Το τέλος του Μνημονίου δεν αρκεί για να προσελκύσει η Ελλάδα επενδύσεις που θα τροφοδοτήσουν την αναθέρμανση της οικονομίας. Η ΔΕΘ δίνει την ευκαιρία για ένα νέο ξεκίνημα που πρέπει όμως να περιλαμβάνει τις δομικές μεταρρυθμίσεις που παραλείφθηκαν, όπως και ένα συνολικό σχέδιο για την Ελλάδα την επόμενη δεκαετία, λέει στα «ΝΕΑ» ο καθηγητής Αλέξανδρος Κρητικός, διευθυντής Ερευνών του Γερμανικού Ινστιτούτου Οικονομίας (DIW) με έδρα το Βερολίνο.
Η Ελλάδα είναι εκτός Μνημονίου από τις 20 Αυγούστου. Εγινε αντιληπτό στο εξωτερικό;
Τα πρώτα μηνύματα από τις αγορές, από τις οποίες πρέπει να χρηματοδοτηθεί η Ελλάδα μετά την 20ή Αυγούστου, είναι αρνητικά. Οι σημερινές αποδόσεις βρίσκονται στο 4,6%, είναι υψηλότερα από όσο αντέχει η Ελλάδα με δεδομένο το μεγάλο της χρέος.
Τι θα σημάνει για την Ελλάδα εάν τα επιτόκια παραμείνουν υψηλά;
Η Ελλάδα δεν μπορεί να δανείζεται με επιτόκια, θα έλεγα, άνω του 3%. Με τα υψηλά επιτόκια των αγορών, φοβάμαι ότι η ελληνική κυβέρνηση θα χρησιμοποιεί όλο και μεγαλύτερο μέρος από το «μαξιλάρι» που συμφωνήθηκε. Αυτό θα στείλει το μήνυμα ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να βγει στις αγορές και η επόμενη κυβέρνηση θα αναγκαστεί να καταφύγει στην πιστοληπτική γραμμή του ESΜ.
Η ελληνική κυβέρνηση αποδίδει τα υψηλά επιτόκια των αγορών στην κρίση της Τουρκίας και της Αργεντινής. Είναι οι εξωγενείς παράγοντες που ευθύνονται για τις υψηλές αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων;
Τα αίτια για την εικόνα μιας χώρας βρίσκονται πρωτίστως στην ίδια τη χώρα. Σίγουρα η κρίση στην Τουρκία και την Αργεντινή συνέβαλε στη μεγαλύτερη αυτοσυγκράτηση των αγορών, υπενθύμισε ότι η Ελλάδα δεν ανήκει στις ανεπτυγμένες, αλλά στις αναδυόμενες οικονομίες, για τις οποίες οι επενδυτές είναι πιο προσεκτικοί, όταν πρόκειται για τα κρατικά τους ομόλογα. Οι εξωγενείς παράγοντες απλά επενεργούν, ενισχύουν την κατάσταση στην οποία βρίσκεται η Ελλάδα. Εάν η Ελλάδα είχε ανακτήσει την εμπιστοσύνη, θα ήταν αδιάφορες οι εξελίξεις στην Τουρκία και την Αργεντινή.
Οι αγορές περιμένουν με το τέλος του Μνημονίου ένα μήνυμα από την Ελλάδα. Ποιο θα έπρεπε να είναι αυτό το μήνυμα;
Ο Πρωθυπουργός έχει την ευκαιρία στη ΔΕΘ να σημάνει ένα νέο ξεκίνημα για το μέλλον της χώρας, να απευθύνει έκκληση σε ολόκληρο τον ελληνικό λαό για μία κοινή προσπάθεια να αναπτυχθεί η χώρα. Το σημαντικότερο μήνυμα θα ήταν να χαράξει μία πορεία, στην οποία εκείνο το τμήμα της ιδιωτικής οικονομίας που μπορεί να βγάλει την Ελλάδα από την κρίση θα αποκτήσει ένα θεσμικό πλαίσιο που θα επιτρέπει την ανάπτυξή της. Κατ" αρχάς με χαμηλότερη φορολόγηση, που είναι εφικτή, εάν η κυβέρνηση πείσει τους πιστωτές ότι οι επιβαλλόμενοι φόροι θα εισπραχθούν με συνέπεια. Ενα μεγάλο ποσοστό του ιδιωτικού τομέα διολισθαίνει στην παραοικονομία και αυτό είναι αποτέλεσμα του βάρους της άμεσης φορολόγησης, που είναι ασφυκτικό για τις μικρές επιχειρήσεις.
Η κυβέρνηση χρειάζεται τα φορολογικά έσοδα για να ανταποκριθεί στις δεσμεύσεις της έναντι των πιστωτών.
Εδώ απαιτείται ένα μήνυμα προς δύο κατευθύνσεις. Αφενός μείωση των συντελεστών φορολόγησης που θα δώσει κίνητρο για την επάνοδο στη νόμιμη δραστηριότητα και θα αυξήσει αυτόματα τα φορολογικά έσοδα. Αφετέρου ένα αξιόπιστο μήνυμα στους πιστωτές ότι ταυτόχρονα με τη μείωση των φορολογικών συντελεστών θα υπάρξει συνεπέστερη είσπραξη των φόρων.
