείας,
σε διαφορετικό βαθμό κάθε φορά θριαμβεύει: Στο 84,4% στις εκλογές του ’61,
στο 81,4% στις εκλογές του ’63 και στο 88% στις εκλογές του ’64, όταν η ΕΔΑ
δεν κατέβασε υποψηφίους σε ορισμένες περιφέρειες για να πριμοδοτήσει την Ένωση
Κέντρου.
Πρέπει να σημειωθεί ότι και οι δύο μεγάλες παρατάξεις εκείνης της εποχής, ως
κομματικοί σχηματισμοί είχαν πολύ πιο χαλαρούς εσωτερικούς δεσμούς από όσο οι
σημερινοί επίγονοί τους, το ΠΑΣΟΚ και η Ν.Δ. Στην πραγματικότητα, στηρίζονταν
περισσότερο στην προσωπικότητα του ηγέτη τους, σε συνδυασμό με την επιρροή των
τοπικών κομματαρχών. Μετά την επτάχρονη χούντα, τα πράγματα άλλαξαν ριζικά
μόνον τα ποσοστά του δικομματισμού παρέμειναν σταθερά…
Σταθερά; Όχι ακριβώς. Η δημιουργία του ΠΑΣΟΚ, τον Σεπτέμβρη του ’74, ήλθε προς
στιγμήν να σπάσει το μπλοκ του δικομματισμού για πρώτη φορά από το ’63, ένα
κόμμα στα αριστερά του Κέντρου, που όμως δεν ήταν η ΕΔΑ, κατακτά την τρίτη
θέση στις εκλογές με ποσοστό 13,5%. Για μία φορά, λοιπόν, το άθροισμα των
ποσοστών του Κέντρου και της Δεξιάς δεν ξεπερνά το 75%, με τη Ν.Δ., το δεύτερο
κόμμα που ίδρυσε στη ζωή του ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, να θριαμβεύει με
54,37%, λόγω των ειδικών συνθηκών της μεταπολίτευσης.
Οι πραγματικές πρώτες εκλογές μετά τη χούντα, ήταν αυτές του ’77. Σ’ εκείνες
τις εκλογές εκφράστηκε με καθαρότητα για πρώτη και τελευταία φορά, ένα
απίθανο μωσαϊκό δυνάμεων, που ήταν το αποτέλεσμα των 7 χρόνων ανυπαρξίας κάθε
πολιτικής ζωής. Σε εκείνες τις εκλογές, για πρώτη και τελευταία φορά,
εκφράστηκε με ένα 6,82% η «Δεξιά της Δεξιάς», ως Εθνική Παράταξη, ενώ η Ν.Δ.
περιορίστηκε στο 41,8% και το ΠΑΣΟΚ έδειξε καθαρά ότι η πορεία του προς την
εξουσία ήταν αναπότρεπτη, με το 25,3% που είχε λάβει. Για δικομματισμό, ούτε
λόγος αλλά, είπαμε: Ήταν οι εκλογές που κανονικά θα έπρεπε να είχαν γίνει το
’74.
Η εποχή της άνθησης
Ο δικομματισμός επανέρχεται για τα καλά από το ’81. Σε μία σειρά εκλογικών
αναμετρήσεων, οι ψηφοφόροι καλούνταν στην ουσία να δηλώσουν στην κάλπη αν
θαύμαζαν ή αν μισούσαν τον Ανδρέα Παπανδρέου, με τις δυνάμεις της παραδοσιακής
Αριστερά να περιορίζονται καθαρά στα επίπεδα του ’51 – ’52. Ο δικομματισμός
έλαβε το 83,7% το ’81, το 86,6% το ’85, το 83,3% το ’89, το 86,9% στις εκλογές
του Νοεμβρίου του ’89, το 85,5% στις εκλογές του ’90, το 86,1% στις εκλογές
του ’93. Η δημιουργία του ΔΗΚΚΙ, το ’95, και ο θάνατος του Ανδρέα Παπανδρέου
ελάχιστα έθιξαν τον δικομματισμό στις εκλογές του ’96, μιας και τα δύο μεγάλα
κόμματα κινήθηκαν στο 79,5%.
Σήμερα και τα δύο μεγάλα κόμματα έχουν τεράστιες διαφορές στην οργάνωση και τη
δομή τους από τα κόμματα – προγόνους. Μετά το ’81, για πρώτη φορά στην
ελληνική κοινωνία κυριαρχεί η έννοια της παράταξης σε αντιδιαστολή με το
κόμμα ενώ, πλέον, και οι δύο σχηματισμοί διαθέτουν ηγετικές ομάδες και
κομματικές οργανώσεις σε όλο το φάσμα της ελληνικής κοινωνίας. Μέσα από τη
συνεχή κρίση του, που διακρίνουν τα κόμματα της παραδοσιακής Αριστεράς, ο
δικομματισμός ήλθε για να μείνει…
