Σε μια εποχή που τα πάντα (από την εκπαίδευση έως την πολιτική και από τα κοινά ήθη στην τέχνη) έχουν αποδομηθεί με μέθοδο και συστηματικά, συνειδητά και συχνότατα κατευθυνόμενα από συγκεκριμένα κέντρα αλλοίωσης της Ιστορίας και των ηθών ενός λαού με παρελθούσα πνευματική ευφορία και πρωτοτυπία, είναι παρήγορο να επιστρέφουν κάποιοι ευαίσθητοι συμπολίτες μας, ρισκάροντας να γίνουν αποσυνάγωγοι και όχι σπάνια ύποπτοι στην καθεστηκυία τάξη που ονομάζεται παγκοσμιοποίηση, να γυρίζουν και ν’ αναζητούν ρίζες, φαινόμενα, τάσεις, μορφές, συνθήκες που διαμόρφωσαν, έκριναν, διαφοροποιήθηκαν στο παρελθόν και έτσι δημιούργησαν μια περιουσία, μια παρακαταθήκη, ένα ελληνοταμείον, μια κιβωτό που όπως όλες οι κιβωτοί διέσωσε την ποικιλία των τρόπων ζωής ενός λαού που κληρονόμησε μια πνευματική και πολιτική πολυμορφία, μια εξαίσια αντιφατική σύνθεση από αρετές και ελαττώματα. Γιατί δεν είναι σπάνιο τα ελαττώματα ενός λαού να είναι το γευστικότερο καρύκευμα του ιστορικού του άρτου.

Στην εποχή λοιπόν που στον τόπο μας κυριαρχεί ένας πολιτιστικός αχταρμάς, μια κουρελού όπου τα ξεφτίδια από όλες τις παρακμές που σημάδεψαν την πορεία του δυτικού κόσμου γίνονται αισθητικό αίτημα, προβαλλόμενο πρότυπο και ανατρεπτικός κάθε παρελθούσας κατάκτησης της τέχνης κανόνας. Αν ρίξετε μια ματιά στο τι σήμερα π.χ. επικρατεί στη λογοτεχνία παγκοσμίως, κατευθυνόμενο από γνωστούς και άγνωστους άσχετους με τη λογοτεχνία εργολάβους πολιτισμού, θα διαπιστώσετε πως συστηματικά υπονομεύονται και ο οδηγός ανάγνωσης της παγκόσμιας λογοτεχνίας του Εζρα Πάουντ και ο «Κανόνας» της παγκόσμιας λογοτεχνίας του Χάρολντ Μπλουμ.

Εκείνο που είναι άκρως παρηγορητικό είναι πως από ένστικτο(;) νεότερες γενιές που απέτυχε προς το παρόν να αλλοτριώσει η χωλή και ανερμάτιστη εκπαίδευση ανακαλύπτουν το παρελθόν της λογοτεχνίας, της μουσικής, των εικαστικών, του χορού αυτού του τόπου και δημιουργούν πυρήνες μελέτης, απόλαυσης και συχνότατα πρακτικής μαθητείας. Γεμίζουν τα θέατρα και τα ταμεία των θεάτρων με παραστάσεις έργων πεζογραφίας του Παπαδιαμάντη, του Βιζυηνού, του Ροΐδη, του Μακρυγιάννη, του Καραγκιόζη, των απομνημονευμάτων των αγράμματων αγωνιστών του ’21, των μαρτυριών μεταναστών, εξορίστων, προσφύγων, φυλακισμένων. Πολλά από αυτά τα κείμενα είναι γραμμένα σε γλώσσα που μια ηλίθια εκπαιδευτική πολιτική αποσκοράκισε από τη σχολική πράξη ως τάχα μου ακατανόητη για τα νέα παιδιά και ιδεολογικώς συντηρητική!