Η ελληνική κυβέρνηση επιτυγχάνει συνεχώς μεγαλύτερα πρωτογενή πλεονάσματα από τα συμφωνηθέντα με τους πιστωτές. Σε τι ωφελεί αυτό;
Για την ελληνική κυβέρνηση είναι εύλογο, επειδή πιστεύει ότι με τον τρόπο αυτόν θα έχει το κεφάλι της ήσυχο με τους πιστωτές για να εφαρμόσει στο εσωτερικό τη δική της πολιτική. Αλλά δεν ωφελεί καθόλου την οικονομία, αντίθετα έχει εξαιρετικά αρνητικές επιπτώσεις, έξοδο επιχειρήσεων στο εξωτερικό, ενίσχυση της παραοικονομίας κ.ά. Μια αξιόπιστη στρατηγική για το σύνολο της χώρας θα ήταν η μείωση της φορολογίας και ταυτόχρονα η επίτευξη των πρωτογενών πλεονασμάτων με την αύξηση των κρατικών εσόδων μέσω της αύξησης των φορολογικών εσόδων.\
Ποιο μήνυμα θα σταλεί στο εξωτερικό και στις αγορές εάν η κυβέρνηση δεν υλοποιήσει τη νομοθετημένη μείωση των συντάξεων από την επόμενη χρονιά;
Εξαρτάται εάν η ελληνική κυβέρνηση μπορέσει να πείσει τους πιστωτές ότι χωρίς τη μείωση των συντάξεων θα διασφαλιστούν μακροπρόθεσμα τα πρωτογενή πλεονάσματα. Αυτό θα είναι δύσκολο. Επίσης, θα είναι αρνητικές οι επιπτώσεις στα επιτόκια των αγορών, καθώς οι δυνητικοί επενδυτές σε ελληνικά ομόλογα θα γίνουν δύσπιστοι μπροστά στο ενδεχόμενο να αναθερμανθεί η συζήτηση για το χρέος, να χρειαστεί ξανά βοήθεια του ESM με την απειλή ενός νέου κουρέματος για τους ιδιώτες πιστωτές. Ταυτόχρονα θα τεθεί το ζήτημα κατά πόσο είναι μεσο-μακροπρόθεσμα βιώσιμα τα συνταξιοδοτικά ταμεία στην Ελλάδα χωρίς μία τέτοια μείωση των συντάξεων.
Η αναθέρμανση της οικονομίας χρειάζεται επενδύσεις. Βλέπετε την προοπτική να γίνουν επενδύσεις στην Ελλάδα;
Οχι, δεν τη βλέπω.
Γιατί;
Διότι η εξάλειψη ενός αρνητικού παράγοντα, όπως είναι το Μνημόνιο, δεν επαρκεί όταν όλες οι κομβικές παράμετροι για τις επενδύσεις παραμένουν, όπως πριν, κακές. Επιπρόσθετα, με την έξοδο από το Μνημόνιο έγινε ακριβότερος ο δανεισμός για τις ιδιωτικές επιχειρήσεις. Οι επενδυτές δεν έρχονται στη χώρα επειδή ξαφνικά παύει να είναι σε πρόγραμμα διάσωσης και η εξυπηρέτηση του χρέους της επιμηκύνθηκε έτσι ώστε να μην αντιμετωπίζει άμεσα πρόβλημα εξυπηρέτησής του. Δεν είναι αυτός ο καθοριστικός παράγοντας για να αποφασίσει ένας επενδυτής εάν θα πάει στην Α ή τη Β χώρα.
Το 2019 είναι εκλογική χρονιά στην Ελλάδα. Πόσο θα επηρεάσει την οικονομική πορεία που πρέπει να ακολουθήσει η χώρα;
Δεν βλέπω να ακολουθείται μία οικονομική πολιτική που να ενισχύει την ελληνική ιδιωτική οικονομία. Ζητούμενο είναι μία κυβέρνηση η οποία στη χάραξη της οικονομικής της πολιτικής θα λαμβάνει υπόψη το σύνολο της χώρας και θα την κάνει ελκυστική για όσους την εγκατέλειψαν και θέλουν να δραστηριοποιηθούν επιχειρηματικά στην Ελλάδα. Λείπει μία συνολική πρόταση, προσανατολισμένη στα σημεία των Μνημονίων που τα τελευταία οκτώ χρόνια δεν εφαρμόστηκαν: δομικές μεταρρυθμίσεις, αναμόρφωση της διοικητικής μηχανής, βελτίωση της αποδοτικότητας, ηλεκτρονική προσφορά υπηρεσιών. Λείπει ένα σχέδιο για την πορεία της χώρας τα επόμενα δέκα χρόνια. Δεν έγινε ούτε από τη σημερινή ούτε από την προηγούμενη κυβέρνηση.