Επανέρχεται η συνέντευξη για νέους διευθυντές σχολείων

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 19/05/2017 17:48 |
Επανέρχεται η συνέντευξη για νέους διευθυντές σχολείων

Το νομοσχέδιο με το οποίο αλλάζει ο τρόπος που θα επιλέγονται στο εξής οι διευθυντές των σχολείων, κατέθεσε στη Βουλή το απόγευμα της Παρασκευής ο υπουργός Παιδείας.

Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νομοσχεδίου, για να θέσει εκπαιδευτικός υποψηφιότητα για διευθυντής θα πρέπει να έχει 10ετή διδακτική εμπειρία, ενώ μεταξύ των κριτηρίων που μοριοδοτούνται (προσόντα, πτυχία, εμπειρία, κα) επανέρχεται και διαδικασία της συνέντευξης.

Οπως αναφέρεται σχετικά, το κριτήριο της συμβολής του υποψηφίου στο εκπαιδευτικό έργο, της προσωπικότητας καθώς και της γενικότερης συγκρότησής του αποτιμάται με συνέντευξη των υποψηφίων από τα οικεία περιφερειακά υπηρεσιακά συμβούλια (Π.Υ.Σ.Π.Ε. /Π.Υ.Σ.Δ.Ε.) με τη διευρυμένη επταμελή (7μελή) τους σύνθεση, τα οποία εκδίδουν σχετική ειδικώς αιτιολογημένη απόφαση.

Για τη μοριοδότηση της συνέντευξης τα ανωτέρω συμβούλια συνεκτιμούν τα στοιχεία του υπηρεσιακού φακέλου των υποψηφίων καθώς και τα στοιχεία του φακέλου υποψηφιότητάς τους.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

ΤΟΥ ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ
του ΥπουργείουΠαιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων

«Μέτρα για την επιτάχυνση του κυβερνητικού έργου
σε θέματα εκπαίδευσης»


ΜΕΡΟΣ Α΄
ΕΠΙΛΟΓΗ ΔΙΕΥΘΥΝΤΩΝ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΜΟΝΑΔΩΝ ΚΑΙ Ε.Κ.



Α. Επί της αρχής:

Με τις διατάξεις του Μέρους Α΄ ρυθμίζεται ο τρόπος επιλογής και τοποθέτησης των διευθυντών σχολικών μονάδων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και εργαστηριακών κέντρων (Ε.Κ.). Η ρύθμιση αυτή καθίσταται αναγκαία εν όψει της πρόσφατης με αριθμ. 711/2017 Απόφασης της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Ειδικότερα: το 2015 προτάθηκε και θεσπίσθηκε νέος τρόπος επιλογής διευθυντών σχολικών μονάδων και Ε.Κ.. Και τούτο, προς ουσιώδη ενίσχυση των δημοκρατικών διαδικασιών στους κόλπους της εκπαιδευτικής κοινότητας, η οποία κατά τεκμήριο έχει καλύτερη γνώση τόσο των εκπαιδευτικών αναγκών όσο και των προσώπων που τις ικανοποιούν. Συγκεκριμένα, με το ν. 4327/2015 αναβαθμίστηκε ο ρόλος των εκπαιδευτικών και προβλέφθηκε για πρώτη φορά η ενεργή συμμετοχή τους κατά την επιλογή του διευθυντή στις σχολικές μονάδες που υπηρετούν. Με τον τρόπο αυτό, δόθηκε στους εκπαιδευτικούς η δυνατότητα να εκφράσουν, με τρόπο που να έχει έμπρακτο και ορατό αποτέλεσμα, την πεποίθησή τους για τη συμβολή των υποψήφιων διευθυντών στο εκπαιδευτικό έργο, για την παιδαγωγική και επιστημονική τους συγκρότηση, καθώς και για τις διοικητικές και διευθυντικές τους ικανότητες.
Τονίζεται ότι ο σύλλογος διδασκόντων αποτελεί ένα θεσμικό συλλογικό όργανο διοίκησης των σχολικών μονάδων, το οποίο σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις της εκπαιδευτικής νομοθεσίας (ενδεικτικά, άρθρο 11 παρ. ΣΤ του ν.1566/1985) είναι επιφορτισμένο με ευρείες αρμοδιότητες βαρύνουσας σημασίας για τη λειτουργία των σχολικών μονάδων, όπως ενδεικτικώς η χάραξη κατευθύνσεων για την καλύτερη εφαρμογή της εκπαιδευτικής πολιτικής και την καλύτερη λειτουργία του σχολείου, η εφαρμογή του ωρολόγιου και αναλυτικού προγράμματος, η υγεία και προστασία των μαθητών/τριών και εν γένει η οργάνωση της σχολικής ζωής.
Εντούτοις, εν όψει της πρόσφατης αρ.711/2017 Απόφασης της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας και της υποχρέωσης της Διοίκησης να συμμορφώνεται άμεσα, χωρίς χρονική καθυστέρηση, με το περιεχόμενο και το διατακτικό των δικαστικών αποφάσεων, κρίνεται επιβεβλημένη η προτεινόμενη ρύθμιση για την επιλογή και τοποθέτηση των διευθυντών/ντριών σχολικών μονάδων και Ε.Κ..

