Πότε, αλήθεια, θα γραφεί μια νηφάλια και συνάμα αντικειμενική ιστορία αυτού του έρμου του τόπου με βασικό κριτήριο και στόχο τις συνεχείς συχνά αιματηρές διχαστικές του περιόδους. Είναι ν’ απορεί κανείς τι μύγα μάς τσιμπάει κάθε τόσο, λες και μας καθοδηγεί ένα γενετικό κίνητρο και στα καλά καθούμενα εφευρίσκουμε, ακόμα κι όταν δεν διαφαίνεται αυτό από πουθενά, εντός των τειχών μας εχθρούς, αντιπάλους, υπονομευτές, προδότες, δολιοφθορείς, μίσθαρνα όργανα ξένων δυνάμεων, κερκόπορτες και μυστικές αντεθνικές, αντιλαϊκές, αντιπατριωτικές και ανθελληνικές συνωμοσίες. Δεν θα κάνω σήμερα ιστορική αναφορά. Θα μείνω στον πολιτισμό και στις διχαστικές, τάχα μου, υπονομεύσεις που μας ταλάνισαν πάνω από δύο χιλιάδες χρόνια.

Το πρώτο θύμα, τα ομηρικά έπη. Ηδη από την αρχαιότητα και όταν για πρώτη φορά εμφανίστηκε στον ορίζοντα η φιλολογία. Και πότε έγινε αυτό; Στην αλεξανδρινή περίοδο, όταν το πολυεθνικό κράτος που παρέδωσε στους διαδόχους του ο μακεδόνας μαθητής του Αριστοτέλη είχε ως κοινή γλώσσα τα ελληνικά, γλώσσα λογοτεχνική, διπλωματική και οικονομικών συναλλαγών, δίπλα στις τοπικές εθνικές γλώσσες των υποταγμένων λαών (Πέρσες, Αιγύπτιοι, Βαβυλώνιοι, Σουμέριοι, Σύροι, Ινδοί, Αφγανοί κ.λπ.), η ελλαδική λογοτεχνία και επιστήμη (κοσμολογία, φιλοσοφία, ιστορία, λυρισμός, μαθηματικά, φυσική, ρητορική, νομοθεσίες) έχαναν τη γλωσσική τους ανθεκτικότητα υποχρεωμένες να ομιλούνται και να γράφονται ως ξένη, δεύτερη γλώσσα από τους υποταγμένους λαούς. Τότε κυρίως στην Αλεξάνδρεια, που λειτούργησε λόγω και της μεγάλης Βιβλιοθήκης ως κιβωτός της ελληνομάθειας, εμφανίστηκαν οι ψιμυθιωτές της γλώσσας: οι φιλόλογοι, είτε με τα λεξικά, τα συντακτικά, τα ετυμολογικά, τα μετρικά, τα σημασιολογικά τεκμήρια είτε με τις ερμηνευτικές εκδόσεις των μεγάλων κειμένων.

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως συχνά λειτούργησαν σαν διασώστες ενός σπουδαίου υλικού. Και ως ταξινόμοι και ειδολόγοι. Δεν ήταν μάλιστα σπάνιες οι αναδείξεις αδέσποτων κειμένων και η ένταξή τους στον κανόνα και η ταύτισή τους με το ύφος και την τεχνική των γνωστών δημιουργών. Επίσης συχνά ανακάλυπταν ψευδώνυμα κείμενα, αποδιδόμενα σε τετραπέρατους μιμητές μεγάλων συγγραφέων. Φέρνω ως παράδειγμα και τους σωζόμενους ως Ομηρικούς Υμνους σε όλες τις ολύμπιες θεότητες και βέβαια το κωμικό επύλλιο «Βατραχομυομαχία» σε άπταιστη λεξιλογική και μετρική μίμηση των ομηρικών επών.

Η αποθέωση όμως αυτής της όντως θαυμαστής εποποιίας ήταν οι χωρίζοντες, όσοι από τότε και ώς τις μέρες μας προσπαθούν να θεμελιώσουν την άποψη πως άλλος ποιητής έγραψε την «Ιλιάδα» και άλλος την «Οδύσσεια». Η αρρώστια αυτή επαναλαμβάνεται πάλι ώς τις μέρες μας με τους αρνητές της πατρότητας του Σαίξπηρ των αριστουργημάτων της ελισαβετιανής εποχής! Ωρες και ώρες έχουν ξοδευτεί στα αμφιθέατρα της αρχαιότητας, του Μεσαίωνα και του 20ού αιώνα σ’ αυτή την ηλίθια υπόθεση. Πρώτα αν υπήρξε ο Ομηρος και αν είναι ο ίδιος ποιητής που έγραψε τα δύο θεμέλια της ποιητικής οικοδομής της λευκής φυλής.

Το μικρόβιο κόλλησε και τους χριστιανούς που χρειάστηκε να δημιουργήσουν τον κανόνα των δογματικά νόμιμων ιερών κειμένων. Ετσι, μια σειρά ευαγγελίων καταδικάστηκαν ως «απόκρυφα», ψευδεπίγραφα και αιρετικά. Εχω μεταφράσει και δημοσιεύσει το «Ευαγγέλιο» του Ιακώβου του Αδελφοθέου, σαφώς πλαστό χωρίς αμφιβολία, αλλά υφολογικά αριστουργηματικό, υπόδειγμα συγγραφέα με ποιητικό τάλαντο και συχνά με «υπερρεαλιστικό» οίστρο!

