Ήταν καλοκαίρι του 1994 και τα επιτελεία όλων των εταιρειών δημοσκοπήσεων
βρίσκονταν επί ποδός. Τα νούμερα των γκάλοπ για τα αποτελέσματα των
ευρωεκλογών άλλαζαν από εβδομάδα σε εβδομάδα, αλλά οι προβλέψεις των ειδικών
παρέμεναν σταθερές: τα δύο μεγάλα κόμματα θα συγκεντρώσουν υψηλά ποσοστά, τα
τρία υπόλοιπα μικρά ποσοστά και τα μικρά κόμματα σχεδόν θα χαθούν. Η
πραγματικότητα διέψευσε όλες τις προβλέψεις.
|
| «Πολλοί θεωρούν, λανθασμένα, ότι οι δημοσκοπήσεις είναι πανάκεια», λέει ο Δημήτρης Μαύρος, πρόεδρος του ΣΕΔΕΑ – «Σήμερα υπάρχει συσσώρευση εμπειρίας, αλλά και αυξημένες απαιτήσεις», παρατηρεί ο Γιάννης Μαυρής της εταιρείας V.PRC
|
Το εκλογικό σώμα αποδείχθηκε ότι είχε εντελώς διαφορετική συμπεριφορά από
εκείνη που είχαν διαβλέψει οι ειδικοί. Τα μεγάλα κόμματα συγκέντρωσαν μικρά
ποσοστά, ενώ πολλά από τα μικρότερα κόμματα συγκέντρωσαν μεγαλύτερα, από τα
αναμενόμενα, ποσοστά.
Ένα χρόνο αργότερα, η αξιοπιστία των σφυγμομετρήσεων δέχθηκε και άλλο πλήγμα.
Δημοτικές εκλογές και μεταξύ των δημοσκοπήσεων, που έκαναν μεγάλες εταιρείες,
υπήρχαν ορισμένες οι οποίες προέβλεπαν ότι ο Γιάννης Παπασπύρου θα κερδίσει
στον Πειραιά και πως ο Θόδωρος Πάγκαλος δίνει μάχη πόντο με πόντο για τον Δήμο
Αθηναίων. Τα αποτελέσματα διέψευσαν και αυτές τις προβλέψεις.
Αυτά είναι δύο από τα πλέον εντυπωσιακά παραδείγματα αποτυχίας δημοσκοπήσεων,
χωρίς να είναι τα μόνα. Πολλοί παράγοντες, από τη διατύπωση των ερωτήσεων έως
τη δειγματοληψία και από τα «μοντέλα» που θα χρησιμοποιηθούν μέχρι την ανάλυση
των ποσοστών, παίζουν ρόλο-κλειδί στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος.
Και καθώς οι αριθμοί σπάνια μπορούν να μας αποκαλύψουν την ανθρώπινη
συμπεριφορά, πίσω από κάθε προσπάθεια καταγραφής της κοινής γνώμης φαίνεται
ότι κρύβονται πολλές παγίδες.
|
|
Τα τελευταία χρόνια βρισκόμαστε μπροστά σε μια «δραματική αύξηση των
δημοσκοπήσεων», παρατηρεί ο Δημήτρης Μαύρος, πρόεδρος του Συλλόγου Εταιρειών
Δημοσκοπήσεων και Έρευνας Αγοράς. «Τα κόμματα και οι πολιτικοί θέλουν τις
έρευνες αυτές, ακόμα και εάν δεν ξέρουν τι ακριβώς να τις κάνουν». Οι
πολιτικές δημοσκοπήσεις, βέβαια, παραμένουν ένα χαμηλό ποσοστό στο σύνολο των
σφυγμομετρήσεων της κοινής γνώμης, που διεξάγουν κάθε χρόνο οι 23 εταιρείες
του κλάδου της έρευνας αγοράς στη χώρα μας. Όμως, επειδή ο αριθμός των
δημοσκοπήσεων αυξάνεται ραγδαία από 7.757 το 1994 έφθασαν τις 12.558 το 1998
η αύξηση (που έφθασε το 61,9%) αφορά φυσικά και τις πολιτικές
σφυγμομετρήσεις.
