­ «Θα σας στενοχωρούσε αν τα βιβλία σας δεν είχαν εμπορική επιτυχία;» ­

«Ναι, θα με στενοχωρούσε, επειδή καταρχήν το αγαπώ αυτό που κάνω και θέλω να

το μεταδώσω. Ό, τι κάνω, σας λέω, δεν το κάνω εν ψυχρώ, το κάνω με πάθος.

Δηλαδή αυτά τα θέματα που διαλέγω τα αγαπώ πάρα πολύ για να ξεκινήσω να τα

κάνω και ελπίζω να μεταδώσω αυτή την αγάπη, να δει ο άλλος με τον τρόπο που

είδα εγώ και να τ’ αγαπήσει». Η Λίζα Έβερτ έχει ένα πάθος με τον Ελληνισμό που

χάνεται. Ίσως και να βρίσκεται κρυμμένο στα γονίδια που της κληρονόμησε ο

φιλέλληνας πατέρας της, ο Ευγένιος Βάντερπουλ, ένας Αμερικανός ολλανδικής

καταγωγής, που αφού αποφοίτησε από το Πρίνστον ήρθε στην Αθήνα για να

ολοκληρώσει τις σπουδές του στην αρχαιολογία. Έπαθε, όμως, έναν έρωτα με την

Ελλάδα, που δεν ήθελε να φύγει. Και τελικά έμεινε όλη του την ζωή και πέθανε

στην Ελλάδα. Στη χώρα που λάτρεψε, γεννήθηκε μία από τις κόρες του, η Λίζα

Έβερτ, η οποία ξεκίνησε πριν από δεκαπέντε χρόνια να καταγράφει φωτογραφικά

ό,τι απέμεινε από τις μεγάλες στιγμές του Ελληνισμού, γύρω από τη Μεσόγειο και

την εγγύς Ανατολή. Με το ίδιο πάθος που έκανε τον πατέρα της να αναγνωρίσει

στην Ελλάδα τον τόπο του, η κ. Έβερτ ταξιδεύει αποτυπώνοντας τη δική της

συγκίνηση της ανακάλυψης σε μέρη ελληνικά και μεταφέρει τις εντυπώσεις τις

μέσα από τα βιβλία – οδοιπορικά.


Σπάνια φωτογραφίζεται. Προτιμά να είναι πίσω από τον φακό καταγράφοντας

μνημεία και στιγμές του Ελληνισμού που εκλείπει…

ΩΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ κατορθώνει πάντα να «γλιστράει» από τον φωτογραφικό φακό.

Υπολογίζει τη γωνία και βρίσκεται εγκαίρως στο περιθώριο της εικόνας. Σπάνια

θα δει κανείς τη Λίζα Έβερτ στο ίδιο κάδρο με τον Μιλτιάδη Έβερτ ­ και ας

βρίσκονται στον ίδιο χώρο.

«Δεν έχω φωτογένεια, βγαίνω σαν τέρας, γενικά δεν μου αρέσει να

φωτογραφίζομαι», απαντά αυθόρμητα. «Γενικά υπάρχουν πολλές κυρίες στις

φωτογραφίες, που δεν έχουν σύζυγο πολιτικό, μόνο που εγώ δεν προσπάθησα να

προβληθώ μέσω του συζύγου μου. Όταν ο Μίλτος ήταν αρχηγός έδινα συνεντεύξεις,

αλλά όσο λιγότερο μπορούσα. Γιατί είναι κάτι που δεν είμαι πολύ άνετη και το αποφεύγω».

Απογευματάκι στο διαμέρισμα της οδού Λυκείου. Σχεδόν πίσω από του Μαξίμου, σε

απόσταση αναπνοής από το Προεδρικό Μέγαρο. Δύο λεπτά πριν από το ραντεβού

χτυπάω το κουδούνι. Μου ανοίγει η ίδια.

ΤΑ ΖΩΑ

Το διαμέρισμα έχει χρώμα ανατολής. Έπιπλα από σκαλιστό ξύλο, παλιές κασέλες,

ασημικά, συλλογές σε βιτρίνες, ελαιογραφίες και βυζαντινές εικόνες,

βαθυκόκκινα χαλιά, τεράστιους καθρέφτες, φρέσκα λουλούδια και ένα κλουβί με

μια… μάινα σιωπηλή! Κατά καιρούς σε αυτό το κλουβί έχουν φιλοξενηθεί και

παπαγαλάκια και ωδικά πτηνά, ενώ γενικώς στο διαμέρισμα κυκλοφορούσαν τα

αγαπημένα σκυλιά του πρώην αρχηγού της Νέας Δημοκρατίας, μέχρι που η κ. Λίζα

Έβερτ ήρθε σε απόγνωση και ζήτησε ­ «πιστέψτε με, δεν γινόταν αλλιώς» ­ τα ζώα

να «περιοριστούν» στο Πικέρμι. Μοναδική εξαίρεση το μπουλντόγκ που γενικά

είναι καλόβολο.