Σε μια άλλη δύσκολη για τη συνείδηση του Γένους εποχή, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, η γενιά του ’30 βυθίστηκε και στη γλώσσα και στα ήθη των ανθρώπων που με ύφος απέριττο κατέθεσαν τις εμπειρίες τους από τις χαμένες πατρίδες. Ηταν η εποχή που η στροφή αυτή γινόταν και στην Ευρώπη μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και την ταραχή όλων των αξιών. Σ’ αυτή την περίοδο η προσοχή στράφηκε προς τους «Ασπούδαχτους». Τότε στην Ελλάδα ανακαλύψαμε τον Μακρυγιάννη, τον Θεόφιλο, τον Καραγκιόζη ή οι λόγιοι έγραψαν κείμενα κατά μίμηση των ασπούδαχτων, αυτών δηλαδή που δεν έγραφαν για να κάνουν ασκήσεις ύφους αλλά για να εκφράσουν καημούς, παράπονο, οργή και όνειρα. Ετσι πλούτισαν τη λογοτεχνία μας με εξαίσια γραπτά ανάδειξης του απέριττου ασπούδαχτου, ανεπιτήδευτου ύφους ο Δούκας με την «Ιστορία ενός αιχμαλώτου» και ο Κόντογλου με όλα τα γραπτά του. Ακόμη και το πρωτόλειο του Βενέζη, «Το νούμερο», χρονικό του διωγμού των Ελλήνων της Μικράς Ασίας, είναι μίμηση, όχι μαϊμουδισμός, των λαϊκών χρονικών και των «ενθυμήσεων». Αργότερα θα ακολουθήσουν η Διδώ Σωτηρίου και ο Κοσμάς Πολίτης και πιο πρόσφατα ο Θανάσης Βαλτινός με τον «Κορδοπάτη».

Είχα τη μεγάλη τιμή να προλογίσω, κατά την επιθυμία του συγγραφέα του στη διαθήκη του, τα έξοχα απομνημονεύματα του εξαίσιου μπουλουκτσή Χρέλια (εκδόσεις Καστανιώτη), ένα πηγαίο και πολύτιμο αποθησαύρισμα γεγονότων και εθίμων και συμπεριφορών μιας ηρωικής καλλιτεχνικής αποκέντρωσης σε δύσκολες εποχές (Κατοχή, Εμφύλιος, αστυνομικό κράτος).

Το 1978 από τις εκδόσεις Παπαζήση εκδόθηκαν τα απομνημονεύματα του Μάρκου Βαμβακάρη που κατέγραψε στο μαγνητόφωνο και επεξεργάστηκε με κριτήρια αυστηρώς επιστημονικά η μουσικολόγος Αγγελική Βέλλου – Κάιλ. Πρόκειται για ένα γλωσσικό λαϊκό μνημείο και συνάμα μια κατάθεση ζωής ενός μεγάλου ασπούδαχτου μουσικού δημιουργού και αυθεντικού ανθρώπου. Συριανός, καθολικός το θρήσκευμα, ο Μάρκος έφτασε στο τραγούδι αφού ενέγραψε πάνω στο πετσί του όλες τις εμπειρίες, τα αδιέξοδα, τα βάσανα, τις απορρίψεις, τους αποκλεισμούς μιας, όπως και τόσες άλλες, τραυματικής ελληνικής περιόδου: Μικρασιατική Καταστροφή, απανωτές δικτατορίες, Μεταξάς, Αλβανία, Εμφύλιος, φυλακές και εξορίες, χασισοποτεία, μπαρμπουτιέρες, μαγκιά και κοινωνική απαξίωση.

Αν θέλει κανείς να μείνει στη γλώσσα του Μάρκου (θυμίζω πως η Κάιλ καταγράφει στο μαγνητόφωνο), θα έχει ένα ανεπανάληπτο προφορικό δείγμα της ομιλούμενης ελληνικής όπως είναι αποτυπωμένο στα χείλη ενός περίπου εβδομηνταπεντάχρονου χρήστη που σώρευσε ντοπιολαλιά (Σύρος), περιθώριο της Πειραϊκής, γλώσσα των εφημερίδων, ακούσματα της αγοράς και των γειτονιών της πρωτεύουσας που συνεχώς εμπλουτίζεται γλωσσικά από πρόσφυγες, εσωτερικούς μετανάστες μετά την Κατοχή και κυρίως τον Εμφύλιο. Θυμίζω τα Μανιάτικα του Πειραιά και τους κυρίαρχους Ρουμελιώτες του Ζωγράφου, τις εστίες των Κρητικών, των Ποντίων, τους Ατσίγγανους και τους Στρατιωτικούς του Παπάγου. Τόσοι άνθρωποι, τόσοι τόποι, τόσες «γλώσσες».

