Πονάω και κρυώνω, κρυώνω αφόρητα. Κι έπειτα ζεσταίνομαι, ιδρώνω, το
χειρότερο είναι που το μυαλό δεν παύει να λειτουργεί, απλώς λειτουργεί
παραισθησιακά, διογκώνει την ερήμωση και το αδιέξοδο, φωτίζει σαν το παρόν
μνήμες χαμένες, όταν ήμουν μικρή ήθελα κάθε φορά που αρρώσταινα μπανάνες, δεν
μου έφερναν πάντα, γιατί άραγε, δεν βρήκε λέει ο μπαμπάς, μετά σιχάθηκα και
τις μπανάνες και τα φρούτα εν γένει, την ψυχή μου για ένα τσιγάρο, όχι, δεν
γίνεται, έχει κάτσει πάνω στο στήθος μου αυτό το τέρας και δεν μ’ αφήνει να
αναπνεύσω, ποιος σου ‘πε κορίτσι μου πως όποιος σ’ ακουμπά σ’ αγαπά κιόλας,
πήγαινε στην επόμενη παραίσθησή σου, όταν είσαι ξύπνια τη λες ψευδαίσθηση…
Τα χεράκια της μαγισσούλας χαϊδεύουν τα μάγουλά μου, «μανούλα, σ’ αγαπάω», κι
εγώ, μωρό μου, γι’ αυτό δεν θέλω να με ακουμπάς, άδικος κόπος, ούτε εσένα δεν
μπορώ να προστατέψω, μετά παραμιλάς από τον πυρετό κι εγώ δεν μπορώ να σε
φροντίσω, πονάω κι ο πόνος δεν μ’ αφήνει να χαθώ, να κλείσω όλα τα κουτάκια…
Η φωνή του μάγου φθάνει στα αυτιά μου διαθλασμένη, κάτι που μοιάζει με νερό
παρεμβάλλεται, δεν πειράζει, έτσι κι αλλιώς πάντα κάτι παρεμβάλλεται, κάνε ότι
δεν καταλαβαίνεις, «μπορεί να είναι η κάθαρση» μού λέει και μπορεί να έχει
δίκιο, πάντα έχει δίκιο κι αυτό με κουράζει, Χριστέ μου, πόσο με κουράζει, εγώ
θέλω μονάχα μια αγκαλιά ή να χαθώ ή και τα δυο, από πότε οι μάγοι έγιναν τόσο
λογικοί, δεν ξέρω…
Κι έπειτα, ανάμεσα 39 και 40, βλέπω ρυτίδες και άσπρες τρίχες, δεκαετίες και
μητρότητα, αλλά εγώ φωνάζω όπως και τότε, την εποχή των μπανανών: τη μαμά μου
θέλω μόνο τη μαμά μου…






