Βρίζοντας το κοινό

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 11/11/2017 08:00 |

Το όχι και τόσο μακρινό 1966 η ζωή συγγένευε περισσότερο με τον πιο απόμακρο δέκατο ένατο αιώνα παρά με τον εγγύτερο εικοστό πρώτο. Καθένας από τους κοινούς τόπους της σύγχρονης καθημερινής μας ζωής - ο προσωπικός υπολογιστής, η κινητή τηλεφωνία - αποτελούσε ακόμη αντικείμενο της επιστημονικής φαντασίας. Η θεατρική έξοδος ήταν μέρος μιας ευρύτερης αστικής τελετουργίας. Θα έβαζες τα καλά σου, θα έδινες πουρμπουάρ στην ταξιθέτρια, θα παρακολουθούσες την παράσταση με θρησκευτική ευλάβεια και ο μόνος τρόπος για να εκδηλώσεις τη δυσαρέσκειά σου, την ώρα που θα υποκλίνονταν οι ηθοποιοί, θα ήταν να μη χειροκροτήσεις. Το γιουχάισμα - πάντα μετά το τέλος - ήταν εξαιρετικά σπάνιο και, ουσιαστικά, οι καλλιτέχνες μπορούσαν να ψυχανεμιστούν εάν «τσιμπάει το εργάκι» από την προσέλευση στο ταμείο. Η κριτική ήταν δουλειά των κριτικών. Νοικοκυρεμένα πράγματα.
Φανταστείτε λοιπόν την έκπληξη των θεατών εκείνο το βράδυ, τον Ιούνιο του 1966, στη Φρανκφούρτη, όταν οι ηθοποιοί επί σκηνής άρχισαν ξαφνικά και απρόκλητα να τους βρίζουν. Κάποιοι γέλασαν αμήχανα, ορισμένοι αντέδρασαν οργισμένα, ένας προσπάθησε ν' ανέβει πάνω και μετά το πέρας της παράστασης όλος ο θίασος κατέληξε στο αστυνομικό τμήμα. Εμπνευστής αυτού του διαδραστικού έργου αγόρευσης, του Βρίζοντας το κοινό (Ελεύθερος Τύπος, 1990), που επαναλήφτηκε πολλές φορές και σε πολλές χώρες κατόπιν, ήταν ένας εικοσιτετράχρονος μακρυμάλλης Αυστριακός, ο Πέτερ Χάντκε. Επέπρωτο να γράψει τη δική του ιστορία στο θέατρο, αλλά και στο σινεμά, ως σεναριογράφος, στο πλευρό του Βιμ Βέντερς. Ωστόσο, μήτε ο ίδιος ο Χάντκε φανταζόταν ότι τα νέα ήθη που εγκαινίαζε στη σκηνή θα επικρατούσαν κάποτε σε ολόκληρο τον πλανήτη, ακόμη και ανάμεσα σε ανθρώπους που, όχι μόνο δεν πάτησαν ποτέ στο θέατρο, αλλά ούτε και σκοπεύουν ποτέ να πατήσουν.

Θα χρειαστούμε ξανά τη βοήθεια του θεάτρου ώστε να κατανοήσουμε τι ακριβώς συμβαίνει σήμερα στο Διαδίκτυο. Ας διαλέξουμε, ως υπόθεση εργασίας, ένα από τα αγαπημένα μου θεατρικά, το Λεωφορείον ο Πόθος του Τενεσί Ουίλιαμς, στην εξαιρετική μετάφραση του αείμνηστου Μάριου Πλωρίτη (εκδ. Καστανιώτη, 1998). Υποθέτουμε πάντοτε ότι ανεβαίνει σε ένα από τα κεντρικά θέατρα της πρωτεύουσας και πρωταγωνιστούν δύο μεγάλοι αστέρες της αθηναϊκής σκηνής, η Μπέλα Ταμπέλα (στον ρόλο της Μπλανς ντι Μπουά) και ο Μπούλης Μπουρμπούλης (στον ρόλο του Στάνλεϊ Κοβάλσκι). Είναι αλήθεια πως, μισόν αιώνα μετά το θορυβώδες ντεμπούτο του Χάντκε, έχουν δει τα ματάκια μας τα μύρια όσα και δεν εντυπωσιαζόμαστε εύκολα. Μολαταύτα, ακόμη και για εμάς, τους τόσο cool, δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο ότι οι θεατές της συγκεκριμένης παράστασης διακρίνονται από υπερβάλλουσα κινητικότητα. Αλλοι σηκώνονται και φεύγουν πριν από το διάλειμμα, μερικοί επιστρέφουν το ίδιο βράδυ ή και μετά από εβδομάδες και απαιτούν να καθήσουν εκεί όπου κάθονταν και πριν σηκωθούν. Το πιο παράξενο είναι ότι σε κανέναν δεν φαίνεται περίεργη αυτή η συμπεριφορά. Κανένας δεν ζητάει τον λόγο από κανέναν ή - για να είμαστε πιο ακριβείς - όλοι ζητούν τον λόγο από όλους. Κανένας όμως δεν δείχνει να το βρίσκει αλλόκοτο.