Ο Μάρκος Βαμβακάρης, αυτοδίδακτος μουσικός και λαϊκότροπος στιχουργός, αποτυπώνει στα τραγούδια του κάθε λογής ακούσματα, δημοτικής μουσικής, εκκλησιαστικής, αστικής, λόγιας και ιδιωματικής των αποκλήρων, των φυλακισμένων, των πρεζάκηδων, της λαχαναγοράς, των μεταναστών και των ξεπεσμένων εμπόρων.

Παλιότερα, όταν δημοσιεύτηκαν τα απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη συνοδευόμενα από τα θρησκευτικά του παραληρήματα, η έκδοση του Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης τα συνόδευσε με ένα γλωσσάρι. Ε, λοιπόν, η λαϊκότητα της γλώσσας του αγράμματου αγωνιστή αποδεικνυόταν και από το γεγονός πως οι λέξεις που χρησιμοποιούσε μόνο ένα δέκα τοις εκατό ήταν αφηρημένες έννοιες (προϊόντα εγκύκλιας παιδείας). Οι υπόλοιπες ήταν συγκεκριμένα «πράγματα».

Ετσι και η γλώσσα του Βαμβακάρη.

Τώρα επίσης η μουσικολόγος – παιδαγωγός Νάνση Τουμπακάρη καταβυθίστηκε στο απομνημόνευμα του Μάρκου και φιλοτέχνησε έναν εξαίσιο μονόλογο, όπου διασώζονται η γλωσσική αυθεντικότητα, το καίριο και ευθύ ύφος του προφορικού λόγου και η ακρίβεια της καταγραφής γεγονότων, απόψεων και κρίσεων μιας πολύτιμης και δοκιμασμένης στο αμόνι της πραγματικότητας εμπειρίας.

Αυτό το έξοχο κείμενο έφερε στη σκηνή του θεάτρου Στοά ο Θανάσης Παπαγεωργίου και το δόξασε.

Ο Παπαγεωργίου μαζί με τη Λήδα Πρωτοψάλτη από το 1969 υπηρέτησαν με πάθος τη μουσική της ελληνικής προφορικής γλώσσας. Το θέατρο δεν είναι γραπτή λογοτεχνία. Ο,τι τυπώνεται είναι για να γίνει ζώσα φωνή και να απευθυνθεί στα αφτιά, όχι στα μάτια.

Ο Παπαγεωργίου δίδαξε πενήντα τώρα χρόνια τη μουσική λαλιά της διαχρονικής ελληνικής γλώσσας. Και αυτό δεν είναι βέβαια φωνητικές ασκήσεις, είναι βαθύς ρυθμός, μελωδία συμπλοκής φωνηέντων και συμφώνων με έναν μοναδικό σκοπό: να γίνουν ήχος ο ευδιάθετος καημός, τα εφιαλτικά όνειρα, οι φρούδες ελπίδες, τα τραύματα και τα θαύματα των υπάτων και των πάτων συμπολιτών μας. Ο Παπαγεωργίου στο «Εγώ, ο Μάρκος Βαμβακάρης» δεν ποιεί μόνο θέατρο, γλωσσική μουσική έκφραση, ποιεί νεοελληνικό ύφος και βέβαια λαϊκό ήθος, δηλαδή συμπεριφορά εντός των τοπικών οριζόντων ενός λαού που θέλει, όπως ο Σεφέρης, «να μιλήσει απλά, να του δοθεί αυτή η χάρη».

Ο Παπαγεωργίου μιλάει Μάρκο απλά και μας χαρίζει μια αυθεντική ανθρώπινη αντιφατική ελληνικότητα.

Μάρκος Βαμβακάρης

Αυτοβιογραφία

Επιμ. Βέλλου – Κάιλ

Εκδ. Παπαζήση, 1978, σελ. 333

Τιμή: 14,80 ευρώ