Στην τρίτη συλλογή της Στέλλας Δούμου η προχωρητική ώθηση αποδεικνύεται εξαιρετική. Δίνεται η εντύπωση πως τα ποιήματα προκύπτουν από τη μακρότατη ανάπτυξη ενός μοναδικού στίχου, ο οποίος κερματίζεται. Αυτή η εντύπωση διατηρείται χάρη στους πολλούς εκτεταμένους στίχους και χάρη στα ποιήματα, όπου καταλαμβάνεται όλο το πλάτος της σελίδας, ώστε διαμορφώνεται ένα κείμενο το οποίο αρχίζει να τη σαρώνει συμμετρικά από επάνω προς τα κάτω. Βέβαια η συγκεκριμένη σάρωση δεν συνιστά αποκλειστικό μορφικό αποτύπωμα, καθώς διέπει ως τάση αρκετές σύγχρονες ποιητικές απόπειρες. Ομως η διαρκώς προωθούμενη συνέχιση του λόγου, η οποία οδηγεί στο προηγούμενο αποτέλεσμα της μορφής, ανήκει στα καταστατικά γνωρίσματα της γραφής της ποιήτριας.

Η αδιαπραγμάτευτη ροπή για την αδιάπτωτη εκτύλιξη του λόγου αποκτά σημαντικό βάθος με την τεχνική της παλίμψηστης σύνθεσης. Δηλαδή, το πρωτογενές ποίημα αντιπροσωπεύεται από μια αφηγηματική ενότητα, η οποία κατόπιν υπονομεύεται από πολλαπλές λεκτικές παρεμβολές και αντικαταστάσεις. Ως συνέπεια, μαζί με το αφηγηματικό ρεύμα το οποίο προχωρά επάνω στον συνταγματικό, ανοίγεται μια μεγάλη σειρά εξόδων προς τον παραδειγματικό άξονα, γεγονός το οποίο συνεπάγεται την ιλιγγιώδη διαστολή του εκάστοτε ποιήματος.

Τα απρόσμενο στη συλλογή είναι ότι διακρίνεται ο εξής στόχος: να αποδοθεί σε αυτό το ιδιότυπο ύφος δημόσιος ρόλος. Εδώ συνεπώς έχει μετατοπιστεί κατά πολύ η προσοχή από το ναρκισσιστικό, συναισθηματολόγο ή εγκεφαλικό πεδίο, όπου πραγματοποιούνται συνήθως οι ποιητικές δοκιμές. Ως ορίζοντας απλώνεται η πραγματικότητα στην παροντική τραγική εκδήλωσή της. Η γλώσσα της Στέλλας Δούμου εξελίσσεται σε μια ρητορική για την περιγραφή του μοντέλου το οποίο προορίζεται για την πλειονότητα των ανθρώπων: η εφ’ όρου ζωής διαδοχή από βιωμένες ή φανταστικές ήττες συνδυασμένες με χαίνουσες ή κρυφές πληγές του σώματος και συνδυαζόμενες επιπλέον με την παρακμή των φυσικών στοιχείων και των πραγμάτων. Για την εκ του αντιθέτου επισφράγιση των προηγούμενων εγγράφεται σε μερικά ποιήματα η ιδανικότητα του ανεκπλήρωτου. Ο κόσμος λοιπόν παρουσιάζεται να υποκαθίσταται από ολοένα συρρικνούμενες συλλογικές ή ατομικές ειρκτές. Αλλες έχουν το μέγεθος δωματίων, άλλες τις διαστάσεις των αντικειμένων τα οποία περιβάλλουν τους ανθρώπους και άλλες το σχήμα του μεμονωμένου σώματος. Η συλλογή αποδεικνύεται πλήρης από αναφορές σε μια συνθλιπτική δύναμη, η οποία εφαρμόζεται στα άτομα και σε συγκεκριμένες μειονότητες.

Ο αμερικανός ανθρωπολόγος Κλίφορντ Γκιρτζ με τον όρο «πυκνή περιγραφή» (thick description) υπογραμμίζει ότι ένα πολιτισμικό φαινόμενο, όπως η ποίηση, για να προσεγγιστεί πρέπει να συμπεριλαμβάνεται στο γενικότερο επικοινωνιακό σύστημα μιας δεδομένης κουλτούρας. Η επιτυχία άρα μιας ποιητικής συλλογής έγκειται και στον βαθμό κατά τον οποίο η ίδια εξομαλύνει τη διαδικασία της συμπερίληψής της. Εξεταζόμενο με βάση το συγκεκριμένο κριτήριο, το «Χρονορυχείο» εν μέρει υστερεί. O συμβιβασμός ανάμεσα στον αποσκοπούμενο δημόσιο ρόλο του ύφους και στην ιδιοτυπία του τελευταίου σε αρκετές περιπτώσεις δεν επιτυγχάνεται, επειδή η γλώσσα απολήγει σε ένα υπερβολικά πολυεδρικό νόημα. Ωστόσο, η Στέλλα Δούμου, έχοντας ήδη εγκαταλείψει τις λυρικές σειρές του δεύτερου βιβλίου της «Ερως αρόδο» (εκδ. Κουκούτσι, 2015) και μετερχόμενη έναν λόγο σκληρό, ενεστωτικό και αμαλγαματικό ως προς τις λεκτικές επιλογές, κατευθύνεται προς μια προσεχή και δόκιμη για την εποχή ποιητική.
* Ευχαριστώ τον Νάνο Βαλαωρίτη, ο οποίος μου επεσήμανε την ποιήτρια.

Στέλλα Δούμου

Χρονορυχείο

Εκδ. Θράκα, Λάρισα 2017, σελ. 32

Τιμή: 6,15 ευρώ