ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΡΗΓΟΣ

Η ΑΔΑΜΑΣΤΗ ΕΦΗΒΕΙΑ ΤΟΥ «ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ»

Ο χορογράφος μιλάει για τους πειραματισμούς του, τις «μαζικές» στιγμές που έζησε στο θέατρο και την παράσταση του «Ερωτόκριτου», σε μουσική Δημήτρη Μαραμή

  | ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 13/09/2017 08:00 |
Η αδάμαστη εφηβεία του «Ερωτόκριτου»
Φωτογραφία από τον «Ερωτόκριτο» όπως παρουσιάστηκε τον περασμένο Μάιο στην Εναλλακτική Σκηνή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής

«Του Ερωτος οι μπόρεσες και τση Φιλιάς η χάρη» του άγουρου Ερωτόκριτου και της γλυκιάς Αρετούσας δεν χάνουν τη διαχρονική γοητεία τους. Διασκευάζονται ακόμη και για μιούζικαλ, όπως αυτό που εγκαινίασε την περασμένη άνοιξη τις παραγωγές της Εναλλακτικής Σκηνής της Λυρικής Σκηνής και ανεβαίνει μεθαύριο σε μία και μόνη  - sold out - παράσταση στο Ηρώδειο.
Ο Κωνσταντίνος Ρήγος που σκηνοθέτησε, χορογράφησε και σκηνογράφησε τον «Ερωτόκριτο», τη μουσική σύνθεση του Δημήτρη Μαραμή, κατέχει πρωταγωνιστική θέση στο ανέβασμα ενός έργου του 17ου αιώνα που αγγίζει και συνδέεται με το παρόν. Για όλα ευθύνεται η «ορμή της νιότης» λέει ο γνωστός χορογράφος σε μια συζήτηση που ξέφυγε από το θέατρο κι έφτασε ώς τα ριάλιτι σόου. «Η παράσταση έχει τη μορφή του μιούζικαλ, είναι έργο λυρικό, αλλά οι πρωταγωνιστές δεν τραγουδάνε με οπερατικό ύφος. Ο Μαραμής κράτησε ελλιπή την αφήγηση του Βιτσέντζου Κορνάρου για να γράψει τη μουσική σε ένα νέο έργο που κινείται από την τζαζ έως την έντεχνη παραδοσιακή μουσική. Το δικό μας μιούζικαλ, πάντως, κρατά το ιδίωμα του ιαμβικού δεκαπεντασύλλαβου στα τραγούδια. Ολα αυτά στο άθροισμά τους είναι εξεζητημένα, επειδή η γλώσσα δεν είναι κατανοητή αμέσως - γι' αυτό χρησιμοποιούμε υπέρτιτλους. Ωστόσο, αυτή η γλώσσα με αυτή τη μουσική δίνουν νέα πνοή στο έργο».

