Τελειώνει αύριο το Μουντιάλ. Τι είναι αυτό που θα πάρει μαζί του ύστερα από έναν μήνα τηλεοπτικών μεταδόσεων εκτός από το αγωνιστικό κομμάτι, τα φαβορί που έφυγαν νωρίς, τα αουτσάιντερ που τερμάτισαν; Πρώτα απ’ όλα μια αίσθηση παιδικότητας μαζί με όλες τις ανούσιες αγωνίες της. Τι ωραία να παθιάζεσαι, να τσακώνεσαι, να ζεις τα θρίλερ σου για χώρες που δεν έχεις επισκεφθεί ποτέ, για λαούς που δεν έχεις γνωρίσει. Γιατί στο πρώτο Μουντιάλ που θυμάσαι, την κούπα είχε σηκώσει η Βραζιλία ή κάποιος μπάρμπας σου, μετανάστης στο Λεβερκούζεν, σε είχε μάθει να υποστηρίζεις τη Γερμανία…

Εκτός από αυτό όμως είναι και μια εύθραυστη, αόριστη αίσθηση επικοινωνίας. Και δεν αναφέρομαι στη διαδικτυακή. Είναι ό,τι εισέπραττες για έναν μήνα ζώντας και περπατώντας μέσα στην πόλη. Ο συντονισμός μπροστά στους δέκτες που ώρες ώρες νομίζεις ότι σχηματοποιείται. Ο ήχος από τις τηλεοράσεις διάχυτος τις βραδινές ώρες στην ατμόσφαιρα. Οι φωνές και οι πανηγυρισμοί από τις ανοιχτές μπαλκονόπορτες που σου δίνουν το στίγμα περί του τι είναι, τέλος πάντων, ο καινούργιος νοικάρης του τρίτου. Ο ξαφνικός σαματάς όταν μπαίνει γκολ κι εσύ είσαι κάπου έξω όπου πιστεύεις ότι κανείς δεν βλέπει ποδόσφαιρο, κι όμως στο βάθος υπάρχει μια ανοιχτή τηλεόραση. Οι ματιές που ανταλλάσσεις προς άγραν πληροφόρησης με τον άγνωστο παραδιπλανό σου στους γάμους του Σαββατοκύριακου, όταν συνειδητοποιείς ότι στο κινητό του βλέπει Μουντιάλ. Ολα αυτά θα μου λείψουν από αύριο.

Μια και μιλάμε για επικοινωνία και εγγύτητα, οι ιδέες των ανθρώπων που την κάνουν trend, επινοώντας το ακτιβιστικό μάρκετινγκ, γίνονται πάντα όμορφες ιστορίες, όμορφα «προϊόντα», όμορφες δράσεις. Οπως η ιστορία του Blake Mycoskie, ιδρυτή της εταιρείας ΤΟΜS και εμπνευστή της φιλοσοφίας One for ONE. Είναι αυτός ο απίθανος τύπος που έκανε cool item τις εσπαντρίγιες και για κάθε ζευγάρι που αγοράζουμε εμείς εξασφαλίζει ένα ζευγάρι παπούτσια για παιδιά (σε διάφορες χώρες του κόσμου) που διανύουν αποστάσεις ξυπόλητα. Tώρα όμως μπορούμε να βοηθήσουμε ώστε η TOMS να εξασφαλίσει την ύδρευση σε κάποιους από τους 780, περίπου, εκατομμύρια ανθρώπους στη Γη που δεν έχουν πρόσβαση σε πόσιμο νερό. Στην Πλατεία Μητροπόλεως στο κέντρο της Αθήνας, ένα ιστορικό υφασματάδικο μετατράπηκε στον νέο πολυχώρο της εταιρείας όπου, εκτός από τα παπούτσια, τα ρούχα και τα αξεσουάρ, σερβίρει και καβουρδισμένο, αρωματικό καφέ TOMS Roasting Co. Χαρμάνια από Κολομβία, Γουατεμάλα και Μεξικό αφού σε αυτές τις χώρες, με κάθε φλιτζάνι καφέ που πίνουμε στην Αθήνα, προσφέρουμε σε έναν άνθρωπο το νερό μιας ημέρας. Αυτό είναι το τέταρτο μαγαζί μετά τα αντίστοιχα σε Θεσσαλονίκη, Λονδίνο και Αμστερνταμ. Τι όμορφο!

