Με λένε Νταβίντ. Γεννήθηκα στην Τιφλίδα της Γεωργίας τον Ιούνιο του 1976, ημέρα Δευτέρα. Μεγάλωσα περικυκλωμένος από τα αγάλματα του Λένιν. Η Σοβιετική Ένωση ήταν στην άνθησή της. Η ψύχωση του πολέμου με τη Δύση επίσης

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΣΥΝΟΡΩΝ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΩΡΓΙΑ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 09/02/2008 07:00 |
 Ημερολόγιο Συνόρων   Μια ιστορία από τη Γεωργία

LΙΝΚ:
www.gkapllani.com
Από τις πρώτες τάξεις του δημοτικού έμαθα να ζω με την ψυχολογία και την αισθητική του πολέμου. Έμαθα ότι η Αμερική είναι ο μεγάλος Σατανάς. Η Ευρώπη, η αδελφή του. Μας έλεγαν συνέχεια ότι στη Δύση πεθαίνουν από την πείνα, ενώ εμείς ζούμε σε έναν επίγειο παράδεισο...

Είμαι Γεωργιανός.Μεγάλωσα με την αίσθηση της υπερηφάνειας πως είμαι Γεωργιανός. Στη Γεωργία δεν χώνευαν τη Σοβιετική Ένωση, αλλά έκαναν προπόσεις στο όνομα του Στάλιν. Επειδή ήταν Γεωργιανός.

Μια γειτονιά,πολλές γλώσσες. Μεγάλωσα σε μια γειτονιά που έμοιαζε με παγκόσμιο χωριό. Ζούσαν μαζί Κούρδοι, Εβραίοι, Τούρκοι, Αρμένιοι, Ουκρανοί, Ρώσοι και πολλοί Έλληνες. Μεγάλωσα ακούγοντας πολλές γλώσσες. Καταλάβαινα ότι οι γλώσσες ήταν διαφορετικές. Δεν θεωρούσα διαφορετικούς αυτούς που τις μίλαγαν. Ο παππούς μου ήξερε πέντε γλώσσες. Ο πατέρας μου επίσης...

Εφηβεία και εθνικισμός. Στο Γυμνάσιο, το χόμπι μου ήταν να μαθαίνω χυδαία ανέκδοτα για τον Λένιν και τον Στάλιν. Ήταν η περίοδος που η Σοβιετική Ένωση άρχισε να φαλιρίζει. Η οικονομική κρίση έκανε θραύση. Μαζί της και ο εθνικισμός. Οι Γεωργιανοί ήθελαν να αποσχιστούν από τη Σοβιετική Ένωση. Τότε ακούστηκε το σύνθημα: «Η Γεωργία στους Γεωργιανούς». Ένα φασιστικό σύνθημα που τρόμαξε τους μη Γεωργιανούς. Οι παιδικοί μου φίλοι άρχισαν να εγκαταλείπουν τη γειτονιά. Οι Εβραίοι πήγαιναν στο Ισραήλ, οι Ρώσοι στη Ρωσία, οι Έλληνες στην Ελλάδα...

«Ήθελα να πολεμήσω».Το 1989 είδα τα ρωσικά τανκς στους δρόμους της Τιφλίδας. Ήμουν ένα από τα χιλιάδες παιδιά που τα πετροβολούσαν. Στις 9 Απριλίου, τα ρωσικά ΜΑΤ έσφαξαν δεκάδες Γεωργιανούς στην κεντρική πλατεία της Τιφλίδας. Ήταν το τέλος. Οτιδήποτε συμβόλιζε τη Σοβιετική Ένωση εξαφανίστηκε σε λίγες εβδομάδες. ΗΔύση, από μεγάλος Σατανάς, έγινε ο μεγάλος μας φίλος. Ο απόλυτος εχθρός τώρα ήταν οι Ρώσοι. Ειδικά όταν υποστήριξαν τον πόλεμο στην Αμπχαζία και την Οσετία. Οι εικόνες που σημάδεψαν την εφηβεία μου ήταν οι πρόσφυγες και τα πτώματα παιδιών της γειτονιάς μου που γύριζαν από το μέτωπο. Ήθελα να προστατεύσω την πατρίδα μου. Κατατάχτηκα στον στρατό. Εθελοντής. Ήμουν δεκαεπτά χρονών...

«Μέσα στα σκατά».Πέρασα τρία χρόνια ανάμεσα στα όπλα και τους νεκρούς. Στο μέτωπο δεν έτυχε να πάω. Κάποια στιγμή κατάλαβα ότι βρισκόμουν μέσα στα σκατά. Οι γονείς μου είχαν φύγει στην Ελλάδα. Είχαν εγκατασταθεί στη Θεσσαλονίκη. Τους είχαν βοηθήσει κάποιοι Έλληνες της Γεωργίας, φίλοι τους, που είχαν μεταναστεύσει πριν από αυτούς. Ήθελα να φύγω...

Το ταξίδι στην Ελλάδα.
«Την πρώτη μέρα, το αφεντικό με ρώτησε πώς με λένε. Έχω την εντύπωση ότι δεν άκουσε καν την απάντηση. Αμέσως μετά πρόσθεσε: «Θα σε φωνάζω Αλέκο»
Έβγαλα μια τουριστική βίζα, πληρώνοντας κάποια χρήματα. Ήρθα με λεωφορείο. Δεν είχα λεφτά για αεροπλάνο. Μόλις πέρασα τα σύνορα της Γεωργίας, κοίταξα πίσω. Ένιωσα μίσος και αγάπη μαζί για την πατρίδα που εγκατέλειπα. Ένιωσα ότι δεν θα γυρνούσα ποτέ πίσω πια... Ήταν Αύγουστος του 1996 όταν έφθασα στη Θεσσαλονίκη. Δυο πράγματα μου έκαναν εντύπωση. Τα γκρίζα μαλλιά της μητέρας μου. Είχε ασπρίσει μέσα σε λίγα χρόνια. Και τα παρκαρισμένα παντού αυτοκίνητα...