Ας προχωρήσουμε τώρα στα βαθιά. Γνωρίζουμε πόσο αποσυντονίζονται οι ηθοποιοί με τον παραμικρό θόρυβο από την πλατεία - αυτή είναι, άλλωστε, και η αιτία που επιβλήθηκε διά ροπάλου η απενεργοποίηση των κινητών τηλεφώνων. Εδώ όμως δεν μιλάμε για μουρμουρητά, βηχαλάκια και φτερνίσματα. Εδώ μιλάμε για φωνές στα ίδια ντεσιμπέλ με τις φωνές στη σκηνή. «Ω, στα νιάτα μου προκαλούσα αρκετό θαυμασμό», δηλώνει η Μπλας ντι Μπουά, «αλλά κοίταξέ με τώρα...». «Σκατογέρασε η Ταμπέλα», ακούγεται καθαρά μια φωνή από την πλατεία, «πάλι πήγε να της τραβήξουν τα κρέατα». «Δεν έχω ανταμώσει γυναίκα που να μη φαντάζεται πως είναι κούκλα», σαρκάζει ο Κοβάλσκι, «αλλά θέλει να της το λένε κιόλας!». «Ο Μπουρμπούλης θα ψηφίσει Χρυσή Αυγή», ακούγεται πάλι καθαρά μια άλλη φωνή, «βγήκε ο μαλάκας το πρωί και το είπε στην εκπομπή του Παπαδάκη». «Δεν μπορώ να φανταστώ καμιά μάγισσα που θα κατόρθωνε να σε σαγηνεύσει», επιμένει η Μπλανς ντι Μπουά. «Θα έχει να γαμηθεί αιώνες», ακούγεται η οικεία φωνή από την πλατεία. «Τώρα, ας αφήσουμε τις παρλαπίπες!», μουγκρίζει ο Κοβάλσκι. «Ποιος ξέρει και αυτόν ποιος Πακιστανός θα τον πηδάει», τον χαβά της και η άλλη φωνή. Και πάει λέγοντας, ένας διάλογος κουφών, έως ότου πέσει η αυλαία.

Δεν γνωρίζω πόσες πιθανότητες υφίστανται για να ανέβει κάποτε μια ανάλογη διασκευή του Λεωφορείον ο Πόθος, ούτε και είμαι σε θέση να εγγυηθώ ότι θα προξενούσε πλέον την παραμικρή αίσθηση. Οτιδήποτε φαντάζει ακόμη ως εκκεντρικότητα στη σκηνή είναι ήδη αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς μας. Κάθε ανάρτησή μας στο Διαδίκτυο, κάθε είδηση, κάθε φωτογραφία ή κάθε βίντεο συνοδεύεται με το στανιό από χολερικά σχόλια ατόμων που, στην καλύτερη περίπτωση, κωλοβαράνε και, στη χειρότερη, βρίσκονται σε εντεταλμένη υπηρεσία, δεν είναι καν υπαρκτά πρόσωπα, είναι ρεπλίκες κάποιας ρεπλίκας, εικονικά προφίλ φτιαγμένα επί τούτου για να μολύνουν, να λοιδορήσουν κι εν τέλει να αχρηστεύσουν - έναν άνθρωπο ή μια άποψη - με όχημά τους μια ακατάσχετη, ακαταπόνητη εκστρατεία εικοσιτετράωρου εξευτελισμού. Είμαστε τόσο συνηθισμένοι πια σε αυτού του είδους την τοξικότητα, ώστε να μας ξενίζουν περισσότερο οι αναρτήσεις με τη ξενέρωτη μνεία από κάτω «τα σχόλια έχουν απενεργοποιηθεί», παρά τα κάθε μορφής και διαστάσεων βοθρολύματα από άτομα με σαφώς διαταραγμένη προσωπικότητα, θλιβερές υπάρξεις που στερούνταν οιασδήποτε φιλοδοξίας μέχρις ότου εμφανιστεί ο κύριος Μαρκ Ζάκερμπεργκ από την αντίπερα όχθη του Ατλαντικού και τους προσφέρει μία με το αζημίωτο, δίχως να τους υποχρεώσει να σηκωθούν καν από την καρέκλα τους.
