Πάρα πολλά, σχεδόν λίγα

, Γράφει ο Δημοσθένης Κούρτοβικ   | ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 19/09/2009 07:00 |
Η γυναικεία ομοφυλοφιλία γίνεται σ΄ αυτό το βιβλίο σύμπτωμα για μια αυτογαμική αναπαραγωγή της ταυτότητας. Εδώ η Σούζαν Σάραντον και η Τζίνα Ντέιβις στην ταινία «Θέλμα και Λουίζ» του Ρίντλεϊ Σκοτ
 Πάρα πολλά, σχεδόν λίγα
Κεντρική μορφή στο Μέσα σ΄ ένα κορίτσι σαν κι εσένα είναι μια τριαντάχρονη Ελληνοαμερικανίδα, που έρχεται να ζήσει στην Αθήνα για ένα απροσδιόριστα μεγάλο διάστημα κι επιμένει σε μια παραλλαγή του ονόματός της την οποία δεν θα δεχόταν καμία συνονόματή της επιχώρια Ελληνίδα αστή: Κατίνα. Παρόλο που μιλάει πολύ καλά ελληνικά, η Κατίνα Μελά αισθάνεται τις ελληνικές λέξεις συχνά με διαφορετικό τρόπο απ΄ ό, τι οι ιθαγενείς ΄Ελληνες. Αλλά και γενικά, αντιλαμβάνεται το σκηνικό και τη ζωή της Αθήνας με μια ιδιόμορφη ευαισθησία. Η ματιά της δεν είναι (δεν μπορεί να είναι) η ματιά του ντόπιου, αλλά δεν είναι ούτε η ματιά του ξένου. Είναι ένα μείγμα οικειότητας και αλλοτριότητας, χαρακτηριστικό άλλωστε της όλης στάσης της απέναντι στον εαυτό της και τον κόσμο.

Υπάρχουν όμως και άλλα πράγματα που διαφοροποιούν την Κατίνα Μελά από το ευρύτερο περιβάλλον της. Πρώτα πρώτα, είναι λεσβία. ΄Ηρθε στην Αθήνα βαθιά τραυματισμένη από τον πρόσφατο χωρισμό της με την επί επτά χρόνια μόνιμη σύντροφό της, την Ταμάρα, και από τον επίσης πρόσφατο, αδόκητο θάνατο της μητέρας της. Τον πατέρα της, ιδιοκτήτη πιτσαρίας στην Αμερική, τον μισεί θανάσιμα και τον περιγράφει ως έναν βάναυσο, τυραννικό άνδρα (ο οποίος, βεβαίως, απεχθάνεται τόσο την ίδια όσο και τη μητέρα της, πρώην σύζυγό του, για τη σεξουαλική ιδιαιτερότητά τους). Αντίθετα, υπεραγαπά τον αδελφό της, που έχει κοινό με αυτή το μίσος για τον πατέρα-αφέντη και μάλιστα επιχείρησε κάποτε να πυρπολήσει την πατρική πιτσαρία, με αποτέλεσμα να περάσει ένα φεγγάρι στη στενή.

Επίσημα, η Κατίνα έχει έρθει στην Αθήνα για να συντάξει τη διδακτορική διατριβή της γύρω από μια αινιγματική λεσβία ποιήτρια, που έγινε διεθνώς γνωστή με το ψευδώνυμο Θαλασσία ΄Υλη, αλλ΄ απέφευγε συστηματικά τις δημόσιες εμφανίσεις και τις βιογραφικές πληροφορίες για το πρόσωπό της. Η Κατίνα έχει ωστόσο αποξενωθεί ψυχοδιανοητικά από την πανεπιστημιακή κοινότητα και δεν προτίθεται να συνεχίσει το διδακτορικό της (αν και αργότερα θ΄ αλλάξει κάπως στάση). Από την άλλη, είναι γενικά ένα μοναχικό άτομο. Παρατηρώντας τη συντροφικότητα που χαρακτηρίζει, κατά την εκτίμησή της, τις κοινωνικές σχέσεις στην Αθήνα, διαπιστώνει πόσο ξένο τής είναι αυτό το αίσθημα.

Τέλος, θα πρόσθετα στις ιδιαιτερότητες της Κατίνας Μελά, ως μυθιστορηματικού προσώπου, το ότι, σε αντίθεση με τις περισσότερες ηρωίδες της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας, δεν είναι αργόσχολη ή χομπίστρια, αλλά δουλεύει για να ζήσει. Δουλεύει μάλιστα με ωράριο και ταπεινή αμοιβή. Αρχικά ως πωλήτρια σε μπουτίκ του Κολωνακίου, αργότερα ως δασκάλα αγγλικών σε φροντιστήριο.