Με την προτεινόμενη ρύθμιση προβλέπεται συγκεκριμένος τρόπος αξιολόγησης των υποψηφίων. Ειδικότερα, το κριτήριο της συμβολής του υποψηφίου στο εκπαιδευτικό έργο, της προσωπικότητας καθώς και της γενικότερης συγκρότησής του αποτιμάται με συνέντευξη των υποψηφίων από τα οικεία περιφερειακά υπηρεσιακά συμβούλια (Π.Υ.Σ.Π.Ε. /Π.Υ.Σ.Δ.Ε.) με τη διευρυμένη επταμελή (7μελή) τους σύνθεση, τα οποία εκδίδουν σχετική ειδικώς αιτιολογημένη απόφαση. Για τη μοριοδότηση της συνέντευξης τα ανωτέρω συμβούλια συνεκτιμούν τα στοιχεία του υπηρεσιακού φακέλου των υποψηφίων καθώς και τα στοιχεία του φακέλου υποψηφιότητάς τους.
Επιπλέον,τόσο για τους υπηρετούντες κατά το χρόνο επιλογής σε θέση διευθυντή ή υποδιευθυντή σχολικών μονάδων ή Ε.Κ. και υπευθύνου τομέα ΕΚ της ελληνικής επικράτειας ή προϊσταμένου ΚΕ.Δ.Δ.Υ., ύστερα από επιλογή ή αναπλήρωση, καθώς και για τους απλούς εκπαιδευτικούς που υπηρετούν κατά το χρόνο επιλογής σε σχολική μονάδα ή Ε.Κ. ή ΚΕ.Δ.Δ.Υ. της ελληνικής επικράτειας, τα συμβούλια συνεκτιμούν επιπλέον τη γνώμη των συνυπηρετούντων μόνιμων εκπαιδευτικών και μελών Ε.Ε.Π. και Ε.Β.Π. της σχολικής μονάδας ή Ε.Κ. ή ΚΕ.Δ.Δ.Υ. όπου οι υποψήφιοι υπηρετούν. Σκοπός της διάταξης είναι η διατύπωση της γνώμης των συνυπηρετούντων εκπαιδευτικών, όπως αυτή προκύπτει από την άμεση γνώση των συνθηκών λειτουργίας της σχολικής μονάδας. Η γνώμη αυτή διατυπώνεται επί συγκεκριμένων ερωτήσεων αποτίμησης του κριτηρίου της συμβολής στο εκπαιδευτικό έργο, της προσωπικότητας και της γενικότερης συγκρότησης του υποψηφίου, οι οποίες αναγράφονται σε φύλλα αποτίμησης του κριτηρίου αυτού. Ο τύπος και το περιεχόμενο των φύλλων αυτών καταρτίζονται με απόφαση του Υπουργού ύστερα από γνώμη του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής (Ι.Ε.Π.). Οι ανωτέρω μόνιμοι εκπαιδευτικοί, Ε.Ε.Π. και Ε.Β.Π. συνέρχονται σε ειδική συνεδρίαση και διατυπώνουν αυθημερόν την σχετική κρίση τους για κάθε υποψήφιο σε αιτιολογημένο πρακτικό που συντάσσεται για το σκοπό αυτό. Τονίζεται ότι η διατύπωση της γνώμης των υπηρετούντων μόνιμων εκπαιδευτικών συνιστά ένα επιπρόσθετο εργαλείο αντικειμενικής και αμερόληπτης κρίσης, το οποίο σε καμία περίπτωση δεν δεσμεύει το αποφασίζον συλλογικό όργανο κατά την μοριοδότηση του ανωτέρω κριτηρίου, απλά δρα επικουρικά στη διαμόρφωση μίας συνολικής εικόνας των προσόντων του υποψηφίου που κρίνονται κατάλληλα για την άσκηση των καθηκόντων διευθυντή σχολικής μονάδας.
Σε κάθε περίπτωση όλοι οι υποψήφιοι δύνανται κατά τη διαδικασία της συνέντευξης ενώπιον του οικείου περιφερειακού συμβουλίου, αφενός να υποστηρίξουν πλήρως την υποψηφιότητά τους και τα εν γένει προσόντα τους, αφετέρου να διατυπώσουν ενδελεχώς τις απόψεις τους επί των διαλαμβανομένων στο πρακτικό του συλλόγου των διδασκόντων, αν αυτό υπάρχει.
Με τον τρόπο αυτό, διασφαλίζεται η τήρηση των συνταγματικών αρχών της ισότητας και της αξιοκρατίας και η ανάδειξη των πλέον ικανών από συλλογικό όργανο που συγκροτείται και λειτουργεί με εχέγγυα αξιοκρατίας, αμεροληψίας και αντικειμενικότητας. Επιπλέον, με την προτεινόμενη ρύθμιση διασφαλίζεται η ενιαία και ομοιόμορφη εφαρμογή των θεσπιζόμενων κριτηρίων. Επιπροσθέτως προβλέπεται η υποχρέωση αιτιολόγησης του πρακτικού του συμβουλίου επιλογής στο οποίο καταγράφονται οι γνώμες που σχημάτισαν τα μέλη του συμβουλίου για έκαστο των υποψηφίων και ακολούθως διατυπώνονται ειδικές σκέψεις και κρίσεις που τεκμηριώνουν την αποτίμηση του κριτηρίου της συμβολής στο εκπαιδευτικό έργο και της προσωπικότητας εξατομικευμένα για κάθε υποψήφιο, ώστε να διασφαλίζεται η έγκυρη αξιολόγηση με αντικειμενική και αξιοκρατική διαδικασία και, εντέλει, να καθίσταται ελέγξιμη η ουσιαστική αποτίμηση της επιλογής.
Τέλος επισημαίνεται ότι η παρούσα ρύθμιση αφορά μόνο στην επιλογή και τοποθέτηση των διευθυντών/ντριών σχολικών μονάδων και Ε.Κ. Το ΥΠΠΕΘ πρόκειται να επεξεργασθεί το συντομότερο δυνατόν ένα νέο σύστημα επιλογής και των λοιπών στελεχών εκπαίδευσης.

