ΕΠΙΣΤΟΛΗ

«Η κριτική του βασίστηκε στο μακιγιάζ τους...»

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 20/06/2009 07:00 |
Τις μεγάλες γυναίκες μπεστσελερίστες του οίκου τους- Λένα Μαντά, Πασχαλία Τραυλού, Χρυσηίδα Δημουλίδου- αλλά και το γυναικείο κοινό τους υπερασπίζονται οι Εκδόσεις Ψυχογιός και απαντούν αντ΄ αυτών στον Δημοσθένη Κούρτοβικ επειδή με το δοκίμιό του «Γλάστρες ονείρων ή τεφροδόχοι ονείρων;» («Βιβλιοδρόμιο» του Σ/Κ 6-7 Ιουνίου 2009) έθιξε, πιστεύουν, την αξιοπρέπειά τους.

Ο κύριος Κούρτοβικ που έχει μια τόσο μακροχρόνια συμμετοχή στα λογοτεχνικά δρώμενα του τόπου ως συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας έγραψε ένα άρθρο που βασίζεται ξεκάθαρα στο συναίσθημα και ουδεμία σχέση έχει με κριτική λογοτεχνίας. Υπέπεσε μάλιστα σε ατοπήματα που καθόλου δεν τιμούν την κρίση ενός ανθρώπου, ο οποίος επαγγέλλεται τον κριτικό.

Αναρωτηθήκαμε διαβάζοντας το άρθρο ποια είναι η θεωρητική βάση της κριτικής του κυρίου Κούρτοβικ προς το αναγνωστικό κοινό όταν, μεταξύ άλλων, αναφέρει για τις γυναίκες-αναγνώστριες τις οποίες παρατηρούσε εξ αποστάσεως: « ανήκαν ολοφάνερα στην κατώτερη μεσαία τάξη, αυτή που συνήθως αποκαλούμε μικροαστική [...] η ζωή δεν είχε φανεί πολύ γενναιόδωρη σ΄ αυτές τις γυναίκες [...] Τα πρόσωπα που έβλεπα ήταν στερημένα, σχεδόν ρημαγμένα, και σε μερικά βλέμματα πρόσεξα κάτι το αλαφιασμένο [...] πάνω από τα κεφάλια των γυναικών με τα ξασμένα, τα οξυζεναρισμένα ή τα σκληρά σαν πράσα μαλλιά, κρέμονταν δύο φωτογραφικά πορτρέτα ». Είναι απορίας άξιο πώς ένας κριτικός λογοτεχνίας βασιζόμενος στην εξωτερική εμφάνιση ενός μικρού δείγματος αναγνωστριών συνάγει συμπεράσματα ως προς την κοινωνική, οικονομική και συναισθηματική κατάσταση του αναγνωστικού κοινού των συγγραφέων μας στο σύνολό του, κρίνοντας παράλληλα και τις ίδιες τις συγγραφείς που απευθύνονται σ΄ αυτό.

Αναρωτηθήκαμε για τα λογοτεχνικά κριτήρια του κυρίου Κούρτοβικ όταν η κριτική του προς τις συγγραφείς μας βασίζεται στο μακιγιάζ και το βλέμμα τους στις προωθητικές αφίσες, που τον ωθεί στο συμπέρασμα πως « έχουν πάρει το ρόλο τους τόσο πολύ στα σοβαρά ώστε κοντεύουν να ξεχάσουν ότι τον υποδύονται ». Συμπέρασμα υποθέτουμε ασφαλές, εφόσον αναφέρεται σε επαγγελματίες συγγραφείς που... υποδύονται τις συγγραφείς· μάλιστα, η προσπάθειά τους να υποδυθούν ένα ρόλο είναι τόσο εμφανής, ώστε ο συντάκτης του άρθρου την καταλαβαίνει και μόνο διαβάζοντας το βλέμμα τους, δίχως να λαμβάνει υπόψη του τη δεδηλωμένη θέση τους στον εκδοτικό χώρο, που είναι απολύτως ειλικρινής απέναντι στο αναγνωστικό κοινό.

Κατά τη γνώμη μας, αποστολή της τέχνης, και δη της τέχνης του λόγου, είναι να αφυπνίσει τον συναισθηματικό κόσμο, να συνκινήσει, να ωθήσει στον προβληματισμό. Μήπως θα έπρεπε ο κύριος Κούρτοβικ να διερευνήσει με πιο εμπεριστατωμένο τρόπο το πώς εμπλέκονται συναισθηματικά οι αναγνώστες, την ώρα που αξιολογεί εν θερμώ πρόσωπα και καταστάσεις;

Τέλος, ορμώμενοι από τη διατύπωση «η Αγία Τριάδα της σύγχρονης ροζ λογοτεχνίας»- στην οποία συγκαταλέγεται η κυρία Λένα Μαντά, που ο «δαίμων» ατυχώς μετονόμασε «Λένα Μάπα»-, θα προτείνουμε με τη σειρά μας στον κύριο Κούρτοβικ να κατέβει από τον άμβωνα του κριτικού ιερατείου και να κοιτάξει τη σύγχρονη αναγνωστική πραγματικότητα με βλέμμα ανοιχτό και χωρίς προκαταλήψεις. Ουδείς είναι αρμόδιος να «λυπηθεί» δημόσια, τόσο τους συγγραφείς όσο και το αναγνωστικό τους κοινό, για τον βίο που διάγουν. Χρειαζόμαστε τους κριτικούς λογοτεχνίας, αλλά δεν μπορούμε να αποδεχτούμε ταυτόχρονα κάποιοι από αυτούς να «υποδύονται» και τον ρόλο του ψυχαναλυτή και του κοινωνιολόγου. Η αυτοκριτική είναι ευθύνη του καθενός από εμάς.

Τμήμα Δημοσίων Σχέσεων Εκδόσεων ΨΥΧΟΓΙΟΣ

όλες οι τελευταίες ειδήσεις