Με άλλα λόγια, η 41χρονη σήμερα ΄Αντζελα Δημητρακάκη έχει πλάσει, σ΄ αυτό το τέταρτο μυθιστόρημά της, έναν ενδιαφέροντα χαρακτήρα, ακριβέστερα έναν χαρακτήρα που έχει ενδιαφέρουσα σχέση με τον σύγχρονο κόσμο και τη συνειδητοποιεί τόσο όσο χρειάζεται ώστε να μπορεί να μιλήσει γι΄ αυτή χωρίς να τσαλαβουτάει στις συνηθισμένες ασημαντολογίες των εγωτιστικών ατόμων. Πέρα από την ιδιαίτερη θέση όπου βρίσκεται λόγω του σεξουαλικού προσανατολισμού της, η Κατίνα Μελά ακροβατεί ανάμεσα σε δύο κουλτούρες (ελληνική- αμερικανική), απαρνείται την ακαδημαϊκή σταδιοδρομία για έναν τρόπο ύπαρξης κάπου ανάμεσα σ΄ αυτόν της βιοπαλαίστριας, του φρικιού και της ανεξάρτητης ερευνήτριας, παραδέρνει ανάμεσα σε περιστασιακές ερωτικές συνευρέσεις, μια σχέση προϊούσας ασυνεννοησίας με την Αθηναία σταθερή ερωμένη της και την κατάθλιψη για τη διάλυση του δεσμού της με την Ταμάρα, θαυμάζει από τη μια τον ζήλο και την αυταπάρνηση μιας φίλης της που δραστηριοποιείται με ανθρωπιστικές οργανώσεις σε χώρες του Τρίτου Κόσμου, από την άλλη όμως μουδιάζει μπροστά στην ακτιβιστική μονολιθικότητά της κ.λπ. κ.λπ.

Η Κατίνα Μελά είναι, για να το πούμε απερίφραστα, κάτι σαν επιτομή των ανησυχιών και των αντιφάσεων ενός σύγχρονου νέου ανθρώπου που αναζητεί ταυτότητα έχοντας απορρίψει όλες τις συμβατικές, διχοτομικής λογικής ταυτότητες, επειδή δεν μπορεί εκ των πραγμάτων ν΄ αποδεχτεί καμία από αυτές. Την υπαρξιακή κατάστασή της την περιγράφει η ίδια ως εξής: «Αλλά εγώ αισθάνομαι [...] ότι βρίσκομαι σ΄ ένα αεροπλάνο που πετάει σ΄ έναν πλανήτη χωρίς αεροδρόμια». Στο τέλος θα διαφανεί αχνά μια δυνατότητα προσθαλάσσωσης στα ιριδίζοντα κύματα του πελάγους που λέγεται Θαλασσία ΄Υλη...

Η Δημητρακάκη προσπαθεί ν΄ αναδείξει διάφορα επίπεδα του θέματός της χωρίζοντας το μυθιστόρημα σε τέσσερα μέρη, που αντιστοιχούν σε τέσσερις διαφορετικές μορφές λόγου. Το πρώτο μέρος καλύπτεται από την εξερχόμενη αλληλογραφία της Κατίνας με φίλους, συγγενείς και γνωστούς της κατά το διάστημα της εντεκάμηνης τελικά, συντομότερης απ΄ όσο προβλεπόταν παραμονής της στην Αθήνα. Το δεύτερο μέρος περιλαμβάνει εγγραφές στο ημερολόγιό της από την ίδια περίοδο. Το τρίτο είναι το περιεχόμενο της διάλεξής της, σ΄ ένα συμπόσιο στους Δελφούς λίγο καιρό πριν αναχωρήσει από την Ελλάδα, γύρω από το ποιητικό έργο της Θαλασσίας ΄Υλης και την ταυτότητά της (την οποία η Κατίνα έχει ξεκλειδώσει στο μεταξύ, ανακαλύπτοντας, όχι προς έκπληξη του αναγνώστη, ότι η σκοτεινή ποιήτρια δεν ήταν άλλη από τη μητέρα της). Το τέταρτο μέρος, τέλος, αποτελείται από δύο συνεντεύξεις της Θαλασσίας ΄Υλης σε αγγλόγλωσσα λογοτεχνικά περιοδικά, μεταφρασμένες από την Κατίνα Μελά.

Το πρώτο μέρος είναι το πιο πετυχημένο, γιατί με την πυκνότητα και τη σχετική ελλειπτικότητα του λόγου, το ετερόκλητο πλήθος των αποδεκτών του και τις ανάλογες μεταπτώσεις του ύφους δίνει μια ζωντανή εικόνα της προσωπικότητας της ηρωίδας και της κατάστασής της. Το δεύτερο μέρος έχει καλές στιγμές, αλλά και στιγμές όπου ενδίδει στη φλυαρία, κάτι που βάραινε πολύ στα προηγούμενα μυθιστορήματα της Δημητρακάκη. Στο τρίτο η γλώσσα είναι υπερβολικά τεχνική για ένα μυθιστόρημα, ενώ το τέταρτο μέρος, αν και περιέχει οξυδερκείς αποφθεγματικές παρατηρήσεις, θυμίζει κάπως λογοτεχνικό μανιφέστο και πάντως εμφανίζει λυμένα στο πεδίο της ποιητικής δημιουργίας τα προβλήματα ταυτότητας που έχουν τεθεί προηγουμένως, αμβλύνοντας έτσι την οξύτητα και περιορίζοντας την εμβέλειά τους.