Πάνω στο γυάλινο τραπεζάκι που βρίσκεται ανάμεσα από δύο λευκούς καναπέδες,

δεν υπάρχει ούτε ένα από τα φωτογραφικά οδοιπορικά της Λίζας Έβερτ ούτε

παρατηρεί κανείς στις κονσόλες φωτογραφίες με υπογραφή. Σε ένα μικρό πιατάκι

μπουκιές από κουραμπιεδάκια ­ «πρέπει οπωσδήποτε να δοκιμάσετε» ­ δίπλα σ’ ένα

φλιτζάνι τσάι υπογραμμίζουν τη φιλόξενη διάθεση, ενώ μια φράση της γνωστής,

για τη φωτογραφική αποτύπωση των κέντρων του Ελληνισμού, φωτογράφου θυμίζει τη

δική μου αμέλεια, που βασίζομαι στις αρετές ενός και μόνο κασετόφωνου: «πάντα

έχω μαζί μου δύο μηχανές και μία ηλεκτρονική για ασφάλεια. Ποτέ δεν

ξέρεις…», λέει η συνομιλήτριά μου, αλλά είναι πλέον αργά για εμένα, η

συνέντευξη έχει αρχίσει.

Της αρέσει να διαβάζει συνεντεύξεις προσώπων που την ενδιαφέρουν. Φωτογράφων,

συγγραφέων, γενικά ανθρώπων που είναι στην επικαιρότητα. Την ενδιαφέρει να

μάθει πώς ξεκίνησε κάποιος να δραστηριοποιείται στον χώρο του, γιατί ασχολείται.

ΤΟ ΓΡΑΨΙΜΟ

Η ίδια ξεκίνησε να ασχολείται με τη φωτογραφία μια εποχή που έψαχνε γενικά να

ανακαλύψει έναν τρόπο έκφρασης. «Μου άρεσε και εξακολουθεί να μου αρέσει και

το γράψιμο. Όταν πήγαμε, όμως, με μια φίλη μου σε σχολή φωτογραφίας,

διαπίστωσα πως αυτό με τραβάει πολύ. Μας ενέπνευσε και ο καθηγητής, ήταν ο

Άλκης Ξανθάκης και γενικά επηρεαστήκαμε από τα έργα μεγάλων φωτογράφων, που

γενικά δεν τα βλέπουμε. Βλέπουμε τα έργα μεγάλων ζωγράφων και υπάρχουν

χιλιάδες βιβλία, αλλά των φωτογράφων πρέπει να ψάξεις για να τα βρεις. Έτσι

ξεκίνησα και άρχισα να ανακαλύπτω μια άλλη πλευρά της φωτογραφίας, που με

τράβηξε παρά πολύ και ήθελα να μάθω να τυπώνω και άνοιξα ένα στούντιο. Για

πολλά χρόνια τύπωνα τα μαυρόασπρα τα δικά μου. Είχα στούντιο στο υπόγειο του

σπιτιού. Μετά έκανα μερικές εκθέσεις και άρχισα τα ταξίδια». Ήταν πριν από 14 χρόνια.

Έχει γυρίσει με τις φωτογραφικές της μηχανές όλη την Τουρκία, τη Συρία, την

Αίγυπτο, την Αλβανία, αλλά και την Ελλάδα. Η ματιά της ψάχνει μέσα από τον

φακό να συγκρατήσει έναν Ελληνισμό που χάνεται, «ψάχνω να βρω ανθρώπους

αυθεντικούς στον χώρο τους», να συνεισφέρει στη διατήρηση της μνήμης. Στις

εικόνες της ο ουρανός είναι γαλάζιος και οι πέτρες πολύ παλιές. Δεν θα την δει

κανείς με τα κλασικά «αξεσουάρ» των φωτογράφων, το γιλέκο με τις δεκάδες

τσέπες, μποτάκια και παντελόνι. Προτιμά να παραμένει θηλυκή, την βολεύουν

περισσότερο οι μακριές φούστες. Έχει χρειαστεί πολλές φορές να σκαρφαλώσει και

να περπατήσει σε όχι και τόσο εύκολες περιοχές, να μείνει σε συνθήκες

μηδενικών αστέρων φιλοξενίας. Ίσως κάποια μέρα η κ. Έβερτ γράψει ένα βιβλίο με

αυτές ακριβώς τις περιπέτειες.

