Ο κοινωνικός και πνευματικός ρόλος που, φύσει και νόμω, κατέχει στην Ελλάδα
η θρησκεία, και άρα και η Εκκλησία, αποτελεί αντικειμενικό, δηλαδή
αναμφισβήτητο, γεγονός. Ο πολιτικός όμως, με την ευρεία έννοια, λόγος, που με
διαρκώς αυξανόμενο ζήλο διατυπώνει τελευταία, αποτελεί στην ουσία πράξη
θεσμικής παρέκβασης, που δεν μπορεί να μείνει ασχολίαστη.
Η τελευταία εικονογράφησή της ήταν το, ομόφωνο μάλιστα, «όχι» των εκπροσώπων
της Ιερής Κοινότητας του Αγίου Όρους στο ενδεχόμενο επίσημης επίσκεψης του
Πάπα στη χώρα μας. Εκπλήσσει, ή θα ‘πρεπε να εκπλήσσει, καταρχήν, η
πρωτοβουλία του συγκεκριμένου οργάνου καθαυτή. Γιατί το καθεστώς του Αγίου
Όρους είναι, χάρις στη συμπερίληψη και κατάστρωσή του στο Σύνταγμα (άρθρο
105), ειδικό, προνομιακό και παγιωμένο και τα όργανα διοίκησής του, δηλαδή
αφενός η Ιερή Κοινότητα για το «πνευματικό» μέρος και αφετέρου ο διοικητής του
για το «διοικητικό» μέρος, αποτελούν όχι βέβαια κρατικά, αλλά ενταγμένα στην
επίσημη έκφανση του Κράτους όργανα. Πάγιος δε κανόνας λειτουργίας όλων των
παρόμοιων οργάνων είναι ο κανόνας της αρμοδιότητας: η δράση περιορίζεται στα
όρια που θέτουν ο νόμος ή το Σύνταγμα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η Ιερή
Κοινότητα διαθέτει από τον ίδιο τον ανώτατο νόμο της χώρας, που χαρακτηρίζει
το Άγιον Όρος ως «αυτοδιοίκητο τμήμα του Ελληνικού Κράτους», την αρμοδιότητα
να διοικεί, δηλαδή να μιλά και να αποφασίζει χωρίς επεμβάσεις για θέματα που
αφορούν τα του οίκου της και μόνο γι’ αυτά. Όμως εδώ οι εκπρόσωποι του Αγίου
Όρους «γνωμοδότησαν» για το γενικό ζήτημα της παρουσίας του εκπροσώπου της
Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας στην Ελλάδα και τάχθηκαν εναντίον της προσέλευσής
του όχι μόνο εντός της αυτοδιοικούμενης περιοχής τους αλλά εντός ολόκληρης της
ελληνικής επικράτειας. Φυσικά η έκφραση γνώμης, για ένα ζήτημα μάλιστα που
σχετίζεται με την εκκλησιαστική δράση, είναι ελεύθερη. Το αυτόκλητο, όμως, το
γενικευτικό και το οιονεί παρεμβατικό αυτής της έκφρασης δημιουργούν
προβληματισμό για το κατά πόσο σέβεται τα όρια ανάμεσα στον «πνευματικό» και
τον «κοινό» λόγο και πάντως παραπέμπουν ευθέως στον τρόπο δημόσιας
δραστηριοποίησης του νέου προκαθημένου της Ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Όσοι και στον επιστημονικό τουλάχιστον χώρο δεν ήταν λίγοι ούτε άφωνοι
ανησυχούσαν για την «εκκοσμίκευση» του λόγου του Αρχιεπισκόπου, για την
υπόγεια ταύτιση της Ορθόδοξης Εκκλησίας με το έθνος και της εκκλησιαστικής
πολιτικής με την κρατική πολιτική, έχουν πλέον λόγο να ανησυχούν διπλά: ο
λόγος αυτός διαχέεται, βρίσκει μιμητές. Η αιτιολογία της αρνητικής απόφανσης
των ηγουμένων του Αγίου Όρους είναι πράγματι σχεδόν αποκλειστικά στηριγμένη σε
καθαρά «κοσμικά» πολιτικά είναι η ορθότερη έκφραση κριτήρια και
συσχετισμούς. Ο Πάπας δεν είναι καλοδεχούμενος, γιατί αποβλέπει «στη διατήρηση
στρατηγικού πλεονεκτήματος» έναντι της Ορθοδοξίας διαμέσου της πραγματοποίησης
«μιας ηγεμονικής περιοδείας», έμμεσος σκοπός της οποίας είναι και η «αθέμιτη
προσπάθεια διείσδυσης του παπισμού στον ορθόδοξο κόσμο». Ότι η σχέση των
θρησκειών και των δογμάτων αποτελεί, πέρα από πνευματική, και πολιτική
διαπάλη, στην οποία χρησιμοποιούνται εκατέρωθεν τα γνωστά όπλα της πολιτικής:
η ισχύς, η διπλωματία, η εξαπάτηση, είναι βέβαιο. Ότι όμως η αντιπαλότητα αυτή
θα αποτελούσε επιχείρημα για την άρνηση του ίδιου του πυρήνα της χριστιανικής
θρησκείας, που είναι η ανοχή, η κατανόηση και η φιλοξενία, είναι κάτι που δεν
μπορεί παρά να θλίβει και πρώτα απ’ όλα τους ίδιους τους πιστούς. Η ψυχή
μένει αχόρταστη αν ανάμεσα στην πίστη και το δόγμα κυριαρχεί ανελέητα το δεύτερο.
Για όποιον, τέλος, πιστεύει, όπως ο γράφων, ότι ο χριστιανισμός είναι μια
δύναμη που μπορεί να βγάλει το καλό μέσα από τον άνθρωπο, και που έχει βιώσει
το καλό αυτό στη συμπεριφορά των μοναχών του Αγίου Όρους, είναι ακόμα
δυσκολότερο να κατανοήσει οποιαδήποτε ροπή της Εκκλησίας στη μισαλλοδοξία.
Ο μύθος θέλει έναν ηγούμενο του Όρους να φιλοξενεί το φονιά του αδελφού του. Η
θρησκεία έχει χρέος να παλέψει για να διατηρηθεί η υποδοχή του ξένου, του
διαφορετικού, ακόμα και του «εχθρού», ως θεμελιώδες ανακλαστικό της ελληνικής
ψυχής. Ο φόβος του άλλου μόνο φόβο της προσωπικής σου αλήθειας μπορεί να κρύβει.
Ο δικηγόρος Κώστας Β. Μποτόπουλος είναι διδάκτωρ του Συνταγματικού Δικαίου.






