Τι τον θέλεις τον εκδότη;

Εσύ, ένας υπηρέτης της λογοτεχνίας ή των κόμικς, που θέλεις να χαρίσεις το έργο σου στην ανθρωπότητα. Εκείνος, ένας εκδοτικός οίκος, που η κρίση τον έκανε φοβιτσιάρη. Ε λοιπόν, ξέχασέ τον. Αυτοεκδόσου, χρηματοδοτήσου συλλογικά ή διάβασε το ρεπορτάζ και θα καταλάβεις

Του Νικόλα Ζώη  | ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 17/11/2012 20:00 |
Τι τον θέλεις τον εκδότη;
Σκηνή από το «Elysium Online», την επιστημονικής φαντασίας ιστορία τρόμου του Ηλία Κυριαζή, που βασίζεται στη συλλογική χρηματοδότηση

Εστω ένα ρινγκ πυγμαχίας. Στη μία γωνία, η Pilotless Press, στα ίδια κυβικά με ένα χάρτινο αεροπλανάκι και μάλιστα χωρίς πιλότο. Μία εκδοτική προσπάθεια όμως με τα όλα της, έστω και αν αυτό δεν σημαίνει τίποτα παραπάνω από λίγους φίλους που έβλεπαν έναν άλλον φίλο μονίμως με ένα βιβλίο παραμάσχαλα, που διάβασαν ένα διήγημά του στα αγγλικά, τον άκουσαν να μουρμουρίζει κάτι για βιβλία τσέπης που από τον 19ο αιώνα λάτρεψαν οι ποιητές και διέδωσαν οι γυρολόγοι και τελικά έκαναν το βήμα που θα έκανε έναν έλληνα εκδότη να σηκώσει τους ώμους ανήμπορος. Με τη βοήθεια μικροχορηγιών από γνωστούς, έριξαν τον πρώτο θεμέλιο λίθο, συνοψίζοντας τις σκέψεις τους και σε ένα μανιφέστο: «Η Pilotless Press», έγραψαν ανάμεσα σε άλλα, «φιλοδοξεί να δημοσιεύει μυθοπλασία και να την καταστήσει και πάλι αγνή, ελαχιστοποιώντας τον αντίκτυπό της στη μνήμη, η οποία στο κάτω κάτω δεν εξυπηρετεί τίποτα. Η τυπογραφία, από την άλλη, είναι η λύση για τα πάντα ή τουλάχιστον έτσι πιστεύουμε όταν πετάμε σε μεγάλο υψόμετρο».
Το διήγημα «The Mundane History of Lockwood Heighτs», προϊόν της καλά γεωμετρημένης φαντασίας του Αλεν Κεχάγιαρ (ναι, ψευδώνυμο είναι αυτό), περιγράφει λίγο ώς πολύ έναν τύπο που επιστρέφει στη γενέτειρά του για «να πουλήσει τα δύο πράγματα που παρέμειναν ανέπαφα στο κορμί του». Η πρώτη πτήση του έγινε πριν από λίγα βράδια στο Six D.O.G.S., ανάμεσα σε ανθρώπους που συχνάζουν πάνω από βιβλία ή οθόνες και που τότε κρατούσαν ποτό στο ένα χέρι και τον μικρό φάκελο με το φετιχιστικά καλαίσθητο αντίτυπο του «Heights» στο άλλο, ξεφύλλιζαν τις πενήντα σελίδες του, χάζευαν τη γραμματοσειρά, τη ραφή, τον αύξοντα αριθμό, λες και κάτι τέτοιο είχε νόημα. Και όμως, είχε. «Οι Ελληνες δεν είναι τεμπέληδες αναγνώστες» εξηγούσε η Φύλλις Νικολάου, εκ των συγκυβερνητών της Pilotless, μαζί με τον γραφίστα Παύλο Ζερβό. «Και εμάς, αυτή είναι η φάση μας, το μεράκι μας. Η λογική του chapbook είναι να πηγαίνει από χέρι σε χέρι, από στόμα σε στόμα, εφήμερο, αλλά γεμάτο συναίσθημα, χειροποίητο, δημιουργώντας προσωπική επαφή με τον αναγνώστη».