Δεν έχουμε την αυταπάτη ότι θα καταφέρουμε να χώσουμε πάλι το τζίνι μέσα στο μπουκάλι, να γυρίσουμε τους δείκτες στο καλοκαίρι του 1966, στον τακτοποιημένο comme il faut κόσμο πριν από την έλευση του Χάντκε. Ακόμη και αν σηκώσουμε τα πιο ψηλά, τα πιο αδιαπέραστα ηλεκτρονικά τείχη για να μην έρθουμε σε επαφή με την τοξικότητα, στο τέλος της ημέρας θα διαπιστώσουμε ότι δεν είμαστε λιγότερο φυλακισμένοι από εκείνους που κλείσαμε απ' έξω. Την τοξικότητα δεν την νικάς ποτέ. Μαθαίνεις να ζεις μαζί της, όπως μαθαίνουν τα μικρά παιδιά, στις φαβέλας του Ρίο, να ζουν μέσα στους σκουπιδότοπους. Τουλάχιστον ας μην εκπαιδευτείς και να μην την σιχαίνεσαι. Μην εθιστείς να σου αρέσει. Ποιος ξέρει; Σε μία, δύο δεκαετίες από σήμερα μπορεί να ξεχωρίζουμε τους περαστικούς στον δρόμο ανάμεσα σ' εκείνους που δεν κλείνουν πια τη μύτη τους και σ' εκείνους που, σε πείσμα των καιρών, εξακολουθούν να την κλείνουν.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ
8
Brave New World
24/11/2017 12:27
Αυτή είναι η πραγματικότητα. Η ανωνυμία έβγαλε στην επιφάνεια λίγο από το τρολ που κρύβει ο καθένας μέσα του. Κι εκεί που ο ένας σέβεται τον εαυτό του και αυτοπεριορίζεται, ο άλλος του δίνει και καταλαβαίνει. Καθόλου "γεροντίστικο" το άρθρο, τουναντίον, ρεαλιστικότατο. Θα είχε πολύ μεγάλο ενδιαφέρον να άρχιζε μια δημόσια συζήτηση για αυτά τα θέματα. Η αριστερά (όχι φυσικά η "αριστερά") κοιμάται τον ύπνο του δικαίου, στον οποίο έπεσε υπνωτισμένη ακριβώς έναν αιώνα πριν. Το άρθρο είναι, φυσικά, απαισιόδοξο· δηλωτικό κι αυτό της αμηχανίας των διανοουμένων μπροστά στον "τολμηρό, νέο κόσμο" . Σταματάει απότομα μπροστά στο ερώτημα "τι πρέπει να κάνουμε", και αποφεύγει να μπει στα βαθειά νερά που θα απαιτούσε μια πρόταση για την "ρύθμιση" ενός τέτοιου θέματος. Η σύγχρονη δυτική κοινωνία (ενικός αριθμός, "κοινωνία", παγκοσμιοποιημένο το υποκείμενο) θεωρεί πια ταμπού ρυθμίσεις που αφορούν τις "ελευθερίες" του διαδικτύου και την ταυτότητα των διαδικτυακών "πολιτών". Ίσως όχι άδικα, αλλά έχει ήδη καταπιεί τη φόλα. Πρόκειται περί καθαρής απάτης, αλλά ο σύγχρονος "πολίτης", όπως κι ο πρωτόπλαστος άνθρωπος, λατρεύει τα παραδείσια ψέματα. Το ερώτημα "Τί πρέπει να κάνουμε;" παραμένει. Ο Χάξλεϊ είχε τελικά δίκιο; Ο "Άγριος" του, κρεμάστηκε.
