Οι στιγμές στις κηδείες είναι ιερές. Γι’ αυτούς που αποχαιρετούν τον δικό τους άνθρωπο. Τα παλιά χρόνια η σορός διανυκτέρευε στο σπίτι του νεκρού. Για να συνειδητοποιήσουν οι συγγενείς την απώλεια. Στις κηδείες περισσεύει η υποκρισία. Τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα. Ειδικότερα όταν πρόκειται για επωνύμους. Η κατάχρηση του ο νεκρός δεδικαίωται. Οταν φεύγει κάποιος, τα κακά και τα στραβά μπαίνουν στην άκρη. Ολοι έχουν να θυμηθούν τις καλές στιγμές. Ακόμα κι αν είναι ελάχιστες. Πλείστες οι φορές που περισσεύουν οι αγιογραφίες για τυχοδιώκτες και απατεώνες. Οταν πρόκειται για πρόσωπα του αποκαλούμενου δημοσίου βίου. Κανείς δεν πάει σε κηδεία για να πει κακή κουβέντα. Κι αν είναι να πει μία καλή, λέει δέκα. Η περίπτωση του Παύλου Γιαννακόπουλου (φωτογραφία) είναι μπορείς να πεις η εξαίρεση του κανόνα. Κανείς δεν πήγε στην κηδεία επειδή έπρεπε να πάει, κανείς δεν είπε τον καλό λόγο επειδή έπρεπε να τον πει.

Ευχαριστώ

Ο κόσμος συνηθίζει να παρευρίσκεται στις κηδείες επωνύμων. Πολιτικών, καλλιτεχνών κ.λπ. Είναι ένα είδος κουτσομπολιού. Να δουν και να τους δούνε. Υπάρχουν όμως οι περιπτώσεις της αυθόρμητης προσέλευσης. Για να τιμηθεί ο νεκρός. Ενα «ευχαριστώ» γι’ αυτά που έχει προσφέρει. Οπως στον Θανάση Βέγγο. Τον καλό άνθρωπο, που ο κόσμος θεωρούσε δικό του άνθρωπο. Κι αυτό δεν είχε να κάνει με τους ρόλους στις ταινίες, αλλά με τη στάση ζωής του. Μια τέτοια περίπτωση ήταν για τον κόσμο του Παναθηναϊκού ο Παύλος. Ο δικός τους άνθρωπος. Ο πατέρας, που αποκαλούσε τον κάθε γαβριά της εξέδρας «παιδί μου». Αυτός που είχε την πόρτα του ανοιχτή (αλλά και το πορτοφόλι του) σε όποιον είχε πρόβλημα. Αυτός που θεωρούσε τον απέναντι στο παρκέ αντίπαλο κι όχι εχθρό. Γι’ αυτό και ό,τι ειπώθηκε όλες αυτές τις μέρες για τον Παύλο ήταν από καρδιάς.

Διαδρομή

Συμφεροντολόγοι και παρτάκηδες οι οργανωμένοι. Το ότι αποκάλεσαν τον Παύλο «πατέρα μας» δεν ήταν σχήμα λόγου. Αρέσκονται στις υπερβολές και στα μεγάλα λόγια οι δημοσιογράφοι. Ο,τι λέχθηκε και ό,τι γράφτηκε για τον Παύλο ήταν αληθινό. Χειρότεροι των πολιτικών οι παράγοντες. Στην περίπτωση του Παύλου δεν πήγαν στην κηδεία από υποχρέωση ή από κοινωνικό καθήκον. Γράφτηκε ότι ο Παύλος τους ένωσε όλους. Οσους αισθάνθηκαν την ανάγκη ή την υποχρέωση να τον συνοδεύσουν στην τελευταία του κατοικία. Δεν ήταν ψέμα. Δεν ήταν υπερβολή. Η νοσηρή αντιπαλότητα είναι που τρώει τις σάρκες του επαγγελματικού αθλητισμού. Η εσωτερική αντιπαλότητα τρώει τις σάρκες του Παναθηναϊκού. Μακριά και από το ένα και από το άλλο, ο Παύλος. Δύσκολο, σπάνιο, σχεδόν ακατόρθωτο, για μια διαδρομή δεκαετιών στον πρωταθλητισμό.

Εξαίρεση

Ο πρωταθλητισμός, η καθημερινή και πολύχρονη αντιπαλότητα, φθείρουν. Σε υποχρεώνουν να γίνεις σκληρός. Σε κάνουν να λερώσεις τα χέρια σου. Ο Παύλος όλα αυτά τα χρόνια, φώναξε, διαμαρτυρήθηκε, τσακώθηκε, αλλά ποτέ δεν ξεπέρασε τα όρια. Κράτησε το επίπεδο ψηλά. Το κυρίαρχο για τον Παύλο ήταν η ομάδα του. Δεν κοιτούσε δεξιά κι αριστερά. Να την έχει, όσο ψηλότερα γίνεται. Να φέρει, να έχει τους καλύτερους. Τον καλύτερο προπονητή, τον Ομπράντοβιτς (φωτογραφία) για 13 χρόνια. Τους καλύτερους αθλητές, όπως αποκαλούσε ο ίδιος τους μπασκετμπολίστες. Δεν ασχολείτο με τους αντιπάλους. Σ’ έναν χώρο που περισσεύουν οι σαλταδόροι και οι τυχοδιώκτες, ο Παύλος ήταν η εξαίρεση. Οταν κατέρρευσε ο Ολυμπιακός κι ο Παναθηναϊκός δεν είχε αντίπαλο, ο Παύλος αντί να κατεβάσει τον πήχη τον ανέβασε πιο ψηλά. Επειδή είχε ευρωπαϊκό όραμα. Που έκανε πράξη. Ολα αυτά είναι που αναγνωρίζουν στον Παύλο φίλοι και αντίπαλοι.