Μέγας δάσκαλος συγγραφέων

, Της Μικέλας Χαρτουλάρη mxart@dolnet.gr   | ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 20/12/2008 07:00 |
Σώματα αγαλματένια,εκείνη με μαύρο στράπλες ολόσωμο μαγιό, εκείνος με άσπρο σαν σλιπ, ωραίοι σε ένα λιβάδι, κοιτάζουν πέρα με ένα χαμόγελο στα μάτια. Είναι η Καίτη Δρόσου, μάνα σε διάσταση στα 30 της, με τον τρυφερό της φίλο Γιάννη Ρίτσο στα 43 του, όταν έχει μόλις επιστρέψει από την εξορία, το 1952. Από την υπέροχη φωτογραφία λείπει ο τρίτος της παρέας, ο Άρης Αλεξάνδρου, που μετά την πολιτική του εξορία στη Μακρόνησο και τον Αϊ-Στράτη, θα «παραθερίσει» ώς το 1958 στη Γυάρο ως ανυπότακτος και το 1959 θα παντρευτεί την παλιά αγαπημένη του. Η αλληλογραφία αυτών των τριών ισχυρών προσωπικοτήτων στα δύσκολα χρόνια 1948-1978 βγαίνει για πρώτη φορά στο φως σε μια πολυφωνική έκδοση με τίτλο Γιάννης Ρίτσος Τροχιές σε Διασταύρωση (Επιμ. Λίζυ Τσιριμώκου, Εκδ. Άγρα). Είναι ένα βιβλίο που ξεκινά ως τεκμήριο για την περιπέτεια της ζωής και κορυφώνεται ως τεκμήριο για την περιπέτεια της δημιουργίας. Βασικό υλικό του, τα 49 λογοκριμένα δελτάρια του διψασμένου για επικοινωνία Ρίτσου προς το «αγαπημένο του κοριτσάκι», από τη Μακρόνησο και τον Αϊ-Στράτη (1948-52)· οι καρτποστάλ της περιόδου 1954-63 από τα ταξίδια του, όταν πια είναι καταξιωμένος ως αστέρας της Αριστεράς· τα 28 εμψυχωτικά γράμματα της περιόδου 1971-78 με τις κριτικές παρατηρήσεις του προς το ταλαντούχο ζευγάρι των πολιτικών προσφύγων που με τη δικτατορία έχουν καταφύγει στο Παρίσι· και τα 5 γράμματα προς τον μέντορα Ρίτσο από τον Αλεξάνδρου, που ολοκληρώνει στα ξένα το Κιβώτιο- κορυφαίο μυθιστόρημα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Μέσα από αυτά τα ντοκουμέντα ανασυστήνεται η επιστήθια φιλία, η συναδελφικότητα και η αλληλεγγύη μιας τριάδας ποιητών που είναι ενεργοί πολίτες, και φωτίζεται το πνεύμα δύο εμβληματικών φωνών (Ρίτσος- Αλεξάνδρου). Επιπλέον, αναδεικνύονται οι λεκέδες της πρόσφατης Ιστορίας μας (βασανιστήρια κομμουνιστών, «δηλώσεις», ρήξεις τους στην εξορία κ.ά.) και ζωντανεύει μια εποχή, όπου η πολιτική κατάσταση καθόριζε στενά την ιδιωτική ζωή και την καλλιτεχνική έκφραση των αριστερών. Η σημασία αυτού του βιβλίου διευρύνεται μάλιστα χάρη στον βιωματικό πρόλογο της 86χρονης σήμερα Δρόσου- από τους ελάχιστους επιζώντες αυτής της γενιάς- και στη γλαφυρή εισαγωγική μελέτη της καθηγήτριας στο ΑΠΘ και κριτικού Λίζυς Τσιριμώκου. Ο αναγνώστης θα «δει» λοιπόν αντιστοίχως τον αγώνα μιας γυναίκας να κατακτήσει την αυτονομία της στα μεταπολεμικά χρόνια, καθώς και τον «διάλογο» ανάμεσα στις επιστολές δύο συγγραφέων και το έργο τους: το πώς δηλαδή αντανακλώνται οι εμπειρίες της εξορίας, οι μεταπτώσεις, οι εμμονές, οι παρεξηγήσεις, η αγάπη, η μοναξιά, η ανάγκη τους για δημιουργία και οι ανασφάλειές τους, στους στίχους τους. Συναρπαστικό από κάθε άποψη!