Πίσω σε εκείνο το ρινγκ. Στην άλλη γωνία, ο Ηλίας Κυριαζής, γνωστός μεταξύ άλλων από το «Manifesto» σε πολλούς ή από το «Falling for Lionheart» και τη δουλειά στη «Vampirella» στους πιο διαβασμένους. Η τελευταία ιστορία του, έλεγε προ ημερών, είναι πιο προσωπική ιδέα, από τις περιπτώσεις που οι εκδότες δείχνουν τον ενθουσιασμό που λέγαμε. Ετσι, το «Elysium Online», η ιστορία τρόμου για ένα site που φέρνει τους χρήστες σε επαφή με τους αγαπημένους νεκρούς (τελικά όμως οι δεύτεροι εξαπολύουν τη διαδικτυακή τους επίθεση), βασίστηκε στη συλλογική χρηματοδότηση, την ελληνική μετάφραση του crowd funding: ο Ηλίας προσεγγίζει sites όπως η indiegogo.com, από εκεί σου δίνει ένα ικανό δείγμα της δουλειάς του, ανακοινώνει το ποσό που χρειάζεται για τα έξοδα και κυρίως εξηγεί ότι ανάλογα με το πόσο βαθιά στην τσέπη θα φτάσεις θα ανταμειφθείς με αντίστοιχα «προνόμια». Διακοσμητικά προφίλ στο facebook, αντίτυπο του κόμικ με σκίτσο-αφιέρωση, παλιότερες δουλειές του καλλιτέχνη, ένας μικρός ρόλος μέσα στην ίδια την ιστορία και άλλα. «Δημιουργείται έτσι μια αμεσότητα με τους αναγνώστες, οι οποίοι νιώθουν μέρος μιας κοινότητας» εξηγούσε ο Ηλίας. Και τι είναι αυτό που τους εξασφαλίζει; «Ε, τους λες ποιος είσαι, σχεδόν βάζεις ενέχυρο τη φήμη σου και αν δεν συγκεντρωθεί το ποσό, εγώ τουλάχιστον επέλεξα να επιστρέψω τις συνεισφορές».
Κάπου εδώ βέβαια αποδεικνύεται ότι η αναλογία με τον αγώνα μποξ δεν είχε και πολύ νόημα, ωστόσο σημασία έχει το γιατί. Οι αγωνιζόμενοι αδιαφορούν για αναμετρήσεις όχι μόνο επειδή υπηρετούν διαφορετικά είδη αλλά γιατί μοιράζονται σε αδρές γραμμές μια λογική με διακριτές στο εσωτερικό της τάσεις, που σηματοδοτήθηκε από αυτοεκδόσεις συγγραφέων όπως ο Γουόλτ Γουίτμαν, ο Μαρσέλ Προυστ ή η Βιρτζίνια Γουλφ, από δημιουργούς της Marvel ή της DC που πήραν τον δρόμο του crowd funding, από μικρά φεστιβάλ για φίλους των chapbooks. Μια λογική που στην Ελλάδα δεν έκανε ακριβώς θραύση, υιοθετήθηκε όμως από αυτοεκδόσεις επιφανών νομικών ή πρωτοεμφανιζόμενων πεζογράφων, φανζίν, από τις διαφορετικής νοοτροπίας υπηρεσίες του captainbook.gr και του printhouse.gr (που τυπώνουν όσα αντίτυπα επιλέξεις να πληρώσεις) ή από θεατρικές παραστάσεις που επιχείρησαν να χρηματοδοτηθούν μέσω ελληνικών sites, όπως το groopio.com. Μια λογική που προτείνει, αντί να φαγωθούν μεταξύ τους, τα χέρια που κρατούν πένα κυρίως επειδή τους αρέσει, καλύτερα να ρίξουν ένα χαστουκάκι στον παραλυτικό φόβο της απόρριψης από μια εκδοτική αυθεντία.
Μόνο εξοργισμένο δεν φαίνεται να τα βλέπει όλα αυτά το κοινό. Εκείνο το βράδυ, στην πρώτη πτήση της Pilotless βρισκόταν ένας αρχιτέκτονας, ο Μάνος, ο οποίος πήγε γιατί θεωρούσε «απίθανο να βρεθεί κάτι τέτοιο σε βιβλιοπωλείο». Ενας λονδρέζος συγγραφέας, επίμονα ανώνυμος, γιατί βρήκε το βιβλιαράκι «sexy» ή ένας νέος ποιητής, ο Θωμάς Τσαλαπάτης, γιατί τέτοιες προσπάθειες του θυμίζουν «ανεξάρτητες δισκογραφικές που κινούνται σε προσωπικό ύφος, έστω και αν υποψιάζονται ότι θα χαντακωθούν».
Ο Ηλίας από την πλευρά του ακούει θετικά σχόλια ξένων συναδέλφων ή απλών αναγνωστών που επαινούν το εγχείρημα γιατί είναι «ακριβώς αυτό που μου αρέσει να διαβάζω» ή «ένα από τα πιο θαρραλέα, αυθεντικά και καθοριστικά του είδους». Κρίνοντας δε από τις διαδικτυακές πωλήσεις αμφοτέρων, υπάρχουν και άλλοι στις πίσω θέσεις εκείνου του ματς και χειροκροτούν τη λογική που, αντί για λίγα μεγάλα «όχι» εκατέρωθεν, προτείνει τη δύναμη πολλών μικρών «ναι».