Το Γουέμπλεϊ είχε τη δική του ιστορία

Παναθηναϊκός αντί για πολιτική

Γράφει ο Κωστής Κορνέτης  | ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 24/09/2011 11:00 |
Γεμάτες οι κερκίδες στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας για το ματς Παναθηναϊκού - Ερυθρού Αστέρα, που έδωσε στους Πράσινους το εισιτήριο για το Γουέμπλεϊ. Εν έτει 1971 μόνο για μια ποδοσφαιρική εκδήλωση (ή για κάποια παράτα του καθεστώτος) θα μπορούσαν να βρεθούν πάνω από πέντε άνθρωποι μαζεμένοι στο Κέντρο της Αθήνας...
Παναθηναϊκός αντί για πολιτική
«Με 100.000 θεατές μέσα στο γήπεδο και άλλους 100.000 τηλεθεατές, η Ελλάδα ενωμένη παραληρεί, περήφανη για την ομάδα της που έφθασε έως εκεί», γράφει το αθλητικό ρεπορτάζ του 1971 για την πρόκριση του Παναθηναϊκού στον τελικό του Γουέμπλεϊ. Τι κι αν η χώρα είχε αποπεμφθεί από το Συμβούλιο της Ευρώπης για παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων; Για τους δικτάτορες, το «ευρωπαϊκό» προφίλ του Παναθηναϊκού την αποζημίωνε και με το παραπάνω.
Αρκετή συζήτηση έγινε τον τελευταίο καιρό για το ενδιαφέρον βιβλίο «Ελλάς, Ευρώπη, Παναθηναϊκός 100 χρόνια ελληνικής ιστορίας, 1908-2008» (Εκδ. Greekworks) του Αλέξανδρου Κιτροέφ, ιστορικού της νεοελληνικής διασποράς και εγγονού παλαιού προέδρου του Παναθηναϊκού, με θέμα την ιστορία του Τριφυλλιού. O Κιτροέφ, παρότι οπαδός ο ίδιος, προσπάθησε να αντιμετωπίσει την αγαπημένη του ομάδα με κάποια κριτική απόσταση και με διάθεση ιστορικοποίησης της ποδοσφαιρικής εμπειρίας μέσα από πηγές και τεκμήρια.
Στα 100 χρόνια ιστορίας του Παναθηναϊκού, από το 1908 και μετά, αφιερώνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο στη μεγαλύτερη επιτυχία της ομάδας (και του ελληνικού ποδοσφαίρου γενικότερα σε επίπεδο συλλόγων): την περίφημη συμμετοχή του στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών στο Γουέμπλεϊ το 1971 απέναντι στον θρυλικό Αγιαξ του Γιόχαν Κρόιφ. Και αυτό δίχως να παραλείψει να αναφερθεί ούτε στο ασφυκτικό πλαίσιο της εποχής, δηλ. στη χούντα, αλλά ούτε και στη γνωστή θεωρία (συνωμοσίας;) που θέλει την ομάδα να φτάνει στον τελικό αφού το καθεστώς δωροδόκησε τον Ερυθρό Αστέρα Βελιγραδίου, αντίπαλό της στα ημιτελικά. Οπως γράφει ο Κιτροέφ, δεν υπάρχουν πειστήρια πως κάτι τέτοιο πράγματι συνέβη (πέρα από τη γνωστή «μαρτυρία» της χήρας του δικτάτορα, Δέσποινας Παπαδοπούλου), αν και η αλήθεια είναι πως δοσοληψίες τέτοιου τύπου συνήθως αποδεικνύονται με εξαιρετική δυσκολία.
Παρότι σφραγίστηκε με ήττα (2-0), η πορεία προς τον τελικό που έκανε το Τριφύλλι του «στρατηγού» Μίμη Δομάζου και του «ψηλού» Αντώνη Αντωνιάδη (υπό την καθοδήγηση του θρυλικού Φέρεντς Πούσκας) ονομάστηκε «έπος». Με αυτήν ακριβώς την εποποιία καταπιάνεται και το πολυτελές λεύκωμα της «Μιλήτου» με ανέκδοτο υλικό και διηγήσεις πρωταγωνιστών. Το φωτογραφικό υλικό είναι πραγματικά εντυπωσιακό: πέρα από τα σπάνια ενσταντανέ από κάθε αγώνα, βλέπουμε διάφορους επώνυμους φαν - όπως η Μοσχολιού με μίνι και ντουντούκα ή ο Κόκοτας να κουβαλάει στους ώμους του τον άσο της εποχής Τότη Φυλακούρη, αλλά και εκστασιασμένοι ανώνυμοι φιλάθλοι (με κοστούμι και γραβάτα οι περισσότεροι) στο στάδιο ή πάνω σε βέσπες και τρίκυκλα απ' έξω. Στον πρόλογό του ο εκδότης Νίκος Χαϊδεμένος γράφει πως προσπάθησε να αποτυπώσει «όλα τα γεγονότα εντός και εκτός των αγωνιστικών γηπέδων: στιγμιότυπα και φάσεις από όλους τους αγώνες, σημαδιακές φωτογραφίες, αρχεία εφημερίδων, τον σφυγμό και τα σχόλια της εποχής». Κρίμα που μέσα σε όλα αυτά ξέχασε το ιστορικό πλαίσιο που απουσιάζει δραματικά από αυτή την έκδοση.