Τι γίνεται όμως με την ποιότητά τους; Είναι πιο έγκυρες οι δημοσκοπήσεις
σήμερα απ’ ό,τι πριν από μερικά χρόνια; «Οι έρευνες είναι πράγματι πιο
ώριμες», λέει ο Γιάννης Μαυρής της εταιρείας V. PRC, «γιατί υπάρχει συσσώρευση
εμπειρίας. Υπάρχουν όμως και αυξημένες απαιτήσεις. Τα τελευταία χρόνια έχουν
σημειωθεί μεγάλες κοινωνικές μεταβολές σ’ ένα ευρύ φάσμα τομέων, από τον
δημογραφικό έως τον ιδεολογικό. Έτσι, ενώ έχουμε μεγαλύτερη εμπειρία, το
αντικείμενο της πολιτικής έρευνας έχει δυσκολέψει. Αυτό ενέχει μεγαλύτερο
κίνδυνο λάθους από ό,τι το 1996».
|
|
Ένα από τα σημαντικότερα σημεία των δημοσκοπήσεων είναι τα στοιχεία για τον
πληθυσμό, έτσι όπως δίνονται από τις επίσημες απογραφές. Αν σκεφθούμε ότι
βρισκόμαστε μόλις έναν χρόνο πριν από την επόμενη απογραφή, θα
συνειδητοποιήσουμε ότι όλες οι σφυγμομετρήσεις της κοινής γνώμης θα γίνουν
φέτος με βάση την απογραφή του 1991, δηλαδή μία δεκαετία πριν, μία δεκαετία
στην οποία σημειώθηκαν μεγάλες αλλαγές στην κοινωνική ζωή του τόπου.
Παραμένουν τα ποσοστά των αγροτών ή των μικροβιοτεχνών στα ίδια επίπεδα; Και
αν όχι, όπως είναι πολύ πιθανόν, ποια θα πρέπει να είναι η στατιστική
προσέγγιση των συγκεκριμένων ομάδων; «Καμία εταιρεία δεν μπορεί, ό,τι
εκτιμήσεις και αν κάνει, να υποκαταστήσει την απογραφή», συμπληρώνει ο κ.
Μαυρής. «Έτσι, χρησιμοποιούμε στοιχεία που ξέρουμε ότι είναι λάθος, όπως για
παράδειγμα στις αγροτικές περιοχές όπου έχουν σημειωθεί σημαντικές αλλαγές.
Πώς θα σταθμίσουμε το δείγμα από μια τέτοια περιοχή; Πολύ κατά προσέγγιση».
|
|
Όμως υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που φαίνεται ότι δεν συμβάλλουν στην
αξιοπιστία των δημοσκοπήσεων. «Αυτήν τη στιγμή βρισκόμαστε σ’ ένα κρίσιμο
σημείο», παρατηρεί ο κ. Μαύρος της εταιρείας MRB. «Ήδη έχει αρχίσει να
διαμορφώνεται ένα νέο προφίλ του Έλληνα και να γίνεται πολύ απρόβλεπτος. Οι
ποιοτικές έρευνες μάς δείχνουν ότι οι Έλληνες πλέον είναι διατεθειμένοι να
πάρουν πολλά ρίσκα, να δοκιμάσουν καινούργια πράγματα, είναι ανοιχτοί στις
αλλαγές, όπως ποτέ πριν και είναι αποφασισμένοι να ξεφύγουν από τη μιζέρια του
παρελθόντος. Εάν αυτή η τάση συνεχισθεί, τότε θα αντιμετωπίσουμε σοβαρά
προβλήματα στη διενέργεια των δημοσκοπήσεων και στα αποτελέσματά τους εάν δεν
κάνουμε μεθοδολογικές προσαρμογές. Σε αυτό συμβάλλουν αρκετοί παράγοντες, όπως
π.χ. το γεγονός ότι τα κόμματα μέσα από τις δημοσκοπήσεις έχουν αφουγκραστεί
τις επιθυμίες του πολίτη και έτσι προσαρμόζουν τα μηνύματά τους σε σημείο που
να μοιάζουν πολύ μεταξύ τους».