Β. Επί των άρθρων:

Άρθρο 1
Με το παρόν άρθρο ρυθμίζονται ζητήματα σχετικά με τις προϋποθέσεις επιλογής των διευθυντών σχολικών μονάδων και Ε.Κ. Συγκεκριμένα:
Στην παράγραφο 1 προβλέπεται ότι ως διευθυντές σχολικών μονάδων και Ε.Κ. επιλέγονται εκπαιδευτικοί της οικείας βαθμίδας με δεκαετή (10) τουλάχιστον εκπαιδευτική υπηρεσία σε αυτήν, οι οποίοι έχουν ασκήσει για δέκα (10) τουλάχιστον έτη διδακτικά καθήκοντα στην πρωτοβάθμια ή/και στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση συνολικά. Σημειώνεται ότι η δεκαετής διδακτική υπηρεσία σε σχολικές μονάδες της βαθμίδας που αφορά η υποψηφιότητα κρίνεται απαραίτητη για την επιτυχή άσκηση καθηκόντων διευθυντή στις οικείες σχολικές μονάδες ή Ε.Κ.
Επιπλέον, με την παράγραφο 1 μεταβάλλονται τα κριτήρια επιλογής των διευθυντών σχολικών μονάδων ειδικής αγωγής και εκπαίδευσης (Σ.Μ.Ε.Α.Ε.) δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Συγκεκριμένα προβλέπεται ότι επιλέγονται ως διευθυντές των Σ.Μ.Ε.Α.Ε. δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης μόνον οι εκπαιδευτικοί των κλάδων πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, όπως άλλωστε συμβαίνει και στα σχολεία γενικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης. Επιπλέον, προβλέπεται για πρώτη φορά η δυνατότητα επιλογής Διευθυντών Ειδικών Νηπιαγωγείων. Σημειώνεται ότι έως τη σήμερον δεν λειτουργούν τετραθέσια και άνω Ειδικά Νηπιαγωγεία, στα οποία προΐσταται Διευθυντής. Ωστόσο, η ρύθμιση προτείνεται προς θεραπεία του σχετικού υφιστάμενου νομοθετικού κενού.
Με την παράγραφο 2 αποσαφηνίζονται οι προϋποθέσεις επιλογής των υποδιευθυντών Ε.Κ.
Με την παράγραφο 3 προβλέπεται, για προφανείς λόγους προστασίας του ομαλού εκπαιδευτικού κλίματος των σχολικών μονάδων καθώς και εν γένει της εύρυθμης λειτουργίας των διοικητικών υπηρεσιών, ότι δεν επιτρέπεται να υποβάλλει αίτηση υποψηφιότητας για θέση στελέχους εκπαίδευσης εκπαιδευτικός που έχει απαλλαγεί από τα καθήκοντά του για σοβαρό λόγο αναγόμενο σε πλημμελή άσκηση των υπηρεσιακών του καθηκόντων.
Με την παράγραφο 4 τροποποιείται, προς θεραπεία της αρχής της ισότητας και με γνώμονα την εν τοις πράγμασι άσκηση διδακτικού έργου η έννοια της διδακτικής υπηρεσίας, ως προσόν για την επιλογή των στελεχών εκπαίδευσης. Συγκεκριμένα προβλέπεται ότι, ως διδακτική υπηρεσία λογίζεται: α) η άσκηση διδακτικού έργου σε μονάδες πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, β) οι άδειες κύησης, λοχείας και ανατροφής τέκνου, γ) η διδακτική υπηρεσία σε σχολεία δεύτερης ευκαιρίας (Σ.Δ.Ε.), και δ) η διδακτική υπηρεσία σε Α.Ε.Ι., εφόσον έχει ασκηθεί αυτόνομο διδακτικό έργο σύμφωνα με το πρόγραμμα σπουδών για χρονικό διάστημα κατ’ ελάχιστον έξι (6) μηνών .