Μπορούμε άραγε να δούμε τον αθλητισμό έξω από τα συμφραζόμενά του; Και ας αφήσουμε κατά μέρος τις Ολυμπιάδες που πολιτικοποιήθηκαν εκ των πραγμάτων ελέω ναζισμού, αραβοϊσραηλινής διένεξης ή ψυχροπολεμικών ανταγωνισμών. Ας κοιτάξουμε το ποδόσφαιρο. Μπορούμε να δούμε το ιταλικό τρόπαιο στο Μουντιάλ του '34 χωρίς να έχουμε στο μυαλό μας τον Μουσολίνι; Τη δυτικογερμανική κατάκτηση του Παγκοσμίου του '54 στη Βέρνη χωρίς να αναλογιστούμε την ανάγκη των ηττημένων Γερμανών να «ξαναγίνουν κάποιοι» (όπως ήταν το σλόγκαν της εποχής); Ή τον αργεντίνικο θρίαμβο στο Μουντιάλ του '78 χωρίς να κάνουμε αναφορές στη δικτατορία του Βιντέλα; Και, τέλος, ποιος μπορεί να αγνοήσει την αυξημένη πολιτική σημασία των αναμετρήσεων της καταλανικής Μπαρτσελόνα με την καθεστωτική Ρεάλ Μαδρίτης εν μέσω φρανκισμού στην Ισπανία; Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις το ιστορικό πλαίσιο καθόρισε όχι μόνο τη σημειολογία των αναμετρήσεων, αλλά και το ειδικό τους βάρος.
Δεν θα περίμενε κανείς ένα λεύκωμα αυτού του είδους να ασχοληθεί σοβαρά με το κατά πόσο ισχύει ή όχι το αν ο Στυλιανός Παττακός είπε για τον ημιτελικό πως «το πληρώσαμε και θα το πάρουμε». Αλλά όταν ο ίδιος ο εκδότης αναφέρει πως παραδίδει στους αναγνώστες ένα «φωτογραφικό αλλά και κοινωνικο-ιστορικό λεύκωμα» και την ίδια στιγμή παραλείπει να αναφερθεί στο ότι για τον Γεώργιο Παπαδόπουλο ο θρίαμβος του Παναθηναϊκού ήταν «νίκη της Επαναστάσεως», αποκρύπτοντας σκοπίμως τις φωτογραφίες των ποδοσφαιριστών με τον περιχαρή δικτάτορα, τότε αυτοαναιρείται αγρίως. Ή ότι στα επίκαιρα της εποχής ακουγόταν το τραγούδι «Σαν και σας, εκλεχτά παλικάρια, μόνο η Ελλάδα γεννά», αφιερωμένο στους εν λόγω μπαλαδόρους, που ταίριαζε γάντι με τον εθνοκεντρισμό των δικτατόρων.
Ούτε πρέπει να ξεχνάμε πως η χούντα απόλυσε προπονητές, διόρισε προέδρους και έδωσε δάνεια κατά το δοκούν στον κόσμο του ποδοσφαίρου. Ετσι, η πορεία του Παναθηναϊκού προβλήθηκε αδιάκοπα από το καθεστώς που εξήρε το «πραγματικόν ελληνικόν πνεύμα» με το οποίο αγωνιζόταν η συγκεκριμένη ομάδα, κάνοντας τα πάντα για να εκμεταλλευτεί τις επιτυχίες της. Και αυτό είναι καλό να το θυμόμαστε στην επέτειο τον 40 χρόνων από εκείνο τον ιστορικό τελικό, ανεξάρτητα από τις όποιες σωματειακές μας προτιμήσεις.