Εκείνο όμως που με προβληματίζει πιο πολύ σ΄ αυτό το κατά τ΄ άλλα αξιοπρόσεκτο κι ερε θιστικό βιβλίο είναι διαφορετικής τάξεως. Η Κατίνα βιώνει μια κατάσταση απόλυτης αβεβαιότητας, γι΄ αυτό και απόλυτης ανοιχτότητας απέναντι στον κόσμο. Αλλά ποιον κόσμο; Το σημαντικότερο γι΄ αυτή κομμάτι της ζωής της, τόσο στην Αμερική όσο και στην Αθήνα, μοιάζει να διαδραματίζεται σε μια κοινότητα (ας μη βιαστούμε να χρησιμοποιήσουμε τη λέξη γκέτο) οριοθετημένη με σεξουαλικά κριτήρια. Λεσβία η μητέρα της, λεσβίες οι στενότερες φίλες της, λεσβιακό το θέμα του διδακτορικού της, ομοφυλόφιλος ο επόπτης της διατριβής, ομοφυλόφιλος και ο μόνος άνδρας με τον οποίο η Κατίνα θα συνδεθεί φιλικά στην Αθήνα. Θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι αυτή η περιχαράκωση δεν είναι εκούσια, ότι αιτία της είναι η κοινωνική απόρριψη της ομοφυλόφιλης έκφρασης (αλλά και στην πολιτικά ορθή ακαδημαϊκή Αμερική;). Θα μπορούσαμε, επίσης, να εξηγήσουμε την «αχανή βιβλιοθήκη σύγχρονης λεσβιακής λογοτεχνίας της μαμάς»- την πληροφορία μας τη δίνει η Κατίνα- ως αποτύπωμα ενός αγώνα για αυτογνωσία (αλλά χρειαζόταν άραγε μια αχανής βιβλιοθήκη ειδικής θεματολογίας για ν΄ αναγνωρίσει μια λεπταίσθητη κι ενορατική ποιήτρια τη λεσβιακή ταυτότητά της;). Υπάρχουν όμως στο μυθιστόρημα κάποια κρίσιμα δεδομένα που δεν δένουν με τέτοιες ερμηνείες. Η Κατίνα μάς λέει κάπου ότι ονειρεύτηκε πως βρέθηκε σ΄ έναν ιδανικό κόσμο χωρίς ενήλικους άνδρες. Τα όνειρά μας δεν μπορούμε βέβαια να τα λογοκρίνουμε και μπορεί στο υποσυνείδητο της Κατίνας οι άνδρες να έχουν τη μορφή του βάρβαρου πατέρα της. Αλλά νομίζω πως κανένα συνειδητοποιημένο ομοφυλόφιλο άτομο σήμερα δεν θα ήταν πρόθυμο ν΄ αναγάγει την ομοφυλοφιλία του στην τραυματική σχέση με τον ετερόφυλο γονέα του: δεν γίνεται κανείς ομοφυλόφιλος, είναι. Η Κατίνα δεν θεωρεί, λοιπόν, ότι φταίει ο πατέρας της που βγήκε λεσβία, για ό, τι άλλο κι αν τον κατηγορεί. Άλλο νόημα έχει ο χωρίς άνδρες ιδανικός κόσμος. Η γυναικεία ομοφυλοφιλία γίνεται σ΄ αυτό το βιβλίο σύμπτωμα ενός βαθύτερου πόθου για μια αποκλειστικά μητρογραμμική γενεαλογία, ακόμα περισσότερο μάλιστα, για μια αυτογαμική αναπαραγωγή της ταυτότητας. Προς αυτή την κατεύθυνση δείχνουν και δύο σημαντικές λεπτομέρειες, που ενισχύουν η μια τη σηματοδοτική λειτουργία της άλλης: η (τραβηγμένη) σεξουαλική συνεύρεση της Κατίνας με τη μητέρα της, με την οποία ταυτίζεται άλλωστε όλο και πιο ξεκάθαρα, και η επιθυμία της μητέρας της ν΄ αλλάξει όνομα για ν΄ αποκτήσει τ΄ ονοματεπώνυμο της δικής της βιολογικής μητέρας.

Σ τη δεύτερη συνέντευξή της η Θαλασσία ΄Υλη, σχολιάζοντας μια δήλωση ότι οι λεσβίες δεν είναι γυναίκες, λέει ότι δεν συμφωνεί, αλλά θα ήθελε να συμφωνούσε, γιατί, αν ισχύει αυτό, «Τόσο το καλύτερο για κείνες. Δεν είναι κάτι, άρα θα μπορούσαν να είναι πάρα πολλά ». Ενδιαφέρουσα και πολλά υποσχόμενη τοποθέτηση, τουλάχιστον σε θεωρητικό επίπεδο. Θα θέλαμε να είχε υποστηριχτεί με περισσότερη πειστικότητα και συνέπεια σ΄ αυτό το μυθιστόρημα, που φαίνεται να κινείται στο πνεύμα της, αλλά οι αντίρροπες τάσεις του κάνουν τα πάρα πολλά πολύ λιγότερα.

όλες οι τελευταίες ειδήσεις