Carrot
14/11/2017 11:09
Γεροντίστικο άρθρο δυστυχώς, από αυτά που επαναλαμβάνονται μηχανικά ανά καιρούς και που προκαλούν μονο πλήξη. Η κάθε παράσταση είναι μοναδική και λόγω αυτών των απρόοπτων και των αντιδράσεων του κοινού που κάνουν το θέατρο στην Ελλάδα ένα πραγματικά ζωντανό οργανισμό. Σε όλο τον κόσμο βλέπουμε να προωθείται η διαδραστικότητα με κάθε μέσο σε σημείο που οι θεατές να είναι μέρος της παράστασης και εδώ ο συγγραφεύς νοσταλγεί τα θέατρα μουσεία που πληρώνεις, κάθεσαι άγαλμα,χειροκροτάς και φεύγεις.
Έτσι είναι, αν έτσι νομίζετε
14/11/2017 16:47
Αυτό κατάλαβες εσύ; Ότι μιλάει για το θέατρο;
Carrot
15/11/2017 10:32
Περιοριστηκα στα του θεάτρου γιατί το να ανάγει κάποιος μια παράσταση σε ενδεικτικό στοιχειο της καταστάσεως του διαδικτύου το θεωρώ εντελώς άστοχο. Αλλα αν θέλεις να το ανάγουμε σε περί διαδικτύου κουβέντα και εκεί διαφωνώ. Ο καθένας εκφράζεται και στην τελική κρίνεται από τους υπολοιπους. Δεν βλέπω γιατί να μην υπάρχει συμμετοχη στα διαδικτυακά κοινά εφόσον έχουμε τις προϋποθέσεις. Υπάρχουν δυστυχώς troll και κακοί χρηστες. Αλλα το να χαρακτηρίζουμε το κάθε τι σαν troll επειδή δεν μας αρέσει δεν είναι μια παραγωγική τακτική.
Έτσι είναι, αν έτσι νομίζετε
15/11/2017 16:27
Πουθενά το άρθρο δεν αναφέρει ότι το διαδίκτυο είναι ΜΟΝΟ troll -ούτε και δακρίνω κανενός είδους νοσταλγία στον "καθωσπρεπισμό" και στον "κομφορμισμό" της δεκαετίας του 1960. Η αναλογία με το θέατρο ήταν απλώς μια μεταφορά για να γίνει αντιληπτό τι ακριβώς σημαίνει να γαλουχείται μια ολόκληρη γενιά με διαρκή τοξική "ηχορύπανση" χολερικών σχολίων. Το γεγονός ότι δεν έγινε από εσάς αντιληπτό ότι πρόκειται για μεταφορά και όχι για κυριολεξία εξηγεί ως ένα βαθμό και γιατί δεν σας ενοχλεί η διαρκής "ηχορύπανση". Εικάζω ότι δεν υπήρξατε ποτέ στόχος εξοντωτικού και κακόβουλου τρολαρίσματος -οπότε γιατί να σας ενοχλεί; Όλα ωραία και καλά λοιπόν. Περί ορέξεως κολοκυθόπιτα.
Carrot
24/11/2017 11:39
Προσωπικά προσπαθώ να κρατάω αποστάσεις από κακόβουλα άτομα ακόμα και αν αυτό αντιβαίνει τις περιέργειας μου. Δυστυχώς υπάρχει πρόβλημα στο διαδίκτυο αλλα δεν μπορούμε να το λύσουμε μέσω της επιβολής ενός ομοιόμορφου καθωσπρεπισμού. Το να μειώσουμε την ενοχλητική ηχορύπανση είναι στο χέρι μας. Πάντως σαν άτομο που ζει στο εξωτερικό οφείλω να αναφέρω ότι το διαδίκτυο με έχει βοηθήσει πολύ στο να οργανώσω την ζωή μου σε πολλά επίπεδα.
Brave New World
24/11/2017 17:30
Ίσως δεν αντιλαμβάνεσαι ακόμα ότι ο νέος "καθωσπρεπισμός" που όλα τα επιτρέπει είναι ήδη η νόρμα. Η ανώνυμη διαδικτυακή περσόνα έχει αντικαταστήσει τελείως την έννοια "πολίτης"· το νέο είδος "πολίτη" έχει πια τη μορφή ενός κουκουλοφόρου διαδικτυακού τρωγλοδύτη, και ονομάζεται κατ' ευφημισμόν "κοινό" ή "χρήστης".

