Το βιβλίο αυτό είναι ένα ταξίδι. Διασχίζει το Αιγαίο Πέλαγος, ξεκινώντας από τις Κυκλάδες, διαπλέει τον Αργοσαρωνικό, από εκεί κατευθύνεται προς το Βόρειο Αιγαίο, για να γυρίσει νότια στη Ρόδο και να καταλήξει στην Κρήτη. Η αφήγηση κάθε άλλο παρά γραμμική είναι, αφού για το κάθε νησί επιλέγεται και μια διαφορετική αφηγηματική τεχνική.
Η αφήγηση τέμνει τον χώρο και τον χρόνο, τη φυσική και τη μεταφυσική εμπειρία. Ταξιδεύοντας στο Αρχιπέλαγος ο αναγνώστης λούζεται στο φως, αφήνεται στα κύματα που τον παρασέρνουν από νησί σε νησί, αγγίζει τον βράχο, το μάρμαρο, την άμμο και το αλάτι, συνομιλεί με τα μνημεία και τους ανθρώπους, αναπολεί και αναδομεί την ιστορία του αιγαιακού πολιτισμού, και αφού χορτάσει εικόνες, μυρωδιές, τον ήλιο και το θάμπος του, κλείνει το ταξίδι του πηγαίνοντας στο σκοτάδι του θανάτου για να αναγεννηθεί και να επιστρέψει τελικά στο φως.
Η αντίληψη του χώρου
Αρχαιολογικοί χώροι, μουσεία, λατρευτικοί χώροι και τοπία συνδέονται μεταξύ τους ώστε να προκύψει μια προσωπική αφήγηση του παρελθόντος. Η αντίληψη του χώρου είναι ενιαία χωρίς η αναπαράστασή του να θολώνει από τις σύγχρονες παρεμβάσεις στο τοπίο. «Η Παλαιόπολις της Ανδρου (…) θαρρείς ότι φτιάχτηκε για να την βλέπει ο επισκέπτης φτάνοντας απ" την ακτή. Πρόκειται για ένα αμφιθέατρο της φύσης και του αποτυπώματος της ανθρώπινης περιπέτειας, για ένα τοπίο οριοθετημένο». Η όψη των τοπίων αντιμετωπίζεται σαν ένα κοινό δημιούργημα των ανθρώπων του χθες και του σήμερα μαζί με τη φύση, η οποία έχει κεντρικό ρόλο σε ολόκληρο το βιβλίο.
Παρότι ο ελληνικός πολιτισμός έχει κεντρική σημασία στη ροή του βιβλίου, η εξιστόρηση περιλαμβάνει τους πολιτισμούς οι οποίοι με τον έναν ή τον άλλο τρόπο πέρασαν από το Αιγαίο και επηρέασαν τη διαμόρφωσή του. Γίνεται αναφορά στην παλαιολιθική Λέσβο, τη μεσολιθική και τη νεολιθική κατοίκηση στις Κυκλάδες, καθώς και σε πολιτισμούς της Μεσογείου οι οποίοι επηρέασαν τους πληθυσμούς του Αιγαίου. Η ιστορία των Σύριων, των Αιγυπτίων, των Φοινίκων, των Σλάβων, των Σαρακηνών, των Βενετών και των Οθωμανών χρησιμοποιείται σε διάφορα σημεία για να αποσαφηνίσει τις διαδικασίες διαμόρφωσης της πολιτισμικής ταυτότητας.
Παρά τον όγκο των πληροφοριών το βιβλίο παραμένει ελαφρύ, αλλά όχι «ανάλαφρο», και προσιτό στον μη ειδικό. Οι συγκρίσεις και οι παραλληλισμοί βοηθούν τον αναγνώστη να καταλάβει τη δυναμική του τοπίου μέσα από τον χρόνο, αλλά και να διαμορφώσει ο ίδιος τη δική του αντίληψη για το παρελθόν και τα κατάλοιπά του στο παρόν.
