]

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 12/10/2009 07:00 |

Τι κάνει...
... κάποιος όταν τα έχει όλα και δεν του λείπει τίποτα; Για να δώσει απάντηση σε αυτό το ερώτημα, το Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ έκανε μια έρευνα με μερικά ευτυχισμένα ποντίκια. Έβαλαν τα ποντίκια σε έναν λαβύρινθο πολυτελείας, με όλα τα κομφόρ που θα μπορούσε ποτέ να επιθυμήσει ένα σύγχρονο τρωκτικό: σέξι θηλυκά, άφθονη μάσα, παιχνίδια, τηλεόραση πλάσματος. Αυτός ο παράδεισος είχε όμως μια παγίδα. Στην άλλη άκρη του λαβυρίνθου, οι επιστήμονες κατασκεύασαν ένα διαδρομάκι με μια ηλεκτροφόρο σχάρα στο δάπεδο, που οδηγούσε σε έναν απόλυτα άδειο θάλαμο τον οποίο δεν μπορούσαν να δουν τα ποντίκια. Για να φτάσουν εκεί, έπρεπε να πατήσουν στη σχάρα και να ψηθούν. «Θα το κάνουν;» ήταν το ερώτημα που απασχολούσε τους επιστήμονες. Θα αποφάσιζαν αυτά τα ευτυχισμένα και καλοζωισμένα ποντίκια να ψηθούν στη σχάρα χωρίς κανέναν προφανή λόγο; Είχαν τα πάντα. Γιατί να πάνε να βασανιστούν για κάτι άγνωστο και μάλλον περιττό; Να τι συνέβη. Αφού απόλαυσαν μερικές εβδομάδες τον παράδεισό τους, τα ποντίκια άρχισαν ένα ένα να γυροφέρνουν τη σχάρα. Και ύστερα, όλα ανεξαιρέτως αποφάσισαν να υποστούν το μαρτύριο του περάσματος, μόνο και μόνο για να δουν τι υπήρχε στον άλλο θάλαμο.

«Ποια ήταν...
... τα βαθύτερα κίνητρα των ποντικιών;» αναρωτιέται ο Μαρκ Μόρφορντ. Και τα παραλληλίζει με τους ανθρώπους της ΝΑSΑ. «Ξόδεψαν εκατομμύρια δολάρια», γράφει στην εφημερίδα «Σαν Φρανσίσκο Κρόνικλ», «ανοίγοντας έναν τεράστιο κρατήρα στην επιφάνεια του ρομαντικού μας γείτονα για να βρουν νερό. Όσα κι αν έχουν μερικοί, πάντα θέλουν να αποκτήσουν κι άλλα, και τούτο κι εκείνο και το άλλο κι ακόμη παραπάνω, αδιαφορώντας για το κόστος και τον πόνο».

Τι είδαν...
... οι Σεληνάνθρωποι; Αν υπάρχουν. Κι αν επέζησαν από τον βομβαρδισμό των Αμερικανών. Ίσως ό,τι είδαν και οι Λονδρέζοι του 1898, όταν διάβασαν για πρώτη φορά τον «Πόλεμο των κόσμων»: εισβολείς «ασυμπάθητους, με απέραντη και ψυχρή νοημοσύνη», όπως ακριβώς περιέγραψε τους Αρειανούς ο Χ. Τζ. Ουέλς στο τρομακτικό βιβλίο του. Σύμφωνα με τον Τομ Ένγκελχαρντ, η ιδέα για το βιβλίο γεννήθηκε στον Ουέλς από αυτήν τη σκέψη: Τι θα συνέβαινε αν έφθαναν στην Αγγλία κάποιοι με το ίδιο αίσθημα ανωτερότητας που νιώθουν οι Άγγλοι για τους άλλους λαούς και με προηγμένα όπλα που θα μπορούσαν να μετατρέψουν αυτό το αίσθημα σε μια ζοφερή πραγματικότητα;

Σε ένα άλλο...
... σεληνιακό τοπίο, στο Ιράκ, όπου τα αμερικανικά στρατεύματα επέπεσαν σαν εξωγήινοι επιδρομείς, ο ταγματάρχης Γκάι Παρμίτερ πίστευε πως έκανε ανθρωπιστική αποστολή. Αλλά βασανιζόταν από αυτήν τη σκέψη: «Τότε γιατί μας βλέπουν οι Ιρακινοί τόσο ασυμπάθητους;». Μόλις βρέθηκε μπροστά σε έναν χωρικό, στην επαρχία Σαλαντίν, τον ρώτησε: «Μήπως είδες τίποτα πολεμιστές του εχθρού;». Κι εκείνος του αποκρίθηκε: «Ναι, εσένα». Ολόκληρη η αλήθεια σε δύο μονάχα λέξεις. Τουλάχιστον οι Αρειανοί είχαν μια ωμή ειλικρίνεια. Δεν φιλοδοξούσαν να γίνουν συμπαθητικοί. Ούτε διεκδικούσαν κανένα Νομπέλ Ειρήνης.

2
Μιχάλης.
12/10/2009 13:35
Το πείραμα δε μας λέει αν η ηλεκτροφόρος σχάρα είχε κλιμακωτή ένταση. Ο συγγραφέας δε μας δίνει λεπτομέρειες. Εμένα δε μου λέει τίποτα μια σκέτη ηλεκτροφόρα σχάρα. Η σχάρα θα έπρεπε να έχει κλιμακωτή ένταση, να έχει δηλαδή 3 στάδια. Τα ποντίκια που θα πέθαναν στην προσπάθεια τους να περάσουν, να βρίσκονται σε κοινή θέα για κάποιο χρονικό διάστημα, ώστε τα άλλα ποντίκια να τα βλέπουν και να σταθμίζουν τον κίνδυνο, και το ρίσκο, αν μπορούν να το κάνουν. Το ποιο ενδιαφέρον βέβαια είναι όταν το πείραμα γίνεται σε μεγάλο χρονικό διάστημα. Γιατί είναι ποιο ενδιαφέρον; Μα για να δούμε, αν τα ποντίκια θα αναπτύξουν κάποιο είδος γενετικού μηχανισμού που θα τα επιτρέπει να έχουν ανοσία στην θερμότητα. Το πείραμα γίνεται καλύτερο με πιθήκους, που είναι ποιο έξυπνοι από τα ποντίκια. Έχουν μέλλον οι Επιστήμονες. Ο Άνθρωπος παρόλο που χάνει αρκετούς ανθρώπους στην εξερεύνηση του αγνώστου, εντούτοις βρίσκει τρόπους, τουλάχιστον τεχνολογικά να το προσπέρνα. Όσο αφορά την σύγκριση με τους Ανθρώπους της ΝΑΣΑ, ατυχή. Εδώ μιλάμε για ένα πείραμα που παίζει ρόλο στην εξερεύνηση του διαστήματος.
nicholas
12/10/2009 10:32
E το νόμπελ στον Ομπάμια μας χάλασε, το νόμπελ στον Κίσσινγερ όχι όμως