Με την παράγραφο 5 τροποποιείται το άρθρο 12 του ν.3848/2010 που αφορά στα γενικά κριτήρια επιλογής των στελεχών εκπαίδευσης και στη μοριοδότησή τους. Συγκεκριμένα, αναφορικά με τους διευθυντές σχολικών μονάδων τροποποιείται ο τρόπος αποτίμησης του κριτηρίου της συμβολής στο εκπαιδευτικό έργο, της προσωπικότητας και της γενικότερης συγκρότησης του υποψηφίου, το οποίο προβλέπεται ότι αποτιμάται κατά την προφορική συνέντευξη ενώπιον των οικείων περιφερειακών υπηρεσιακών συμβουλίων (Π.Υ.Σ.Π.Ε. /Π.Υ.Σ.Δ.Ε.) με τη διευρυμένη επταμελή (7μελή) τους σύνθεση.
Με την παράγραφο 6 ρυθμίζονται ζητήματα σχετικά με την αποτίμηση των επιμέρους κριτηρίων των διευθυντών σχολικών μονάδων και Ε.Κ. Συγκεκριμένα:
Τροποποιείται η μοριοδότηση του κριτηρίου της επιστημονικής - παιδαγωγικής συγκρότησης και κατάρτισης για την επιλογή των διευθυντών εκπαίδευσης και των διευθυντών σχολικών μονάδων και Ε.Κ. Συγκεκριμένα, το κριτήριο αυτό αποτιμάται με 10 έως 12 μονάδες κατ’ ανώτατο όριο. Ειδικότερα, προτείνεται να αυξηθεί η μοριοδότηση που λαμβάνουν οι υποψήφιοι σε περίπτωση που κατέχουν διδακτορικό δίπλωμα και μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών καθώς και η μοριοδότηση της επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών σε Σ.Ε.Λ.Μ.Ε., Σ.Ε.Λ.Δ.Ε., Α.Σ.ΠΑΙ.Τ.Ε. / Σ.Ε.Λ.Ε.Τ.Ε. και Α.Ε.Ι.
Επιπλέον προβλέπεται ότι το κριτήριο της υπηρεσιακής κατάστασης, καθοδηγητικής και διοικητικής εμπειρίας αποτιμάται με έως δεκατρείς (13) μονάδες κατ’ ανώτατο όριο για τους διευθυντές σχολικών μονάδων και Ε.Κ. και με έως δεκατέσσερις (14) μονάδες κατ’ ανώτατο όριο για τους διευθυντές εκπαίδευσης. Περαιτέρω, προβλέπονται, προς θεραπεία των αρχών της ίσης μεταχείρισης και της χρηστής διοίκησης, αλλαγές στον τρόπο μοριοδότησης των υποκριτηρίων της υπηρεσιακής κατάστασης, καθοδηγητικής και διοικητικής εμπειρίας.
Τέλος περιγράφεται ο τρόπος αποτίμησης του κριτηρίου της συμβολής του υποψηφίου στο εκπαιδευτικό έργο, της προσωπικότητας καθώς και της γενικότερης συγκρότησης αναφορικά με την επιλογή των διευθυντών σχολικών μονάδων και Ε.Κ. ο οποίος αναλύεται εκτενώς ανωτέρω.