Περιηγητική δημοκρατία
Πρόκειται συνάμα για ένα βιβλίο περιηγητικής δημοκρατίας και πλουραλισμού. Στις σελίδες του ο αναγνώστης θα βρει αφηγήσεις για αντικείμενα ταπεινά, όπως τα λαξευμένα σε λίθο εργαλεία – δείγματα μαστοριάς ανώνυμου προϊστορικού τεχνίτη – αλλά και έργα αρχαίας τέχνης  – δείγματα υψηλής αισθητικής συχνά επώνυμου καλλιτέχνη. Στην αρχαιολογική ιδιόλεκτο γίνεται η διάκριση μεταξύ τεχνέργων και έργων τέχνης. Η προϊστορία της Εποχής του Λίθου, η μήτρα του ανθρώπινου πολιτισμού, αντιμετωπίζεται ισότιμα με την αρχαία κληρονομιά· η ελληνική αρχαιολογία είναι εξίσου ενδιαφέρουσα όσο και η παγκόσμια αρχαιολογία. Καθώς ο συγγραφέας έχει πλέον μεταμορφωθεί με τη σειρά του σε περιηγητή, μας καταθέτει με το βιβλίο αυτό μία μαρτυρία και συνάμα μία τρυφερή διαμαρτυρία. Διεκδικεί και κατακτά τη δική του μοναδική σχέση με το μνημειακό απόθεμα της νησιωτικής Ελλάδας, τη σχέση του πολίτη με τα υλικά κατάλοιπα της πανάρχαιης ιστορίας της. Καταφέρνει να ξεπεράσει το παραδοσιακό σύνορο, ηλεκτρικό φράχτη, του «ειδικού» από τον «μη ειδικό», και προσφέρει ακόμα και στην ειδικό, την αρχαιολόγο, το ευχάριστο ξάφνιασμα μιας διαφορετικής ανάγνωσης «των μαρμάρων», «των αρχαίων» που μετεωρίζεται μεταξύ μυθοπλασίας, ιστορίας και ταξιδιωτικής εμπειρίας.
Προσωπικές αναγνώσεις
Προτείνει, λοιπόν, μια πατριδογνωσία εναλλακτική. Παντρεύει το περιβάλλον με τις αρχαιότητες, τη φυσική ιστορία με την ιστορία του πολιτισμού όπως αυτή εγγράφεται στην ύλη. Προσφέρει έτσι τη νηνεμία και τη διαύγεια μιας ολιστικής ματιάς, μιας ματιάς στα μνημεία και τον περιβάλλοντα χώρο τους που οι ειδικοί επιστήμονες, ο αρχαιολόγος, ο βιολόγος, ο κοινωνικός ανθρωπολόγος, ο γεωλόγος, δέσμιοι των κανόνων της επιστημονικής τους πειθαρχίας, με δυσκολία θα μας δώσουν. Οι προσωπικές αναγνώσεις των μνημείων και της πανάρχαιης ιστορίας του αιγαιακού πολιτισμού αποτελούν κυρίαρχη ιδέα του βιβλίου και προκαλούν τους αναγνώστες να δημιουργήσουν οι ίδιοι νέες εικόνες για το παρελθόν. Σε κάθε κεφάλαιο επιχειρείται μια διαφορετική προσέγγιση του κάθε νησιού, του κάθε αρχαιολογικού χώρου, χωρίς ποτέ να προκρίνεται μια ανάγνωση ως η «σωστή». Η εμπειρία, η σχέση του υποκειμένου με τον χώρο, το εύρημα και την ερμηνεία του παραμένει κάτι εντελώς προσωπικό. Ο συγγραφέας υπογραμμίζει επιπλέον την ανάγκη της ανοιχτής πρόσβασης όλων, και όχι μόνο των ειδικών, στις αρχαιότητες και τους αρχαιολογικούς χώρους· αναδεικνύει κυρίως τη σημασία της αισθητηριακής επαφής του επισκέπτη με το μνημείο. Η επαφή αυτή του επιτρέπει να δημιουργήσει εξατομικευμένες αναμνήσεις και αφηγήσεις για το παρελθόν.  
Η Νένα Γαλανίδου είναι αναπληρώτρια
καθηγήτρια Προϊστορικής Αρχαιολογίας
του Πανεπιστημίου Κρήτης
«Οι ποιητές των ηφαιστείων» είναι ο τίτλος κεφαλαίου το οποίο αναφέρεται στη Θήρα, ωστόσο η ποίηση διατρέχει ολόκληρο το βιβλίο. Αλλοτε το διατρέχει στη μορφή αποσπασμάτων ποιημάτων, άλλοτε στη διάθεση της αφήγησης, η οποία συχνά αφήνεται να παρασυρθεί από το ειδυλλιακό τοπίο. Στίχοι του Εμπειρίκου, του Καβάφη και του Σεφέρη ντύνουν το κείμενο και εντείνουν την εμπειρία του αναγνώστη ο οποίος μεταφέρεται στους τόπους της αφήγησης. Τα τοπία ευωδιάζουν από τα βότανα, τα ανθισμένα λουλούδια και αντηχούν τον βόμβο επισκεπτών, των εντόμων και των ζώων. Κάθε κομμάτι της αφήγησης είναι τελικά μια πρόσκληση στον αναγνώστη να επισκεφτεί ή να ξαναεπισκεφτεί το Αιγαίο και τα μνημεία του, με διαφορετική διάθεση και με πρόθεση να ζήσει όσο το δυνατόν περισσότερες εμπειρίες κοντά και γύρω από αυτά.