ΤΟ ΕΡΓΟ. Ο Ρήγος δεν φοβάται την εκζήτηση. Συνήθως την επιδιώκει. Μαζί με δόσεις ανατρεπτικότητας που λειτουργούν ανανεωτικά για έναν δημιουργό, ο οποίος δοκιμάζει τις ικανότητές τους και πέρα από τον χορό, τη «ρίζα» του όπως λέει ο ίδιος. «Με δεδομένο ότι είχα κάνει το "Ρωμαίος και Ιουλιέτα" στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά, αναζητώντας τα στοιχεία της ιστορίας τους στην εφηβεία και την αλητεία των δρόμων, συνέχισα το ίδιο και στον "Ερωτόκριτο", υπογραμμίζοντας σκηνοθετικά την αδάμαστη εφηβεία. Η Αρετούσα είναι επαναστατική φιγούρα έως και εμμονική. Παρακούει τον πατέρα της και προτιμά να μείνει για πέντε χρόνια φυλακισμένη περιμένοντας τον Ερωτόκριτο. Εκείνος έρχεται, σώζει τη χώρα και ως αντάλλαγμα ο Ρήγας τού δίνει την κόρη του. Ομως μαζί με την επανάσταση υπάρχει και η ηθική. Είναι πολύ γοητευτική η σκηνή της αναγνώρισης των νέων, καθώς ο Ερωτόκριτος την περνά από δοκιμασία αφοσίωσης και αγάπης. Μια τέτοια σκηνή θα έπρεπε μουσικά και εικονογραφικά να βγάζει μόνο ομορφιά».
Η κοινωνία της Κρήτης μέσα στην οποία ο λόγιος Κορνάρος περιγράφει νεανικούς έρωτες και  εξουσίες μετασχηματίζεται από τον Ρήγο και την ομάδα χορού του. Ενα πλήθος από πολεμιστές, παλατιανούς, γιαγιάδες κουτσομπόλες που άλλοτε ειρωνεύονται, άλλοτε μελαγχολούν, σίγουρα όμως επιστρατεύουν το χιούμορ. Σ' αυτό βασίζει ο Ρήγος τη σύνδεση του κρητικού έπους με τη σημερινή πραγματικότητα των νέων ανθρώπων που ντύνονται με κουκούλες (στοιχείο που φάαίνεται στην παράσταση), αθλητικά παπούτσια και βγάζουν σέλφι στο Ηρώδειο. «Στο πλαίσιο της μουσικής που ακούγεται στην παράσταση, τέτοιες λεπτομέρειες δεν ξενίζουν, αλλά μοιάζουν φυσικές. Μόνο η παραμάνα και ο βασιλιάς-πατέρας της Αρετούσας είναι οι πιο κόμικ φιγούρες, για να δείξουν την αντιπαράθεση της νιότης με τα σύμβολα της  εξουσίας».

ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ. Μετά τη διαδρομή του ως χορογράφου, χορευτή και ιδρυτή του Χοροθεάτρου Οκτάνα, αλλά και τη θητεία του στο Χοροθέατρο του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδας, ο Ρήγος δοκίμασε την εκφραστικότητά του σε άλλα δημιουργικά πεδία. Αλλοτε ήταν η σκηνοθεσία μουσικών βιντεοκλίπ, θεατρικών και μουσικών παραστάσεων και άλλοτε  η φωτογραφία. Η σκηνοθετική του προσέγγιση στις παραστάσεις του Εθνικού Θεάτρου «Bossa Nova», «Τιτανικός», «Κόκκινα φανάρια» και «Ανεμος» ή στα μιούζικαλ «Καμπαρέ» και «Rocky Horror Show» είχε ως αποτέλεσμα να κερδίσει τις δικές του «μαζικές» στιγμές με ένα ευρύτερο ακροατήριο. «Από την εποχή της Οκτάνας το 1990, με τα έργα "Δάφνις και Χλόη", "Ορφέας", "Ικαρος", "Αλκηστη", με ενδιέφεραν τα βαριά θέματα. Αλλά η ενασχόληση μου με το θέατρο μετά τον "Ρωμαίο" και τον "Ερωτόκριτο" μου έβαλαν ξανά ιδέες για τις μεγάλες ιστορίες σε πιο απλή αφήγηση. Οχι ότι δεν τις είχα στα πρώτα χρόνια της Οκτάνας - ίσα ίσα που κονταροχτυπιόμουν μ' αυτές: ο "Ικαρος" μου βγήκε σε πτώση αεροπλάνου, ο "Ορφέας" σε υπόγειο ξενοδοχείο στο Εμπρός. Τώρα οι ιστορίες αυτές έχουν αποκτήσει άλλη ωριμότητα με μια σύνθεση όλων των μέσων με τα οποία έχω ήδη δουλέψει» .