Με την παράγραφο 7 ρυθμίζονται ζητήματα σχετικά με την αποτίμηση των επιμέρους κριτηρίων των διευθυντών σχολικών μονάδων και Ε.Κ. Συγκεκριμένα:
Προβλέπεται ότι στο φάκελο υποψηφιότητας που υποβάλλεται από τους υποψηφίους διευθυντές σχολικών μονάδων και Ε.Κ. κατατίθενται επιπλέον αναλυτικόβιογραφικό σημείωμα και παραστατικά (αντίγραφα, βεβαιώσεις) τυχόν προσόντων των υποψηφίων που δεν μοριοδοτούνται και που κατά την κρίση τους έχουν συμβάλει στην επαγγελματική τους ανάπτυξη και θα συντείνουν ουσιωδώς στην βέλτιστη εκπλήρωση των καθηκόντων τους, όπως άλλες σπουδές, επιμόρφωση και μετεκπαίδευση, οργάνωση εκπαιδευτικών συνεδρίων, σεμιναρίων και εκπαιδευτικών προγραμμάτων ή συμμετοχή σε αυτά με την ιδιότητα του εισηγητή, του μέλους της επιστημονικής ομάδας ή του επιμορφωτή, συγγραφικό και ερευνητικό έργο, πρωτοβουλίες σε σχέση με το εκπαιδευτικό έργο, υλοποίηση εκπαιδευτικών προγραμμάτων και εφαρμογή καινοτομιών, σχετική με την εκπαίδευση διοικητική ή καθοδηγητική εμπειρία, συμμετοχή σε συμβούλια, επιτροπές ή ομάδες εργασίας και σε όργανα διοίκησης επιστημονικών και εκπαιδευτικών οργανώσεων, ανάληψη κοινωνικής δράσης και συμμετοχή στα κοινά καθώς και επίσημες διακρίσεις.
Επιπλέον, προτείνεται ουσιώδης αύξηση των σχολικών μονάδων στις οποίες μπορούν να υποβάλλουν αίτηση οι υποψήφιοι. Συγκεκριμένα, προτείνεται οι υποψήφιοι να έχουν δυνατότητα να υποβάλλουν αίτηση για τις θέσεις του συνόλου των σχολικών μονάδων της Διεύθυνσης Εκπαίδευσης όπου ανήκουν οργανικά ή όπου ανήκει η σχολική μονάδα όπου υπηρετούν κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης, με σειρά προτίμησης. Επιπλέον, προβλέπεται, προς θεραπεία των αρχών της ισότητας και της αξιοκρατίας, ότι εκπαιδευτικοί που έχουν ολοκληρώσει δύο (2) συνεχόμενες θητείες πλήρων διδακτικών ετών που προηγούνται της επιλογής στην ίδια θέση διευθυντή σχολικής μονάδας ή Ε.Κ., με επιλογή ή αναπλήρωση, δεν επιτρέπεται να υποβάλουν αίτηση υποψηφιότητας για τη θέση του σχολείου ή Ε.Κ. όπου υπηρετούν αλλά δύνανται σε κάθε περίπτωση να υποβάλουν αίτηση υποψηφιότητας σε οποιοδήποτε άλλο. Περαιτέρω, για προφανείς λόγους εύρυθμης λειτουργίας των σχολικών μονάδων προβλέπεται ότι δεν επιτρέπεται να υποβάλουν αίτηση υποψηφιότητας εκπαιδευτικοί οι οποίοι συμπληρώνουν κατά τη διάρκεια του επόμενου της επιλογής έτους συνολική πραγματική συντάξιμη υπηρεσία και το όριο ηλικίας για υποχρεωτική αποχώρηση από την υπηρεσία.