Ο Κωστής Κορνέτης διδάσκει Σύγχρονη Ελληνική και Ευρωπαϊκή Ιστορία στο Πανεπιστήμιο Brown.
Αλέξανδρος Κιτροέφ
26/09/2011 17:42
Ευχαριστώ θερμά τον συνάδελφο κ. Κορνέτη για την θετική αναφορά στο βιβλίο μου "Ελλάς Ευρώπη Παναθηναϊκός" στην κριτική του για το λεύκωμα με θέμα την πορεία του Παναθηναϊκού στο Γουέμπλεϋ. Δεν έχω δει το Λεύκωμα, άλλα πιστεύω πως όποια κριτική που μπορεί να ασκηθεί, θα μπορούσε να λάβει υπ΄όψη τρείς ακόμη επισημάνσεις που κάνω στο σχετικό κεφάλαιο γιά το Γουέμπλεϋ. Η πρώτη είναι πως πρόσφατες μελέτες ιστορικών του αθλητισμού θέτουν ερωτήματα για το πόσο εύκολα μπορούμε να ερμηνεύσουμετην επιρροή δικτατορικών καθεστώτων πάνω σε αθλητικά γεγονότα, παραθέτοντας στοιχεία από την Αργεντινή και την Ιταλία. Η δεύτερη είναι πως στη διάρκεια της πορείας του Παναθηναϊκού, δίπλα στην χουντική εξίσωση της με... την 150η επέτειο της Ελληνικής επανάστασης (!) ορισμένεοι δημοσιογράφοι υιοθέτησαν μιά σαφως διαφορετική ερμηνεία συνδεόντας την πορεία με μιλα Ευρωπαϊκή διάσταση της χώρας μας που σίγουρα δεν ήταν προσαρμοσμένη στις χουντικές προδιαγραφές. Και κατα τρίτο λόγο, ναι η χούντα επέτρεψε δημόσιους πανηγυρισμούς, αλλά πιό ήταν το περιεχόμενο και το νόημα τους. Από ότι ξέρω δεν είχαν φιλοχουντική διάθεση όπως είχαν οι σκηνοθετημένες τελετές στο Στάδιο. Ο/η κάθε αναγνώστης του "Ελλάς, Ευρώπη, Παναθηναϊκός..." βέβαια μπορεί να βγάλει τα δικά του/της συμπαράσματα. Και κάπου στην ΕΠΟ και την ΓΓΑ πρέπει υπάρχουν αρχεία θα ξεκαθάριζαν ίσως όλα αυτά τα ζητήματα, αλλά έχουμε μάθει να μην περιμένουμε πολλά από τους διοικούντες το Ελληνικό ποδόσφαιρο... Αλέξανδρος Κιτροέφ Καθηγητής Ιστορίας Πανεπιστήμιο Χάβερφοντ Κολλετζ

όλες οι τελευταίες ειδήσεις