ΒΑΒΕΛ. Για τον τωρινό Ρήγο οι πειραματισμοί της Οκτάνας συναντιούνται με τα οπτικά εφέ, τα τεχνολογικά μέσα και τα ποπ ευρήματα τα οποία συνεχίζει να χρησιμοποιεί στις δουλειές του. Με τα χρόνια, άλλωστε, εξέλιξε το ύφος του σε μια μεικτή τεχνική μέσων. Τρία χρόνια μετά την επιτυχημένη «Αρκαδία» της Οκτάνας στο Φεστιβάλ Αθηνών, ο χορογράφος επιστρέφει στο πρωταρχικό του πεδίο. «Προσπαθώ να κάνω μια νέα παραγωγή πάνω στην ιδέα της Βαβέλ. Ως αρχιτεκτονικό οικοδόμημα με διαφορετικές γλώσσες που φτιάχνει χάος. Μέσα από τη συγκρότηση και τη χαοτική αποδόμηση μπορώ και δουλεύω για να φτιάξω κάτι δικό μου. Οταν έχεις δουλέψει χρόνια στον χορό και τον αγαπάς, είναι δύσκολο να τον προδώσεις. Γι'  αυτό και προτιμώ να εξασκώ τη δημιουργικότητά μου σε άλλα είδη όπως το θέατρο, έτσι ώστε να είμαι έτοιμος και να επιστρέφω στον χορό. Προσπαθώ να μην εγκαταλείπω την Οκτάνα. Είναι η διέξοδός μου, η βασική μου ρίζα, όσο και να μου αρέσουν τα άλλα. Επειδή έχω μεγαλώσει σε περιβάλλον με χορευτές, έχω ανάγκη να βρίσκομαι μαζί τους επειδή μέσα από αυτόν τον κόσμο των νέων χορευτών μπορώ και  ανανεώνω τους κώδικες και να βλέπω τις νέες γλώσσες του χορού».

ΣΤΑΡ ΚΑΙ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ. Η αισθητική δεν σταματά εδώ. Είναι στοίχημα και όταν «δουλεύει» με πρωταγωνιστές της ελληνικής διασκέδασης αναβαθμίζοντας τις «φίρμες» σε «είδωλα». «Δεν δημιούργησα κάτι πάνω σε αυτούς. Προτιμώ να βγάζω και να οριοθετώ σημεία που πίστευα ότι είναι ιδανικά γι' αυτούς. Περισσότερο αφαιρώ παρά προσθέτω κάτι που νομίζω ότι θα τους ήταν ξένο. Θα έλεγα ότι απενοχοποίησα τις σχέσεις τους με το κοινό. Αυτό προσπαθώ να κάνω: να σπάω τη διαχωριστική γραμμή που δημιουργεί η ντίβα, η περσόνα, ο σταρ στη σχέση του με το κοινό. Από την όπερα και το τραγούδι, την πρωταγωνίστρια του θεάτρου ή τη χορεύτρια, δεν σταματά η ανάγκη για είδωλα και μύθους. Σήμερα είναι δύσκολο να φτιάξεις έναν νέο μύθο. Εχω ανάγκη να είναι πολύ απλά τα πράγματα, να επιστρέφουν στον πειραματισμό. Είναι πιο απελευθερωτικό». Κάτι τέτοιο ανακάλυψε στην τηλεόραση ως μέλος κριτικής επιτροπής σε ριάλιτι χορού, κάνοντας οντισιόν σε ερασιτέχνες. Και από αυτή τη νέα γνωριμία του με αυτοδίδακτους χορευτές που βελτίωναν την τεχνική τους χάρη στα βίντεο που παρακολουθούν στο YouTube, ο χορογράφος σκέφτηκε το επόμενο βήμα της Οκτάνας του. «Αυτό το φαινόμενο ανήκει στην ψηφιακή εποχή, ως βιωματική γνώση. Με ορισμένους από αυτούς τους χορευτές θα δουλέψω τη "Βαβέλ"».  

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