Στο Βυζάντιο τα «εθνικά» (ελληνικής έμπνευσης) κείμενα και τα δογματικά εκκλησιαστικά αποτέλεσαν συχνά αιτία για έριδες που ταυτίζονται με τον πόλεμο που ξέσπασε ανάμεσα στους εικονολάτρες και τους εικονομάχους. Θυμίζω μόνο πως η βυζαντινή λέξη για την πόρνη ήταν η λέξη «θυμελική», δηλαδή η «θεατρίνα». Πράγμα που έφτασε μέχρι τη γιαγιά μου και τις θείες μου μεταπολεμικά! Ο Κοραής και ο Ψυχάρης αποτέλεσαν τα δύο άκρα του γλωσσικού μας διχασμού. Το έχω κι άλλες φορές επισημάνει. Δύο πράγματι ιδιοφυείς Ελληνες, που όμως έζησαν και σταδιοδρόμησαν στη Γαλλία, μακριά από την ελληνική ιστορική, γλωσσική και ηθολογική πραγματικότητα, δημιούργησαν ερήμην των φυσικών ομιλούντων υποκειμένων δύο τεχνητές γλώσσες, ο πρώτος την καθαρεύουσα, ο δεύτερος τη δημοτική, που δεν μιλήθηκαν ποτέ από κανέναν Ελληνα ούτε στην κυρίως Ελλάδα ούτε στα κέντρα του ξενιτεμένου ελληνισμού. Επρεπε να αναλάβουν προσωπική ευθύνη σπουδαίοι, απροκατάληπτοι μελετητές για να νομιμοποιηθούν στον κανόνα η γλώσσα του Κάλβου και του Καβάφη από τη μια και η γλώσσα του Μακρυγιάννη από την άλλη.

Στο θέατρο, την ίδια εποχή που ο δημοτικός δεκαπεντασύλλαβος γινόταν το όχημα για να περάσει στον γλωσσικά μετέωρο λαό η δημοτική λαλιά, θριάμβευε στο στόμα μεγάλων γυναικών και ανδρών ηθοποιών η ακατάληπτη καθαρεύουσα της «Φαύστας», που πέρα από τη γλώσσα το θεατρικό έργο δεν έχει να ζηλέψει τίποτε από τα ρομαντικά ποιητικά θεατρικά έργα του Ουγκώ π.χ. Δεν ήταν κρίμα;

Για έναν περίπου αιώνα η Εκπαίδευση, η Διοίκηση, η Δικαιοσύνη πατούσαν σε δύο ποδάρια αλλά σε άλλη όχθη. Ο γλωσσικός διχασμός δημιούργησε φοβισμένους για τη γλώσσα και ως εκ τούτου και την ειλικρίνεια των αισθημάτων ανθρώπους.

Καταθέτω εδώ μια προσωπική εμπειρία που θα μπορούσε να ενισχυθεί με εκατοντάδες πανομοιότυπες.

Αποφοίτησα από ένα ιδιωτικό σχολείο (όπου σπούδαζα δωρεάν λόγω της φιλίας του ιδρυτή του με τον τότε εξόριστο πατέρα μου –φιλόλογο), όπου ούτε μία λέξη δεν γράψαμε στην καθαρεύουσα εν μέσω Εμφυλίου των εκτελέσεων και των εμβατηρίων. Και στη δημοτική έγραψα την έκθεσή μου στις εισαγωγικές εξετάσεις το 1955 στη Νομική και τη Φιλοσοφική (ξεχωριστές). Στη Φιλοσοφική βαθμολογήθηκα με 9 (με άριστα το 10). Στη Νομική με 5. Με ενδιέφερε η Φιλοσοφική, αλλά είχα ενοχληθεί με το πεντάρι. Ως φοιτητής γνωρίστηκα με τη συμφοιτήτριά μου, κόρη του γραμματέα της Νομικής, και μέσω εκείνης ζήτησα να δω το γραπτό μου, τέσσερις μήνες μετά τις εξετάσεις. Είχα βαθμολογηθεί από τους δύο καθηγητές με εννέα (9) και μονάδα (1), μέσος όρος πέντε (5)! Οι δύο καθηγητές ήταν διάσημοι στην επιστήμη τους, ο Γαρδίκας της Νομικής (η μονάδα), ο Ζακυθηνός της Φιλοσοφικής (το εννέα). Πάντα στη βαθμολογία, ακόμη και του Πολυτεχνείου, ο ένας βαθμολογητής ήταν φιλόλογος ή ιστορικός ή φιλόσοφος. Ο Ζακυθηνός ήταν κορυφαίος βυζαντινολόγος και έξοχος στυλίστας της καθαρεύουσας, αλλά ως Επτανήσιος ήταν σολωμικός!

Αυτοί οι διχασμοί μάς έφαγαν χρόνια από την ωριμότητα επί αιώνες. Και δεν αναφέρομαι σε άλλους πολιτικούς διχασμούς (καποδιστριακοί – αντικαποδιστριακοί, βενιζελικοί – αντιβενιζελικοί, βασιλόφρονες – δημοκράτες, αριστεροί – δεξιοί, ευρωπαϊστές – αντιευρωπαϊστές, Ανατολικοί – Δυτικοί, του Ναι – του Οχι).

Το αρχαιότερο κείμενο του πολιτισμού μας, η «Ιλιάδα», αρχίζει με τη λέξη «Μήνιν» –«οργή», «μανία», «θυμός». Γιατί; Διότι ο Αγαμέμνονας, χάνοντας τη Χρυσηίδα, πήρε στο κρεβάτι του τη Βρισηίδα του Αχιλλέα και ο Αχιλλέας θύμωσε και έφυγε από τη μάχη!

Μια μάχη που κράτησε δέκα χρόνια για ένα πουκάμισο αδειανό!

Ελληνες…