Μετέχουμε δυστυχώς όλοι μας σε αυτήν την διαδικτυακή παρωδία "δημοκρατίας",και πίνουμε το ναρκωτικό που μας κάνει "χρήστες" του. Κανείς δεν μπαίνει στον κόπο να αναρωτηθεί από πού βγαίνουν τόσα χρήματα ώστε να λειτουργούν τα "κοινωνικά δίκτυα", και ποιος είναι ο δημοκρατικός έλεγχος σε αυτούς τους "χορηγούς" της σύγχρονης "δημοκρατίας". Η Δύση, χαυνωμένη μέσα στην "πολιτική ορθότητα" που έχτισε για να ησυχάζει τους ανήσυχους, βρίσκεται ξαφνικά να διαπιστώνει ότι υπάρχουν άλλοι που δεν παίρνουν τοις μετρητοίς το δικό της παραμύθι, αλλά το χρησιμοποιούν ήδη εδώ και καιρό εναντίον της, πλήττοντας τη βασική κατάκτησή της, τη δημοκρατία: βλέπε ISIS, Ρωσία κλπ. Το αμερικανικό Κογκρέσο μένει ακόμη άφωνο μπροστά στην εξαπάτηση και στα ψέματα που του αραδιάζουν οι "δικοί" του άνθρωποι, αυτοί δηλ. που απέκτησαν αμύθητα πλούτη απ' την "πολιτική ορθότητα" που πλασάρισαν ως αγαθό.

Το χειρότερο ακόμη: η προοδευτική διανόηση αρνείται να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα της νέας εποχής και να επιχειρήσει μια σύγχρονη ανάλυση του κόσμου που ζει. Κι όταν κάποιος, όπως εδώ ο Τατσόπουλος, το επιχειρήσει ακροθιγώς, δέχεται χαρακτηρισμούς και δηλώσεις απέχθειας από πιστούς της καθιερωμένης "πολιτικής ορθότητας". Δεν είναι τυχαίο που τραμπιστές, συριζοκαμμένοι, μπρεξιστές και γκρίλλοι βρίσκονται να χρησιμοποιούν ακριβώς τα ίδια εργαλεία. Το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: οι "διώκτες του κακού" δεν είναι πια πολίτες στο φως της ημέρας αλλά κουκουλοφόροι και "Anonymous", είτε στους δρόμους είτε σε διαδικτυακούς υπονόμους, που πλασάρουν τη δική τους "δικαιοσύνη". Το νέο πρόσωπο του φασισμού είναι ήδη εδώ.

Όσον αφορά τον Τατσόπουλο προσωπικά: πλήρωσε το τίμημα για τον φανατισμό του που περιέφερε δημόσια πριν μερικά χρόνια. Όσοι σήμερα πραγματικά διαβάζουν/ αυτά που γράφει έχουν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν την πορεία εξόδου της αριστεράς (χωρίς εισαγωγικά) απ' τον ιδεολογικό παράδεισο όπου ζούσε για χρόνια, προς την σκληρή πραγματικότητα της ζωής, με άκρως ενδιαφέροντα, πλούσιο και ρέοντα λόγο, απολύτως αντίθετο με τα αποτυχημένα κλισεδιάρικα χασμουρητά των πολιτικών της σειράς. Κάτι που τα σχόλιά σου, Carrot, ανεξάρτητα από τη διαφωνία σου, φαίνεται να αγνοούν παντελώς. Μου ακούγεται σαν ανέκδοτο ο χαρακτηρισμός "ομοιόμορφος και μηχανικά επαναλαμβανόμενος" για το λόγο του Τατσόπουλου.

(Σόρι Τατσόπουλε για το δημόσιο λιβάνισμα, αλλά είναι πλέον μεγάλη ανάγκη να υπερασπίζεται κανείς τις φωνές που διαφέρουν, ακόμη και με τέτοιο άγαρμπο τρόπο σαν κι αυτόν. Δεν έχει σημασία αν συμφωνεί κανείς ή όχι· είναι στο όνομα του Αυδήεντος εναντίον του Άναυδου που γίνεται η προσπάθεια.)
Brave New World
24/11/2017 20:01
Ζητώ συγγνώμη για τα έντονα γράμματα που φαίνονται σαν να κραυγάζουν. Έπρεπε να περιοριστούν στη λέξη "διαβάζουν" και μόνον.