«ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΣ, ΠΟΛΥ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΣ»

Του Σάκη Μαλαβάκη  | ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 27/09/2011 08:00 |
«Ανθρώπινος, πολύ ανθρώπινος»
«Σκορποχέρης, μεθύστακας και κηφήνας» ήταν σύμφωνα με τους συγγενείς του, ο Φιόντορ Ντοστογιέφσκι. Κάτω η σύζυγός του Αννα Ντοστογιέφσκι

«Τι γύφτικη ζωή, βασανιστική, σκοτεινότατη, χωρίς την παραμικρή χαρά, και μόνο βάσανα, βάσανα». Ετσι περιέγραφε ο Φιόντορ Ντοστογιέφσκι το 1872 στη γυναίκα του τη δική του ζωή. Μια ζωή γεμάτη πάθη και λάθη

Υστερα από την πλήρη έκδοση στα ελληνικά του «Ημερολόγιου ενός συγγραφέα» (εκδ. Αρμός, 2006/2007), έργου που συγκεντρώνει σειρά από άρθρα, σχόλια, επιφυλλίδες και δοκίμια γενικού περιεχομένου του Ντοστογιέφσκι, γραμμένα από το 1873 έως και το 1881 για το περιοδικό «Πολίτης», το ανά χείρας «Εγώ, ο Φιόντορ Ντοστογιέφσκι» έρχεται να ρίξει το δικό του φως στην πολυτάραχη ζωή του μεγάλου ρώσου τραγικού. Πρόκειται για μια ανθολόγηση που έκανε ο συγγραφέας και μεταφραστής Πάνος Σταθόγιαννης από τις επιστολές του Ντοστογιέφσκι προς γυναίκες, συγγενείς, φίλους, εκδότες και συνεργάτες, καθώς και από τους στοχασμούς και τα αποφθέγματα του «Ημερολογίου» του. Ετσι τούτο το βιβλίο προσφέρει στον αναγνώστη τη δυνατότητα να γνωρίσει την καθημερινή και ιδιωτική πλευρά ενός μεγάλου των γραμμάτων του οποίου «ο πρωταρχικός σκοπός και η ψυχαγωγία» ήταν να μελετήσει και να περιγράψει «τον άνθρωπο μέσα στον άνθρωπο» (Α' μέρος), και από την άλλη του προσφέρει τη δυνατότητα να εξοικειωθεί με το αισθητικό, ιδεολογικό και κυρίως ηθικό υπόβαθρο της πνευματικής του πορείας (Β' μέρος).
Φοιτητής μηχανικός ακόμα το 1839, ο συγγραφέας του «Ηλίθιου» (1868) και των «Διαμονισμένων» (1872) θα γράψει στον αδερφό του πως «τα πάει περίφημα στο μάθημα "τι είναι ο άνθρωπος και η ζωή"», ωστόσο ο ίδιος με τη δικιά του ζωή δε θα τα βγάλει εύκολα πέρα. «Σκορποχέρης, μεθύστακας και κηφήνας» σύμφωνα με τους συγγενείς του, ο μέγας ανατόμος της ανθρώπινης ψυχής θα βρεθεί για ένα πολύ μεγάλο διάστημα, περιορισμένος μεταξύ της οικονομικής του ένδειας και της λογοτεχνικής του αγωνίας. Χαρακτηρίζοντας τον εαυτό του ως «λογοτέχνη - προλετάριο», αναγκασμένο να γράφει κατά παραγγελία και από ανάγκη, ο Ντοστογιέφσκι θα φτάσει πολλές φορές στα όριά του. Το 1870, στα 49 του, θα εκμυστηρευτεί στον ποιητή και φίλο του Α. Ν. Μάικοφ, πως για εκείνον «δεν υπάρχει στον κόσμο τίποτα πιο απεχθές από τη συγγραφική δουλειά, δηλαδή από τη συγγραφή μυθιστορημάτων και αφηγημάτων - να πού κατάντησα», κι αυτό, εξ αιτίας των μόνιμων και ανεξάντλητων χρεών του, από τα οποία για να απαλλαγεί ήταν έτοιμος ακόμη και να «ξαναπήγαινε στα κάτεργα», όπου είχε περάσει τέσσερα χρόνια εξόριστος. Ερωτες και γάμοι, μια παραλίγο εκτέλεση, εξορίες, μια καταστροφική σχέση εξάρτησης από τον τζόγο και ασθένειες, σωματικές και ψυχικές, τον προβλημάτιζαν παράλληλα με τη διαρκή του ανάγκη για λεφτά και το γράψιμο.
Ως άνθρωπος της εποχής του παθιασμένος με τις ιδέες του, ο Ντοστογιέφσκι υπήρξε κυρίως αποφαντικός. Τον βλέπουμε εδώ να τα βάζει με τον «άθεο» και ευρωπαϊστή Τουργκένιεφ υποστηρίζοντας τον «ρωσισμό» και την πανσλαβική πνευματική αυτονομία έναντι της δουλικότηταά της προς «την τυφλωμένη ανθρωπότητα της Ευρώπης». Παράλληλα, εκτιμά και σέβεται τον Θερβάντες, συγκρίνει τον Ομηρο με τον Χριστό, και ενώ αντιλαμβάνεται τη συμπόνια ως «τον κύριο και μοναδικό νόμο του βίου ολόκληρης της ανθρωπότητας», υποστηρίζει ταυτόχρονα πως «ο πόλεμος δεν είναι πάντα μάστιγα, μερικές φορές είναι σωτηρία» ενώ επιχειρηματολογεί και υπέρ μιας Κωνσταντινούπολης υπό ρωσική κυριαρχία. Θεωρεί τους Αγγλους υπερόπτες, τους Γερμανούς ηλίθιους, ενώ εκφράζει έναν έντονο αντισημιτισμό χωρίς να παύει ποτέ να επαινεί και να υποστηρίζει τον άξεστο αλλά ατόφιο ρωσικό λαό. Παράλληλα, αναγνωρίζει την «ηθική επίδραση της γυναίκας ως τη δεύτερη και οριστική διαπαιδαγώγηση του ανθρώπου».
Πιστός στην αποστολή του ως συγγραφέας, στοχαστής και αρθρογράφος, ο Φιόντορ Ντοστογιέφσκι (1821-1881) διήνυσε τον 19ο αιώνα με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που το κάνει ο καθένας σήμερα: κάνοντας λάθη, συναντώντας δυσκολίες και συμφορές, χαρές και λύπες, αποτυχίες και επιτυχίες. Το βιβλίο αυτό μάς επιτρέπει να σκεφτούμε πως ίσως τελικά να υπήρξε περισσότερο ανθρώπινος, περισσότερο κοινός απ' όσο θα περίμενε κανείς.