Αλλο πράγμα η δημόσια κριτική για ένα πρόσωπο κι άλλο πράγμα η ιδιωτική συζήτηση για το ίδιο αυτό πρόσωπο, που μπορεί να του αναγνωρίζει κανείς χίλιες δυο χάρες, ή ακόμη και ιδιότητες όπως η γενναιοδωρία ή η ευγένεια. Ιδιότητες όμως που τις αντιστρατεύονται η δημόσια εικόνα του και κυρίως οι πρακτικές του όσον αφορά την άσκηση της εξουσίας. Ο λόγος για τον Ηλία Ψινάκη. Μα καλά, μπορεί να φανταστεί κανείς σοβαρό άνθρωπο στον τόπο αυτό – ανεξάρτητα από το πόσο είναι ή δεν είναι σοβαρός ο ίδιος ο Ψινάκης – που να τον ψηφίζει για δήμαρχο όταν, ξεχνώντας όλα τα άλλα, έχει υπάρξει για ένα φεγγάρι μάνατζερ της Τζούλιας Αλεξανδράτου; Χωρίς να μπορεί βέβαια να τον λογαριάσει κανείς ούτε ως θύμα αλλά ούτε και ως προσωπικότητα, ο Ψινάκης είναι προϊόν μιας διαδικασίας που στην καταληκτήρια ουρά της έχει ως αναπόφευκτη συνέπεια τα όσα σήμερα του καταμαρτυρούνται, δικαίως από μια πλευρά, αλλά αδίκως από μια άλλη. Δεν είναι δυνατόν ένα πρόσωπο που δεν διαθέτει τίποτε άλλο παρά μια δημοσιότητα – τεράστια, θέλετε; Τεράστια – αποκτημένη με τερτίπια που το ίδιο δεν τα απέκρυψε ποτέ, αντίθετα τα ομολόγησε και τα προέβαλε όσο του ήταν δυνατόν, να το λογαριάζεις υπόλογο για συμπεριφορές καταστροφικές όσο κι ένα πρόσωπο που δεν υπήρξε παρακοιμώμενο ζάπλουτων, η Μύκονος, το Ντουμπάι και το Γκστάαντ, δεν ήταν όχι μόνο προτεραιότητά του, αλλά δεν το ενδιέφεραν καν.
Μόνο αν τον αισθανόταν κανείς ως αποδιοπομπαίο, όπως γίνεται σήμερα και τον καταψήφιζε αντί να τον εκλέξει δήμαρχο, θα μπορούσε να εκπλαγεί με όσα λέγονται. Οταν το σύνολο σχεδόν των τηλεθεατών ή οι κάτοικοι μιας συγκεκριμένης περιοχής θα αισθάνονται περιδεείς επειδή ένα πρόσωπο δεν έχει κανένα άλλο αποδεικτικό της αξίας του παρά μόνο μια μεγάλη δημοσιότητα, θα υφίσταται μέσα στο σώμα της κοινωνίας ένα κενό τόσο τρομερό όσο και η έκταση της καμένης γης στο πολύπαθο Μάτι.