Εκτός όμως από τα καινούργια προβλήματα που καλούνται να αντιμετωπίσουν οι
εταιρείες δημοσκοπήσεων στη χώρα μας, ακόμα σημαντικότερη παραμένει η
λανθασμένη αντιμετώπιση των σφυγμομετρήσεων της κοινής γνώμης. «Οι απαιτήσεις
για την ακρίβεια των δημοσκοπήσεων είναι υπερβολικές στην Ελλάδα», λέει ο κ.
Μαυρής. «Πρώτον, τις υπερεκτιμούμε και δεύτερον, έχουμε μικρή εξοικείωση μαζί
τους». Όλοι όσοι ασχολούνται με τις έρευνες γνωρίζουν ότι ακόμα και μία
ακριβής αποτύπωση της ισχύουσας κατάστασης σε μια δεδομένη στιγμή, διέπεται
από όλα τα τεχνικά και μεθοδολογικά προβλήματα που καλείται να αντιμετωπίσει
μία δημοσκόπηση.
Η ΔΗΜΟΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ
Είναι σαν να προσθέτεις μήλα με πορτοκάλια
Η δημοτικότητα των πολιτικών είναι ένας πίνακας που συχνά εμφανίζεται στις
δημοσκοπήσεις και χρησιμοποιείται άλλοτε ως διαπραγματευτικό χαρτί, άλλοτε ως
υπόδειγμα για τη συμπεριφορά των πολιτικών και άλλοτε ως πολιτική υποθήκη. Τι
είναι όμως αυτή η περίφημη «δημοτικότητα»; Σύμφωνα με τους ειδικούς είναι μια
απο τις πιο απατηλές ερωτήσεις.
Είναι σαν να προσθέτεις μήλα με πορτοκάλια. Βάζοντας μαζί οτιδήποτε μπορεί να
θεωρήσει ο καθένας δημοτικότητα αφού δεν υπάρχουν ενιαία κριτήρια για όλους
καταλήγεις σ’ ένα τυχαίο άθροισμα. Η δημοτικότητα μπορεί να σημαίνει για τον
καθένα εντελώς διαφορετικά πράγματα. Το εάν ο τάδε πολιτικός είναι ωραίος,
συμπαθητικός, εάν γελά συχνά, εάν εμφανίζεται πολλές φορές στην τηλεόραση, εάν
είναι ικανός να κυβερνήσει, εάν δεν διαφωνεί με τη γραμμή του κόμματος ή εάν
λέει αστεία. Για ένα άτομο με μεγάλο πολιτικό ενδιαφέρον είναι διαφορετικά τα
κριτήρια απ’ ό,τι για κάποιον που δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για την πολιτική
και μπορεί να πει το πρώτο όνομα που του έρχεται στο μυαλό, το οποίο
συμπτωματικά μπορεί να είναι αυτός που είδε την προηγούμενη μέρα στην
τηλεόραση.
Ακόμα και όταν η ερώτηση για τη δημοτικότητα περιλαμβάνει άλλες ερωτήσεις στις
οποίες αναφέρονται οι ικανότητες (π.χ. «γνωρίζει τα προβλήματα της χώρας»,
«έχει ηγετικά προσόντα» κ.λπ.), η περιγραφή των «αρετών» γίνεται τόσο αόριστα
ώστε είναι προφανές ότι η «βαθμολογία» έχει διαφορετική σημασία για τον κάθε
ερωτώμενο και ότι ο μέσος όρος εξαλείφει τις ουσιώδεις διαφορές.
Μήπως, τελικά, όπως έχουν παρατηρήσει ειδικοί εδώ και δεκαετίες, οι μαζικά
συμπίπτουσες απαντήσεις στο θέμα της δημοτικότητας των πολιτικών, δεν
φανερώνουν τίποτα περισσότερο απο μια χωρίς νόημα συμφωνία με τα κοινωνικά
στερεότυπα;



