Για τους έλληνες φίλους του ποδοσφαίρου, ο Φερνάντο Σάντος είναι κάτι σαν σύγχρονος Βάσκο ντα Γκάμα της προπονητικής. Εψαξε, εργάστηκε, κοπίασε και τελικά βρήκε την οδό αυτή που μπορεί να φέρει ένα άκρως θετικό αποτέλεσμα. Σκυθρωπός και ενίοτε δύσκολος έως και περίεργος ως χαρακτήρας; Αναμφισβήτητα, ναι. Αλλά εδώ μιλάμε για έναν εργάτη του ποδοσφαίρου που θέλει να φτάσει στον προορισμό του και όχι για κάποιον που χρειάζεται να λατρέψουμε για ένα επικοινωνιακό χάρισμα που (πιθανόν) να διαθέτει.

Ωστόσο, με αφορμή την έλευση του Πέδρο Μαρτίνς στον Ολυμπιακό, τι στο καλό έχουν οι πορτογάλοι προπονητές και γίνονται τόσο δημοφιλείς; Μήπως το κοκαλάκι της νυχτερίδας; Ή απλά σε παγκόσμιο επίπεδο ένας Μουρίνιο και ένας Βίλας Μπόας τους έκαναν μόδα;

Οργάνωση

Θα λέγαμε ότι οι κόουτς από αυτό το συγκεκριμένο κομμάτι της Ιβηρικής Χερσονήσου ουδέποτε κόμισαν κάτι το αληθινά καινοτόμο στο ποδόσφαιρο. Ούτε φυσικά μια επανάσταση στο στυλ. Δεν μιλάμε καν για σχολή. Ωστόσο, θα ήταν κάποιος αληθινά στενόμυαλος αν δεν αναγνώριζε πως έχουμε να κάνουμε με πραγματιστές, συντηρητικούς τύπους στο αγωνιστικό κομμάτι, που απέχουν πολύ από τη νοοτροπία του «όσα πάνε και όσα έρθουν». Δύσκολα οι ομάδες τους δέχονται φάσεις και ώρες ώρες ακόμη δυσκολότερα φτιάχνουν δικές τους! Λες και βραχυκυκλώνουν. Σίγουρα όμως ελέγχουν απόλυτα τον ρυθμό του αγώνα, κάτι που κρίνεται ως κομβικό στις μέρες μας και οι ομάδες είναι ξεκάθαρα πολύ οργανωμένες και συμπαγείς. «Ολοι πρέπει να τρέχουν για κάποιο σκοπό. Οχι να αναλώνουν άσκοπα τις δυνάμεις τους και μετά να υπάρχει θέμα με τη φυσική κατάσταση. Η μετάβαση από την άμυνα στην επίθεση και το αντίστροφο, θεωρείται κάτι το σημαντικό» τους ακούνε συχνά-πυκνά να λένε ποδοσφαιριστές που έχουν εργαστεί με Πορτογάλους. Οντως, όπως ήθελε και θέλει πάντα ο Φερνάντο Σάντος, το τρέξιμο πρέπει να «σετάρει» άριστα με την τακτική. Οσο για πορτογάλους κόουτς που είδαμε; Το μέτρημα μπορεί και να χαθεί. Ζαρντίμ, Σίλβα, Περέιρα, Μπέντο στον Ολυμπιακό, Φερέιρα, Πεσέιρο στον Παναθηναϊκό, Μοράις στην ΑΕΚ, Σα Πίντο στον Ατρόμητο, Καρβαλιάλ, Οσάριο στον Αστέρα Τρίπολης και είναι βέβαιο ότι κάποιον λησμονήσαμε. Αν κάποιος ρωτήσει ένα ακόμη βασικό χαρακτηριστικό του χαρακτήρα τους, ασφαλώς πρέπει να σταθεί στη φιλοδοξία. Ως χώρα η πατρίδα τους έχει πολλά κοινά με την Ελλάδα, δεν νιώθουν ότι κάνουν πισωγύρισμα στην καριέρα τους, τουναντίον αντιμετωπίζουν την πρόταση ως πρόκληση για κάτι παραπάνω. Ισως γι’ αυτό προοδεύουν θεαματικά στην πορεία και είναι απόλυτα επιτυχημένοι, με αποκορύφωμα βέβαια τον Ζαρντίμ που ήδη με τις επιτυχίες του στο Πριγκιπάτο θεωρείται εκ των καλύτερων τεχνικών της Γηραιάς Ηπείρου.

Χαρακτήρας

Σοβαροί και κουμπωμένοι οι Πορτογάλοι, χειρίζονται καλά την ψυχολογία του Ελληνα. Οπαδού και ποδοσφαιριστή. Ισως γιατί γνωρίζουν τα κουμπιά μας, προσεγγίζουν τα γνωρίσματά μας, ενώ παράλληλα αναπτύσσουν τις ικανότητές τους στο ποδόσφαιρο. Σε αυτό παίζει σημαίνοντα ρόλο και η ευρυμάθειά τους, γιατί οι περισσότεροι δεν είναι «μόνο ποδόσφαιρο», αλλά διαθέτουν και ακαδημαϊκή μόρφωση. Αυτό τους επιτρέπει να στέκονται με αξιοπρέπεια παντού, να χαλιναγωγούν τις εκρήξεις τους (με κάποιες εξαιρέσεις, βεβαίως), ενώ αξίζει να επισημάνουμε και το γεγονός ότι διδάσκεται στη χώρα τους η προπονητική ως μάθημα προαιρετικό. Πέρα από τα σεμινάρια, που από την Ομοσπονδία είναι κάτι σαν χιονοστιβάδα. Επενδύει, δηλαδή, η Πορτογαλία στο θέμα του προπονητή και ειδικά στην επιστημονική κατάρτιση που μπορεί να λάβει κάποιος ενδιαφερόμενος. Με αποτέλεσμα η συνολική μεθοδολογία τους να βασίζεται σε στέρεες βάσεις.

Τι άλλο εκτιμάται ως σπουδαίο και αξίζει να τονιστεί; Οι πορτογάλοι προπονητές, αν προσπεράσουμε τους φτασμένους και τους ευρισκόμενους στο τοπ, δεν έχουν παράλογες απαιτήσεις. Μπορούν, δηλαδή, να χτίζουν με υλικά όχι ακριβά, δίχως σπατάλες. Το δε σύνολο που παραδίδουν στον κόσμο και την (εκάστοτε) διοίκηση είναι συνήθως αποδεκτό και εκπληρώνει τους στόχους της ομάδας. Συνήθως… Και ίσως για όλα τα ανωτέρω ή έστω για τα περισσότερο από αυτά να έχουν καθιερωθεί ως αξιοπρόσεκτο brand name στην Ευρώπη και βεβαίως στη χώρα μας…