ΤΑ ΤΑΞΙΔΙΑ

Από τα κρατικά ξενοδοχεία της Αλβανίας, μέχρι την ακτοπλοϊκή σύνδεση των

μικρών νησιών της Ελλάδας, και από τον Πόντο μέχρι τα χωριά των Καλάς. Στα

ταξίδια της κουβαλάει τα ελάχιστα δυνατά πράγματα. Προτεραιότητα έχουν τα

σύνεργα της φωτογραφίας, μετά τα είδη πρώτης ανάγκης, όπως για παράδειγμα

ορισμένα φάρμακα, και… αν περισσέψει χώρος τα υπόλοιπα.

«Νομίζω πως ήμουν η πρώτη που μπήκα στην Αλβανία για να φωτογραφίσω, εκτός από

όσους κάνουν ρεπορτάζ για τα γεγονότα. Συνολικά έκανα 15 ταξίδια στην Αλβανία,

την γύρισα όλη για να φωτογραφίσω όλα τα ελληνικά σημεία από την αρχαιότητα

μέχρι τα βυζαντινά. Και από όλα αυτά βγήκε ένα βιβλίο με τίτλο “Αλβανία, η

χώρα του Πύρρου”, και μάλιστα μετάνιωσα κάπως για τον τίτλο γιατί πολλοί

νόμιζαν ότι αναφέρομαι στον Πύρρο Δήμα, ενώ υπήρξαν και κάποιοι που το

συνέδεσαν με τη… Γη του Πυρός (!)».


Λίζα και Μιλτιάδης Έβερτ. Γνωρίστηκαν ρομαντικά έναν Αύγουστο στο Πικέρμι και

από τότε μοιράζονται τη ζωή τους. Μαζί απέκτησαν δύο κόρες, την Ιλεάνα και την

Αλεξία (φω

τό από στιγμιότυπο παιδικών γενεθλίων)

Σ’ ΑΥΤΗ την εκκλησία δεν μπορούσε να πάει ούτε με άλογο. Το χιόνι έφτανε μέχρι

τα γόνατά της ­ και η κ. Έβερτ είναι ψηλή γυναίκα. Με τις γαλότσες στα πόδια

όμως συνέχισε να περπατάει μέχρι την παλιά εκκλησία κοντά στο Καλο-Αγορατζί.

Οδηγός της μια Βορειοηπειρώτισσα δασκάλα, η Βαλεντίνη.

Στην Αλβανία, «την πιο δύσκολη και επικίνδυνη χώρα που επισκέφΘηκε», πήγε

πρώτη φορά με αποστολή του Ερυθρού Σταυρού. Μετά όμως, μόνη της. «Έμενα σε

κάτι ξενοδοχεία κρατικά, από αυτά που είναι πολύ συνηθισμένα στις χώρες του

πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού. Από αυτά με τα σπασμένα τζάμια, χωρίς νερό ή μόνο

κρύο νερό. Ήσουν πολύ τυχερός αν έβρισκες ζεστό νερό. Μου έτυχε να μείνω σε

κάτι ξενοδοχεία τελείως άδεια. Ένα τεράστιο κτίριο με δέκα ορόφους στο

Τεπελένι και ήμουν η μόνη ένοικος. Θυμάμαι που έλεγαν ότι νερό είχε μόνο από

τις 5 έως τις 7 το πρωί και άφηνα τη βρύση μονίμως ανοιχτή για ν’ακούσω το

νερό να τρέχει και να προλάβω να πλυθώ».

­ Κι ο φόβος;

«Ο φόβος πάντα υπήρχε. Ακούμε τη λέξη Αλβανός και έχουμε στο μυαλό μας κάτι

αρνητικό, αλλά πρέπει να σας πω ότι σε όλα τα ταξίδια δεν μου έτυχε μια φορά

να έχω κακές εμπειρίες. Και δεν νομίζω πως ήταν τύχη. Βέβαια τώρα δεν θα το

συνιστούσα σε κανέναν. Ίσως ήμουν και τυχερή, δεν με ήξεραν, πήγαινα πάντα με

αλβανικό ταξί. Κι όχι μόνο δεν με ενόχλησαν, αλλά ήταν έτοιμοι να με

βοηθήσουν, ιδιαίτερα στο να βρω κάποια μέρη που μόνο εγώ τα ήξερα, δεν ήταν

σημειωμένα σε κανένα χάρτη. Κι αυτό γιατί ποτέ δεν τους ενδιέφερε να τα

ψάξουν, να φροντίσουν να τα γνωρίσουν».

