Γυρίζοντας την τελευταία σελίδα σκέφτομαι και γράφω ταυτόχρονα… Τι μας συνδέει τελικά; Τι είναι αυτό που είναι ικανό να μας ενώσει αληθινά, εμάς τους τόσο διαφορετικούς παράξενους ανθρώπους που κατοικούμε στον τόπο αυτόν;

Ο Θανάσης Νιάρχος συνέλαβε κάτι πολύ σημαντικό στη σύνθεση ενός βιβλίου με ετερόκλητες μικρές ιστοριούλες ανθρώπων με διαφορετική γραφή, πορεία και τονικότητα στην ευαισθησία τους. Και ακριβώς στο ετερόκλητο βασίζεται η μαγεία μιας ατράνταχτης σύνδεσης. Μια λέξη, τα κορόμηλα, ικανή να μας ξανακάνει αδέρφια και φίλους και πατριώτες μιας πατρίδας αληθινής, δεμένης με τη ζωή μας.

Μα τα κορόμηλα; Γιατί τα κορόμηλα (τζάνερα, μπερεκέτια, πράουστα, αβράμηλα, μπρούνες κ.λπ.); Μα γιατί υπήρχαν και υπάρχουν παντού, αφανή, ευτελή, χαρούμενα και πρόθυμα να μας δοθούν. Στα κορόμηλα των παιδικών μας χρόνων (ίσως και στα ακανθώδη φραγκόσυκα) ο κομμουνισμός επέτυχε πλήρως και, τολμώ να πω, διαρκεί ακόμη, αφού όποιος είχε ανάγκη έτρωγε όσα ήθελε χωρίς κανείς να τον κυνηγήσει στα σοβαρά. Η κατανάλωση σταματούσε ακριβώς με φυσικότητα στην απειλή μιας πιθανής διάρροιας που την υπολογίζω στα τρία – τέσσερα κορόμηλα μετά τον κορεσμό. Στα σύκα λόγου χάριν, που δίνουν και αυτά την εντύπωση διαθεσιμότητας, όχι, υπήρχε σοβαρό κυνηγητό ήδη από την αρχαιότητα. Στα φρούτα συνεπώς όπου επικρατεί η ιδιοκτησία και ο καπιταλισμός και η αποφυγή της διάρροιας καθίσταται αδύνατη, αν μας νικήσει η επανάσταση ή η κλεπτομανία.

Μα τι πολυτέλεια είναι αυτή, η πολυτέλεια του κορόμηλου! Στη μεσημεριάτικη πείνα, στην κάψα μιας τρεχάλας στην ανηφοριά, η κορομηλιά πρόβαλε σαν γαλλικό ζαχαροπλαστείο. Η πολυτέλεια του «ακριβού» φτηνού και ευτελούς μάς συνδέει όλους με απόλυτη ασφάλεια, αφού κανείς δεν θα ζητήσει την αποκλειστική του πατρότητα και την ιδιοκτησία αφενός και αφετέρου μας προσφέρεται ακριβώς στη στιγμή που το έχουμε ανάγκη χωρίς αντίτιμο.

Καταγόμενος από την Αίγυπτο, τρίτη γενιά, δεν έχω στην Ελλάδα οικογενειακές ιδιοκτησίες, ούτε και σχέσεις καν, με τις τέσσερις ιδιαίτερες πατρίδες. Η πατρίδα ήταν για μας μόνο ιδέα, ως απόλυτη τιμή, χωρίς κανένα υλικό αντίκρισμα. Μου φαινόταν αστείο πάντα να ακούω βαθιές αντιπαλότητες στις πόλεις και τα χωριά, ακόμα και στις συνοικίες μεταξύ τους.

Πατρίδα είναι ξεκάθαρα για μένα η σύνδεση της καθημερινής κοινής ζωής, το κοινό βίωμα στην ανάγνωση της Ιστορίας μας, στην παιδική μνήμη, στην προσδοκία του μέλλοντος. Αυτό μόνο μπορεί να συνδέσει το καθημερινό, το κοινό βίωμα, που χρωμάτισε όλων μας τη ζωή με τον ξινόγλυκο χυμό του. Και κοινό δεν μπορεί να είναι παρά κάτι το αδιατίμητο. Και το αδιατίμητο στη ζωή γίνεται αντιληπτό μόνο μέσα στο ένδυμα του ευτελούς. Ο Ιησούς Χριστός. Ο Σωκράτης. Το λαϊκό και το δημοτικό τραγούδι. Το «Für Elise» που το συλλαβίζει στο πιάνο ο καθείς. Ευτελές όσο και πανάκριβο, γι’ αυτό αδιατίμητο.

