Η βιολογία του στρες είναι ένα από τα μυστήρια του ανθρώπινου οργανισμού.
Το βέβαιο είναι η αλληλεπίδραση του ανοσοποιητικού και του νευρικού
συστήματος.
|
|
Αν οι επιστήμονες κατανοήσουν πλήρως πώς επικοινωνούν μεταξύ τους αυτοί οι δύο
βιολογικοί μηχανισμοί, ίσως εξηγήσουν γιατί το υπερβολικό στρες θέτει σε
κίνδυνο την υγεία.
Το 1936, στο Μόντρεαλ, ο νεαρός γιατρός Χανς Σελ, θέλοντας να μελετήσει τη
δράση μιας ουσίας, τη χορηγεί με ένεση σε ποντίκια και συγκρίνει τα
αποτελέσματα με μια άλλη ομάδα πειραματόζωων, στα οποία κάνει ενέσεις με
αλατόνερο. Προς μεγάλη του έκπληξη διαπιστώνει ότι και οι δύο ομάδες
παρουσιάζουν τα ίδια συμπτώματα: έλκος στομάχου, ανεπάρκειες του
ανοσοποιητικού συστήματος, υπερτροφία των επινεφριδίων. Ο νεαρός γιατρός δεν
αργεί να μαντέψει ότι κοινή αιτία αυτών των συμπτωμάτων ήταν οι
επαναλαμβανόμενες ενέσεις. Για να επιβεβαιώσει τη θεωρία του, υποβάλλει τα
ποντίκια σε κάθε είδους βασανιστήρια: πολύ υψηλές ή χαμηλές θερμοκρασίες,
τοξικές ουσίες, έντονους θορύβους. Και διαπιστώνει ότι κάθε φορά εμφανίζονται
τα ίδια συμπτώματα.
Η φυσιολογία του στρες είχε γεννηθεί και μαζί της ένα από τα πιο πολύπλοκα
αινίγματα της βιολογίας: οι σχέσεις ανάμεσα στο σώμα και την ψυχή ή, πιο
συγκεκριμένα, η αλληλεπίδραση του ανοσοποιητικού και του νευρικού συστήματος.
Το πρώτο αντιδρά αυτόματα στην παρουσία παθογόνων παραγόντων για να αποτρέψει
την εξέλιξη μιας ασθένειας, ενώ το δεύτερο προκαλεί στρεσογόνους αντιδράσεις
μπροστά στον κίνδυνο. Καθένα με τον τρόπο του συμβάλλει στη διατήρηση της
ισορροπίας στον οργανισμό. Και, όπως επιβεβαιώθηκε τα τελευταία χρόνια, το ένα
δεν λειτουργεί χωρίς το άλλο. Μόνο που πρέπει ακόμη να καταλάβουμε πώς και
γιατί οι άνθρωποι είναι λίγο πολύ ευάλωτοι στις ασθένειες που οφείλονται στο στρες.
Εγκέφαλος – ορμόνες
Κίνδυνοι, δοκιμασίες, σοβαρές καταστάσεις: σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, ο
εγκέφαλος δίνει το σύνθημα της επείγουσας ανάγκης. Εκκρινόμενες από τον
υποθάλαμο και την υπόφυση, ορισμένες ορμόνες διεγείρουν την παραγωγή από τα
επινεφρίδια της βασικής ορμόνης του στρες, της κορτιζόλης. Η κορτιζόλη με τη
σειρά της αυξάνει τη συχνότητα των καρδιακών συσπάσεων και την ευαισθησία των
αιμοφόρων αγγείων σε ορισμένους νευροδιαβιβαστές, όπως την αδρεναλίνη.
Ταυτόχρονα, επενεργεί επί του ανοσοποιητικού συστήματος, για να αποτρέψει την
δράση του.
Μπροστά σε επικίνδυνη κατάσταση, το στρες κινητοποιεί για καλό σκοπό όλες
τις δυνάμεις του οργανισμού. Αντίθετα, όταν το στρες γίνεται χρόνιο,
καταναλίσκει ενέργεια που πηγαίνει χαμένη. Και η έκκριση κορτιζόλης μπορεί να
αποδειχθεί ολέθρια σε ορισμένες παθολογικές καταστάσεις. Αυξάνοντας π.χ. τα
επίπεδα σακχάρου στους διαβητικούς και την πίεση στους υπερτασικούς ή ακόμα
και επιδεινώνοντας την κατάσταση των πασχόντων από κατάθλιψη.
Μπορεί όμως να ελέγξει κανείς τη νευρικότητα και το άγχος του; Σε κάποιο βαθμό
οι αντιδράσεις του στρες μπορούν να τεθούν συνειδητά υπό έλεγχο. Το ξεκίνημα
αυτών των αντιδράσεων είναι εν μέρει ενστικτώδες και η έντασή τους ποικίλλει
από άνθρωπο σε άνθρωπο. Θέμα κληρονομικότητας; Περιβάλλοντος; Λίγο και από τα
δύο, χωρίς αμφιβολία. Ένα μόνο είναι βέβαιο: η ατομική αντίσταση στο στρες
καθορίζει εν μέρει και την αντίσταση σε ορισμένες ασθένειες, κυρίως φλεγμονώδεις.
Οι επιστήμονες ελπίζουν ότι, αν μπορέσουν κάποτε να ξεμπλέξουν το περίπλοκο
κουβάρι των αλληλεπιδράσεων ανάμεσα στο νευρικό και το ανοσοποιητικό σύστημα,
θα είναι σε θέση να κατανοήσουν καλύτερα και επομένως να προσφέρουν πιο
αποτελεσματική θεραπεία πολλές παθήσεις, από τη σκλήρυνση κατά πλάκας και
την αρθρίτιδα μέχρι την οστεοπόρωση και το AIDS, και από την κατάθλιψη και το
έκζεμα μέχρι το άσθμα και τον καρκίνο.