Η ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΑ

Για τη Λίζα Έβερτ το πρώτο ταξίδι καταγραφής του Ελληνισμού ήταν ο Πόντος. Η

ίδια περιγράφει τον τόπο σαν μια μυθική χώρα. Η Τραπεζούντα χαμένη μέσα στις

ομίχλες και τα επιβλητικά μοναστήρια ερειπωμένα επάνω στα βουνά. Χωρίς

δρόμους, χωρίς πρόσβαση. Πάντα ξεκινά αφού έχει προηγηθεί έρευνα για τον τόπο.

Όταν ανέβηκε στην Παναγία Σουμελά του Πόντου η συγκίνηση ήταν μεγάλη.

Μετά ακολούθησε η Κωνσταντινούπολη, η Καππαδοκία, η Συρία, τα κάστρα της

Ελλάδας στην Πελοπόνησσο και την Κρήτη. Ταξίδια που έγιναν ή πρόκειται να

γίνουν βιβλία, που πλέον εκδίδει μόνη της η Λίζα Έβερτ μέσω του «Αστερισμού» ­

έτσι ονομάζεται ο εκδοτικός της οίκος, το όνομα του οποίου έχει βεβαίως τη

δική του ιστορία. «Είχαμε παλιά με μια φίλη μου, την Μπέτυ Ψυχάρη, ένα

κατάστημα, το “Κόκκινο Αστέρι”, και φέρναμε παλιά αντικείμενα και έπιπλα από

την Κίνα. Κι έτσι είπα να μείνω κάπου στ’ άστρα, εκεί για να υπάρχει μια

ενότητα, όμως κάποιος άλλος είχε σκεφθεί το “Γαλαξίας”, σκεφτόμουν το

“Οράϊον», αλλά κατέληξα στο “Αστερισμός” που συμβολίζει μια ενότητα αστεριών ­

όπως ακριβώς ένας εκδοτικός οίκος έχει πολλά βιβλία».

Ο «ΑΣΤΕΡΙΣΜΟΣ»

Ήταν η ανάγκη να έχει πλήρως την ευθύνη για το αποτέλεσμα της δουλειάς της που

την έκανε να δημιουργήσει τον δικό της εκδοτικό οίκο. «Μου δίνει μια

ανεξαρτησία να κάνω ό,τι θέλω, όπως το θέλω. Όχι ότι με πίεζε κανείς, έκανα

πάντα θέματα της δικής μου επιλογής, αλλά τελικά έχεις μεγαλύτερη άνεση όταν

έχεις εσύ κάτι δικό σου».

Από τον «Αστερισμό» πρόκειται να κυκλοφορήσει σύντομα μια δουλειά, ίσως με τον

τίτλο «Η Μικρασία του Αιγαίου», ενώ ήδη κυκλοφορεί νέα έκδοση για «Τα Μικρά

Νησιά της Άγονης Γραμμής». Άλλο ένα από τα αγαπημένα ­ και περιπετειώδη ­

ταξίδια της Λίζας Έβερτ. Χρειάστηκε… ενάμιση χρόνο για να επισκεφθεί πενήντα

μικρονήσια του Αιγαίου και του Ιονίου, αφού τις περισσότερες φορές η διαδρομή

γινόταν μέσω Πειραιά. Τη Θηρασιά την είδε αυθημερόν, αφού το πλοίο τον χειμώνα

περνάει κάθε τρεις ημέρες. Τους Οθωνούς, τη Σαρία, τον Καστό χρειάστηκε να

οργανώσει ολόκληρη επιχείρηση για να τα επισκεφθεί. Πριν όμως τελειώσει ένα

ταξίδι έχει ήδη σκεφθεί το επόμενο. Μόνο που δεν θα μας το αποκαλύψει.

ΓΝΩΡΙΣΤΗΚΑΝ σε μια παρέα, «ας μη μπούμε σε ημερομηνίες καλύτερα». Ήταν

καλοκαίρι στο Πικέρμι και γινόταν ένα λαϊκό πανηγύρι, του Σωτήρος.