«Καιτούλα μου, (...) εμείς μια φορά δε σταυρώσαμε τα χέρια - παλέψαμε, παλεύουμε, για ένα χαμόγελο όλο κι όλο, δικό μας κι όλων- πλήρωση (ή κάλυμμα έστω) του κενού». Αυτά τα παρηγορητικά λέει στο τελευταίο του γράμμα ο Ρίτσος (19/11/78), λίγους μήνες μετά τον ξαφνικό θάνατο του Αλεξάνδρου. Είχε γνωρίσει την Καίτη στα 16 της, είχε λειτουργήσει συμφιλιωτικά ανάμεσα στον άντρα της- συνάδελφό του στο Εθνικό Θέατρο και συνεξόριστο Φάνη Καμπάνη, στην οικογένειά της, και στον έρωτά της- τον εσωστρεφή συνομήλικό της Άρη, μεταφραστή-ποιητή, με μάνα Ρωσίδα- και δεν έπαυε να την ενθαρρύνει να γράφει, προτείνοντάς της λύσεις. Η Τέχνη, της έλεγε, «δεν έρχεται μόνη της. Στη δούλεψή της τη βρίσκουμε», κι εκείνη κυκλοφόρησε την πρώτη της συλλογή το 1950. Σ΄ αυτό το βιβλίο βλέπουμε λοιπόν έναν Ρίτσο-δάσκαλο ποιητών, απίστευτα αγαπησιάρη- και λυρικό- ακόμα και στις φρικτές συνθήκες της Μακρονήσου. «...Μέσα μου κουβεντιάζουνε ένα λιοντάρι αχτένιστο μ΄ ένα καναρινάκι- μπερδεύεται η καρδιά μου μες στους στίχους- σπαρταράει...» (31/3/1950). Τον παρακολουθούμε επίσης να υποστηρίζει τον «αποστάτη» Αλεξάνδρου απέναντι στην ηγεσία του κόμματος, να παραβλέπει την ανορθόδοξη γραμμή του στο Κιβώτιο και να καταρρίπτει τις αμφιβολίες του «αδελφού» του για το μυθιστόρημά του. Τον βλέπουμε ακόμα σε μια τρομακτική δημιουργική ευφορία να προσπαθεί να διαχειριστεί τις υποχρεώσεις που τού επέβαλλε η φήμη του, αλλά τον βλέπουμε και σε στιγμές κρίσης: να αισθάνεται μια «ασφυκτική ματαιότητα» να τον κυκλώνει (12/7/71) και να σκίζει χιλιάδες χειρόγραφά του (400 σελίδες ταξιδιωτικές εντυπώσεις, 3 ημερολόγια- 1948-51, 4 θεατρικά έργα κ.ά.).

Ταυτόχρονα, βλέπουμε ανάγλυφα και την Καίτη Δρόσου, «που πολύ ονειρεύτηκε», και τον Αλεξάνδρου με την εξαιρετική του «δύναμη αυτοπαρατήρησης». «Νιώθω», τους γράφει το 1972 ο μέντοράς τους, «πως μόνος πλούτος μας (και της τέχνης μας) παραμένει το αίσθημα. Και μόνη ανταμοιβή μας- ίσως και δικαίωση: το ότι αγαπήσαμε και αγαπηθήκαμε».

«Στάθηκες δάσκαλός μου ακόμα κι όταν παρακούοντας τις συμβουλές σου, έκανα του κεφαλιού μου», τού είχε απαντήσει ο Αλεξάνδρου. Πράγματι, τα γράμματα του Ρίτσου διαβάζονται και ως οδηγίες προς ναυτιλλόμενους συγγραφείς. Σταχυολογούμε: «Φυλάξου απ΄ τη μαγεία της λέξης που οδηγεί άσφαλτα στον βερμπαλισμό- όμως μην την παραμελείς ποτέ στο όνομα ενός αισθήματος ή του αυθορμητισμού». «Περιγραφικότητα και αποδειχτικότητα [είναι] τα δυο τέρατα που κατασπαράζουν την τέχνη». « Η αντιφατική, εξομολογητική ειλικρίνεια δεν είναι αισθητική αρετή». «Η αποτυχία δείχνει καλύτερα τον δρόμο της επιτυχίας, πολύ καλύτερα από τη “σοφία” της προκαταβολικής αμφιβολίας».

όλες οι τελευταίες ειδήσεις