« Σε λένε Αλέκο». Δεν ήξερα ούτε λέξη ελληνικά. Τον πρώτο καιρό περιπλανιόμουν στους δρόμους της Θεσσαλονίκης. Ήθελα να μάθω την πόλη, να συνηθίσω τα ελληνικά. Δεν άφηνα ταμπέλα αδιάβαστη. Ακόμα και την πιο ασήμαντη. Δουλειά βρήκα σχετικά γρήγορα. Σε μια βιοτεχνία. Ανασφάλιστος. Την πρώτη μέρα το αφεντικό με ρώτησε πώς με λένε. Έχω την εντύπωση ότι δεν άκουσε καν την απάντηση. Αμέσως μετά πρόσθεσε: «Θα σε φωνάζω Αλέκο». Οι περισσότεροι εργάτες ήμασταν από την πρώην Σοβιετική Ένωση. Συνεννοούμασταν στα ρώσικα. Ένα κομμάτι της Σοβιετικής Ένωσης, λοιπόν, εργαζόταν παράνομα σε μια βιοτεχνία στη Θεσσαλονίκη. Για να χτίσει το καπιταλιστικό όνειρο...

Σερβιτόρος.Το 1998 έγινε η νομιμοποίηση των μεταναστών. Το αφεντικό μου δεν χάρηκε όταν άκουσε ότι πρέπει να μου κολλήσει ένσημα. Με χρειαζόταν όμως και στο τέλος ενέδωσε. Όταν έβγαλα νόμιμα χαρτιά, πήρα πίσω το πραγματικό μου όνομα: Νταβίντ. Ύστερα από ένα χρόνο έφυγα από τη δουλειά. Ήθελα περισσότερα χρήματα. Βρήκα δουλειά ως βοηθός υδραυλικός. Πολύ βαριά δουλειά. Είχα μάθει καλά ελληνικά και άρχισα να διαβάζω τις αγγελίες στις εφημερίδες. Από εκεί βρήκα μια δουλειά ως βοηθός σερβιτόρος. Στο «Ούζου Μέλαθρον». Οι εργοδότες μου δεν ενδιαφέρονταν για την καταγωγή αλλά για την αξία των εργατών τους. Τότε αγόρασα ένα σαξόφωνο. Έχω πάθος με τη μουσική. Στη Γεωργία έπαιζα κιθάρα. Εκτός από σερβιτόρος, δυο φορές την εβδομάδα, άρχισα να παίζω σε ένα πιάνο- μπαρ στη Θεσσαλονίκη...

Αυτοπεποίθηση.Όταν οι εργοδότες μου αποφάσισαν να ανοίξουν άλλο μαγαζί στη Λαμία, έστειλαν εμένα να αναλάβω τη δουλειά. Ήταν κάτι που άλλαξε οριστικά τον τρόπο που έβλεπα τον εαυτό μου. Ύστερα έγινα μάνατζερ. Τότε άρχισα να μαζεύω κάποια χρήματα. Κάποια στιγμή, αποφάσισα να φύγω. Ήθελα να κάνω κάτι περισσότερο. Εγώ μεγάλωσα ανάμεσα στα βιβλία. Αποφάσισα να σπουδάσω θέατρο. Γιατί θέατρο; Γιατί σου δίνει τη δυνατότητα να βγεις από τη βουβαμάρα...

Η Αθήνα και το θέατρο.Παράτησα τη δουλειά, αν και ήταν πολύ καλή. Ήρθα στην Αθήνα. Έμεινα στο σπίτι ενός γνωστού μου, μέχρι που νοίκιασα δικό μου διαμέρισμα. Βρήκα δουλειά γρήγορα σε γνωστό καφέ- μπαρ ως σερβιτόρος. Σύντομα έγινα υπεύθυνος δημοσίων σχέσεων. Για να μη στα πολυλογώ. Μπήκα στη δραματική σχολή το 2005. Έδωσα εξετάσεις στο υπουργείο Πολιτισμού. Ο μονόλογος που απάγγειλα ήταν από τη «Βρωμιά» του Σνάιντερ. «Με λένε Σαντ. Όχι, δεν είμαι λυπημένος. Έτσι είναι το όνομά μου». Έτσι αρχίζει... Όταν είδα το όνομά μου στη λίστα των επιτυχόντων έκλαψα...

«Νιώθω στο σπίτι μου».Γράφτηκα στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών. Η αρχή ήταν δύσκολη. Έριξα πολύ διάβασμα... Έφυγα ξανά από τη δουλειά. Βρήκα άλλη τη νύχτα. Χρειαζόμουν την ημέρα για τις σπουδές και τα χρήματα για να πληρώνω τα δίδακτρα. Τώρα παίζω στο Θέατρο του Νέου Κόσμου. Θέλω να ευχαριστήσω τον Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο που μας υποστήριξε σε αυτή την προσπάθεια. Τι μου χάρισε το ταξίδι της ξενιτιάς; Προπαντός αυτοπεποίθηση. Πώς βλέπω την Ελλάδα; Η Ελλάδα δεν είναι ούτε πρώτη ούτε δεύτερη πατρίδα μου. Αυτό που μετράει για ένα μετανάστη είναι εάν νιώθει ή όχι στο σπίτι του. Εγώ νιώθω στο σπίτι μου εδώ πέρα. Τόσο απλά...