­ Χορεύατε κι εσείς;

«Ναι, ναι, καλαματιανό. Ο Μίλτος είχε έρθει από το σπίτι και πήγαμε όλοι μαζί

στο πανηγύρι. Κι έτσι γνωριστήκαμε».

­ Σας φλέρταρε;

«Ναι, δεν έχασε καθόλου καιρό, κι έτσι σιγά σιγά ξεκίνησε μια ιστορία».

Η οικογένεια της Λίζας και του Μιλτιάδη Έβερτ αποτελείται από τις κόρες τους,

Ιλεάνα και Αλεξία και… αναρίθμητα κατοικίδια, τα οποία βρίσκονται παντού στο

Πικέρμι, τον τόπο του καλοκαιριού.

Η κ. Έβερτ δεν οδηγεί, αγαπά όμως πολύ να περπατάει, «κι ευτυχώς το σπίτι

είναι στο κέντρο και κάνω τα πάντα με τα πόδια».

Το σπίτι της παιδικής της ηλικίας ήταν μέσα σ’ ένα κτήμα, στα Ανάβρυτα. Εκεί

υπήρχαν τρία-τέσσερα σπίτια μέσα σε μια μεγάλη έκταση, με κήπους και διάφορα

ζώα.

Ήταν τότε που ήταν άδεια η Αττική και ο Τζων Βορρές, που ήταν και δήμαρχος

Αμαρουσίου, είχε φτιάξει αυτό το μεγάλο κτήμα. Εκεί γεννήθηκε η Λίζα Έβερτ και

έζησε μέχρι τα δώδεκά της χρόνια.

Μετά μπήκε εσωτερική σε σχολείο, στη Γενεύη. «Μου άρεσε πολύ το σχολείο και η

ζωή του. Κάναμε και πλάκες, αλλά δεν μπορώ να πω ότι ήμουν απείθαρχη

μαθήτρια». Μετά η κ. Έβερτ πήγε στο Παρίσι, πάλι εσωτερική, επιστρέφοντας

πάντα για τις διακοπές στην Ελλάδα στο Πικέρμι.

ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ

Τα αδέλφια της ζουν όλα στην Αμερική, στην οποία η Λίζα Έβερτ ομολογεί πως δεν

θα μπορούσε να ζήσει. Ακόμα και τα ταξίδια της τα κάνει «τώρα πια» κυρίως στην

Ανατολή και λιγότερο στην Ευρώπη και την Αμερική. «Υπήρχαν εποχές που πήγαινα

συχνά Λονδίνο και Παρίσι. Τώρα προτιμώ να οργανώνω τα ταξίδια μου για να

φωτογραφίσω. Αυτά τα ταξίδια αγαπώ να κάνω κι ας μην είναι κοσμοπολίτικα».

Όταν δεν ταξιδεύει «έχει χίλια πράγματα να ασχοληθεί». «Η ζωή δίπλα σε έναν

πολιτικό έχει πολλές υποχρεώσεις. Αλλά και η Αθήνα, αν και είναι μια μικρή

συγκριτικά πόλη, έχει πλούσια κοινωνική ζωή. Εκθέσεις, εγκαίνια, φιλανθρωπικές

εκδηλώσεις.

Κι έπειτα είναι και τα σεμινάρια, οι διαλέξεις γύρω από τα θέματα που με

ενδιαφέρουν.

Και φυσικά η οικογένειά μου. Μερικές φορές ο χρόνος δεν φτάνει».

Κάποιες στιγμές έχει την αίσθηση ότι «μειώνεται η ελευθερία σου όταν ζεις μ’

έναν πολιτικό». Αν ήταν πάντως να διαλέξει μεταξύ των ρόλων της συζύγου

δημάρχου, αρχηγού αξιωματικής αντιπολίτευσης και πρωθυπουργού, η κ. Έβερτ,

χωρίς να απαντήσει ευθέως, θα αποκαλύψει την εκτίμησή της στον χώρο της Αυτοδιοίκησης.

«Από την πολιτική σταδιοδρομία του Μίλτου αυτό που μου άρεσε περισσότερο ήταν

ο δήμος.

Εκεί μπορώ να πω ότι με γοήτευσε, δηλαδή όσο γενικά η πολιτική δεν με

γοητεύει, με γοήτευσε ο δήμος. Ο Μίλτος έδωσε μεγάλη σημασία στην Τέχνη,

γέμισε γλυπτά την Αθήνα».