Αβεβαιότητες και δοκιμασίες

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 18/06/2018 08:00 |

«Ας μη διαπραγματευόμαστε ποτέ με φόβο. Αλλά ας μη φοβόμαστε ποτέ να διαπραγματευθούμε»
(Τζον Φ. Κένεντι)
Η ευκταία ενσωμάτωση των Δυτικών Βαλκανίων στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ είναι ζήτημα κατεξοχήν γεωπολιτικό με ιστορικό βάθος στο παρελθόν και στο μέλλον. Γεωπολιτικοί είναι και οι παράγοντες που κάνουν κατ' αρχάς σημαντική την Ελλάδα στη Δύση.
Η προτεραιότητα της γεωπολιτικής έναντι θεμάτων ταυτότητας ήταν σαφής στη διαπραγμάτευση που έκανε η κυβέρνηση Ζάεφ. Αντίθετα, οι ταυτότητες κυριάρχησαν στην ελληνική πλευρά της διαπραγμάτευσης και στην όψιμη ενημέρωση της ελληνικής Βουλής και της κοινής γνώμης. Παράδοξο, αν σκεφθεί κανείς ότι η Ελλάδα κατέβαλε σημαντικό κόστος δικής της εθνικής ταυτότητας για να χωρέσει η γειτονική χώρα στις τρέχουσες γεωπολιτικές ανακατατάξεις και όχι αντίστροφα. Και το κατέβαλε με τρόπο άμεσο, εφόσον συμφώνησε να ξεκινήσει ενταξιακή διαδικασία για το ΝΑΤΟ και την ΕΕ πριν γίνει η αναγκαία συνταγματική αναθεώρηση στα Σκόπια.
Αυτή είναι η ουσία της μεγάλης παραχώρησης για αναγνώριση «μακεδονικής» εθνικότητας/ταυτότητας και γλώσσας που, μειώνοντας το erga omnes, αφήνει ανοικτό παράθυρο στον αλυτρωτισμό. Ταυτότητα και γλώσσα αποκτούν πολύ μεγαλύτερο εύρος χρήσης στον χώρο και τον χρόνο από ό,τι η στενότερη ονομασία «Βόρεια Μακεδονία» που προβλέφθηκε για το κράτος. Ταυτότητα που απλώνεται και στην ευμεγέθη διασπορά και τις δημογραφικές προοπτικές των γειτόνων.
Οι διεθνείς διαπραγματευτές προβάλλουν το βάσιμο επιχείρημα ότι η ένταξη της γείτονος στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ θα ανασχέσει πολύ πιο επικίνδυνους βαλκανικούς μεγαλοϊδεατισμούς, τη ρωσική, τουρκική και ισλαμική επιρροή. Αισιόδοξα εκτιμούν ότι η ενιαία περιφερειακή ασφάλεια θα γιατρέψει τις πληγές που άνοιξε στους Ελληνες η εν αιθρία παραχώρηση της ταυτότητας του «Μακεδόνα». Η συμφωνία έχει πολλές αβεβαιότητες και πολλές δοκιμασίες μπροστά της για να το αποδείξει. Οι Ελληνες έχουν πολλή προσπάθεια μπροστά τους για να παραμείνουν στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ ισχυροί και σεβαστοί πρωταγωνιστές της γεωπολιτικής που με αγώνες και με τις σωστές διεθνείς συμμαχίες διαμόρφωσαν στην ιστορία τους.
H υποβάθμιση αυτής της πρόσφατης ιστορίας - αντίθετα με τα προφανή για τον Μεγάλο Αλέξανδρο - έκανε την ελληνική διαπραγματευτική πλευρά συμβατή με το διεθνές γεωπολιτικό επιχείρημα. Αλλά εξέφραζε προπάντων μια παρερμηνεία ιστορικών φαινομένων που δεν αλλάζουν κατά βούληση. Είτε το θέλουμε είτε όχι, το ΝΑΤΟ και η ΕΕ, δηλαδή ο λεγόμενος «δυτικός κόσμος», αποτελείται από έθνη-κράτη. Που έχοντας περάσει διά πυρός και σιδήρου μέσα από δύο θερμούς Παγκοσμίους Πολέμους και έναν πιο πρόσφατο Ψυχρό συμβιώνουν ειρηνικά, διεπόμενα από διεθνείς συνθήκες και αμοιβαίες δεσμεύσεις ασφάλειας που έχουν ωριμάσει ώστε να μη χρειαστεί να ξανασυγκρουστούν. Το μοντέλο αυτό δεν αλλοιώθηκε ούτε πρόσφατα από την παγκοσμιοποίηση ούτε παλαιότερα από την εναλλακτική θεώρηση του σοβιετικού μπλοκ ή τα ρετρό πια συνθήματα από τα νεανικά κινήματα διαμαρτυρίας των σίξτις ότι συνταγή για την ειρήνη είναι να αντικαταστήσουμε τα έθνη από διεθνιστικές συλλογικότητες.
Εθνος-κράτος διεκδίκησαν και οι γείτονές μας, με νόμιμη και οριστική ονομασία και ταυτότητα. Το πήραν με το παραπάνω. Είναι εύλογο να ανησυχούν οι Ελληνες, αν το αυτονόητο για τους άλλους δικαίωμα να σκέφτονται με όρους έθνους-κράτους, θεωρείται γι' αυτούς συχνά προνόμιο κακομαθημένων παιδιών, ανώριμων για τη δημοκρατία. Αλλά η αξία του σύγχρονου έθνους-κράτους είναι η ίδια η δημοκρατία και πυρήνας της η ελευθερία του λόγου για να διαμορφώνονται ευρείες πολιτικές και κοινωνικές συναινέσεις.
Η Συμφωνία (στο Τρι-Εθνές) των Πρεσπών της 17ης Ιουνίου 2018, που φύσει και θέσει δίχασε τους Ελληνες, δεν κινδύνευσε από εγκλωβισμό γενικά στην ιστορία. Το πρόβλημά της είναι ο μονομερής εγκλωβισμός σε μια μειοψηφική και παρωχημένη θεώρηση της ιστορίας και των ταυτοτήτων πέρα από έθνη, ενδεχομένως και πέρα από τη μακρά διάρκεια της γεωπολιτικής, την πολλαπλάσια εποχών και υπερπολλαπλάσια εκλογικών κύκλων.
Η Κωνσταντίνα Ε. Μπότσιου είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια Σύγχρονης Ιστορίας και Διεθνούς Πολιτικής του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου και διευθύντρια του Ινστιτούτου Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Καραμανλής

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