(Δεν) ήταν ένα μικρό καράβι

Αν από κάπου περιμένουμε την πολυπόθητη ανάπτυξη, τη ζωογόνο ανάκαμψη σε αυτήν την έρημη τη χώρα, είναι ο τουρισμός. Το ξέρουμε, το έχουμε εμπεδώσει, φως από αλλού, τουλάχιστον τόσο ευδιάκριτο, δεν περιμένουμε. Και το πιο δυνατό brand αυτής της «βαριάς βιομηχανίας» μας είναι το ελληνικό καλοκαίρι. Με premium product, έστω και στερεοτυπικά, τις Κυκλάδες. Και είναι καλοκαίρι. Και είσαι στις Κυκλάδες. Εσύ, ο έλληνας «διακοπεύων» –που έχεις μαζέψει μετά κόπου τα έξοδα των διακοπών -, αλλά και ο αλλοδαπός τουρίστας. Και είσαι, για παράδειγμα, στη Σέριφο. Και θέλεις να πας στη Σύρο. Ή είσαι στη Σύρο και θέλεις να πας στην Ανδρο. Μιλάμε για αποστάσεις που αν φωνάξεις στο ένα νησί θα σε ακούσουν στο άλλο, που λέει ο λόγος. (Δεν μιλάμε για το να είσαι στη Νάξο και να θέλεις να πας στη Σίφνο, που είναι πιο μεγάλη η απόσταση, αλλά πάντα στις Κυκλάδες). Στην πρώτη περίπτωση, υπάρχει ένα καράβι μία ή δύο φορές την εβδομάδα που κάνει το ταξίδι –μέσω άλλων νησιών –από τέσσερις έως επτά ώρες. Στη δεύτερη, πρέπει να πας στη Μύκονο ή την Τήνο και να περιμένεις δύο ή τρεις ώρες το πλοίο για Ανδρο. Γιατί; Διότι οι Κυκλάδες είναι χωρισμένες σε μπλοκ που εξυπηρετούν συγκεκριμένα δρομολόγια, χωρίς σύνδεση μεταξύ τους. Το ξέρω, τα νησιά είναι πολλά και τα συμφέροντα μεγάλα. Η ζήτηση σε κάποιες γραμμές δεν είναι αυξημένη. Αλλά πώς να αυξηθεί η ζήτηση όταν δεν υπάρχει προσφορά; Μήπως ήρθε το πλήρωμα του χρόνου όσοι αναμειγνύονται σε αυτήν την ιστορία να το ξαναδούν;

Η πόλη παίζει και τραγουδάει

Γιατί γίναμε τόσο γκρινιάρηδες; Ή, μάλλον, γιατί μπερδεύουμε την γκρίνια με ένα είδος διαστρεβλωμένου ελιτισμού; Ακούω τελευταία παράπονα ότι οι συναυλίες και οι παραστάσεις που γίνονται στις γειτονιές της Αθήνας ενοχλούν, λέει, τους περίοικους. Οτι τι δηλαδή; Κάποια «Ηλέκτρα» που παίζεται κοντά στο σπίτι τους ή ένας Κωστής Μαραβέγιας που δίνει συναυλία παραπέρα δεν τους αφήνει να ακούσουν τις ιαχές του «Survivor»; Ας συνέλθουμε, λέω εγώ. Κι ας απολαύσουμε αυτήν τη μοναδικότητα του ελληνικού καλοκαιριού.

Δήμητρα Παπαδοπούλου

(ηθοποιός,συγγραφέας)

Τι να συµβαίνει

Μου αρέσει που, στην Αθήνα, μπορώ να γυρίσω ξαφνικά το βλέμμα μου και να αντικρίσω την Ακρόπολη. Μου αρέσει ο ναός του Ποσειδώνα. Μου αρέσει που η θάλασσα είναι τόσο κοντά στην πόλη. Μου αρέσει το φυσικό φως της Αττικής, το κλίμα της, το κέντρο της Αθήνας τη νύχτα, τα σουβλατζίδικα, τα υπαίθρια σινεμά, οι τουρίστες στον δρόμο.

Τι να µη συµβαίνει

Δεν μου αρέσει η μιζέρια τού «δεν μου αρέσει». Και το ότι, τελευταία,

επικρατεί ένας φόβος.