Διασκέδασα με τις ιστορίες όλες μία μία ξεχωριστά. Σε κάποιες, ναι, το δάκρυ έτρεξε κορόμηλο. Υπέροχες οι εικονογραφήσεις οδηγούν τη φαντασία μας σαν ράγες τρένου σε ταξίδι προδιαγεγραμμένο. Ομως ποτέ δεν φαλτσάρισαν οι εικόνες αυτές με τις εικόνες που μου γέννησαν οι ιστορίες οι ίδιες.

Ωστόσο η παγίδα που μας έστησε ο Θανάσης Νιάρχος υπάρχει και υπερίπταται των εντός του βιβλίου ιστοριών. Μια ιμπρεσσιονιστική υπεριστορία που απηχεί όλες τις γραμμένες, άγραφη και ωστόσο απροσδιόριστα γνώριμη, στη μείξη των αντίλαλων στο βάθος βάθος του βιβλίου συντίθεται σε κάτι ξέχωρο, αισθητό και ωστόσο αόριστο, σαν προχωρημένος Ντεμπισί ή Ραβέλ.

Η ρυθμολογία των ιστοριών, η μεγάλη φόρμα τους που συντέθηκε εν αγνοία των επιμέρους συγγραφέων, είναι πανέξυπνη και μαγική. Σαν σε όλες τις ιστορίες σαν πρωταγωνιστής ή σαν Πυλάδης στέκει μια κορομηλιά (πλην αυτής του Βασίλη Παπαβασιλείου όπου το κορόμηλο είναι nature morte). Υποψιάστηκα ότι πρόκειται για την ίδια κορομηλιά που έζησε όλες αυτές τις ιστορίες των ανθρώπων στη σκιά της. Και αν της ζήταγα να γράψει από αυτές τις ιστορίες μία που να τις συνδέει, θα μου χάριζε απλά ένα ώριμο φρούτο της. Αυτό το ένα κορόμηλο κρατεί στην τσέπη του ο Νιάρχος.

Δεν είναι δουλειά μου να αποτιμήσω το βιβλίο, μα θα το κάνω. Είναι ένα υπέροχο και αδιατίμητο βιβλίο. Ιδανικό να δοθεί από φίλο σε φίλο. Δανεικό κι αγύριστο. Τα κορόμηλα δεν δανείζονται, εξάλλου.
Ο Δημήτρης Παπαδημητρίου είναι μουσικοσυνθέτης. Εχει διατελέσει διευθυντής του Τρίτου Προγράμματος και γενικός διευθυντής της Ελληνικής Ραδιοφωνίας
Συνεργασία

Ποιοι έγραψαν και σχεδίασαν

Τα διηγήματα του βιβλίου έγραψαν οι: Δημήτρης Αγγελής, Γιώργος Γκόζης, Γιάννης Δούκας, Μάνος Ελευθερίου, Μαρίνα Καραγάτση, Θωμάς Κοροβίνης, Σπύρος Μαντζαβίνος, Μιχάλης Μοδινός, Βασίλης Παπαβασιλείου, Βαγγέλης Προβιάς, Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Σωτήρης Σόρογκας, Βαγγέλης Χρόνης, Χρήστος Χωμενίδης και Θανάσης Θ. Νιάρχος.

Τα σχέδια έκαναν οι: Κώστας Σιαφάκας, Ντίνος Πετράτος, Γιάννης Ψυχοπαίδης, Θανάσης Μακρής, Αλέκος Φασιανός, Ειρήνη Κανά, Τάσος Μαντζαβίνος, Γιώργος Λαζόγκας, Αλέξης Βερούκας, Δημήτρης Κατσιγιάννης, Σωτήρης Σόρογκας, Γιάννης Μετζικώφ, Μάριος Σπηλιόπουλος, Χρήστος Μποκόρος.

Το εξώφυλλο κοσμεί έργο του Σωτήρη Σόρογκα. Η ιδέα της δημιουργίας και η επιμέλεια του συλλογικού αυτού τόμου ανήκουν στον Θανάση Θ. Νιάρχο.

Συλλογικό

Τα κορόμηλα δεν θέλουν ζέσταμα

Επιμέλεια: Θανάσης

Θ. Νιάρχος

Εκδ. Καστανιώτη, 2017, σελ. 176

Τιμή: 10,60 ευρώ