Τέλος αντικαθίσταται το περιεχόμενο της ήδη προβλεπόμενης εξουσιοδοτικής διάταξης, προκειμένου να ρυθμισθούν ειδικότερα θέματα της διαδικασίας επιλογής στελεχών εκπαίδευσης.
Με την παράγραφο 8 αντικαθίσταταιτο άρθρο 21 του ν.3848/2010 σχετικά με τη διαδικασία κρίσης και επιλογής των διευθυντών σχολικών μονάδων και Ε.Κ. Συγκεκριμένα προβλέπεται η κατάρτιση από τις διευθύνσεις πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης προσωρινού ενιαίου αξιολογικού πίνακα υποψηφίων διευθυντών σχολικών μονάδων και Ε.Κ., με βάση το σύνολο των μορίων που προκύπτουν από την αποτίμηση των κριτηρίων της επιστημονικής - παιδαγωγικής συγκρότησης και κατάρτισης και της υπηρεσιακής κατάστασης, καθοδηγητικής και διοικητικής εμπειρίας. Οι υποψήφιοι μπορούν να υποβάλουν εγγράφως ένσταση κατά αυτών. Στη συνέχεια, το οικείο Π.Υ.Σ.Π.Ε. ή Π.Υ.Σ.Δ.Ε καλεί σε συνέντευξη τους υποψηφίους, προς αποτίμηση του κριτηρίου της συμβολής του υποψηφίου στο εκπαιδευτικό έργο, της προσωπικότητας και της γενικής συγκρότησης και συντάσσει σχετικό αιτιολογημένο πρακτικό. Κατόπιν, προβαίνει σε αξιολογική κατάταξη των υποψηφίων με βάση το σύνολο των μορίων που προκύπτουν από την αποτίμηση όλων των κριτηρίων επιλογής και καταρτίζει τον τελικό ενιαίο αξιολογικό πίνακα υποψηφίων διευθυντών σχολικών μονάδων και Ε.Κ. της οικείας Διεύθυνσης Εκπαίδευσης. Οι τελικοί ενιαίοι αξιολογικοί πίνακες αναρτώνται στις Διευθύνσεις Εκπαίδευσης και οι υποψήφιοι μπορούν να υποβάλουν εγγράφως ένσταση κατά αυτών. Ύστερα από τον έλεγχο των ενστάσεων, οι τελικοί ενιαίοι αξιολογικοί πίνακες υποβάλλονται στον οικείο περιφερειακό διευθυντή εκπαίδευσης από τον οποίο κυρώνονται και το οικείο Π.Υ.Σ.Π.Ε. ή Π.Υ.Σ.Δ.Ε. προτείνει στον αρμόδιο Περιφερειακό Διευθυντή Εκπαίδευσης την τοποθέτηση των υποψηφίων σε κενές θέσεις διευθυντών σχολικών μονάδων και Ε.Κ., με βάση τη σειρά εγγραφής τους στον τελικό ενιαίο αξιολογικό πίνακα επιλογής και τις δηλωθείσες προτιμήσεις.
Με την παράγραφο 9 ρυθμίζεται ο τρόπος τοποθέτησης σε κενές και κενούμενες θέσεις διευθυντών σχολικών μονάδων και Ε.Κ. καθώς και η διαδικασία που τηρείται σε περίπτωση μη υποβολής υποψηφιοτήτων σε κάποια σχολική μονάδα.
Με την παράγραφο 10 αντικαθίσταταιτο άρθρο 25 του ν. 3848/2010 που αφορά στη θητεία των στελεχών εκπαίδευσης. Ειδικότερα προβλέπεται ότι η επιλογή και τοποθέτηση των στελεχών της εκπαίδευσης γίνεται για τριετή θητεία, η οποία ξεκινά με την τοποθέτησή τους και λήγει την 31η Ιουλίου του τρίτου έτους που ακολουθεί την επιλογή τους.
Με την παράγραφο 11 τίθενται οι μεταβατικές διατάξεις του νόμου. Συγκεκριμένα:
Προβλέπονται, προς διευκόλυνση της διαδικασίας επιλογής των διευθυντών σχολικών μονάδων, ειδικές ρυθμίσεις που θα ισχύσουν μόνο κατά την πρώτη εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος. Οι ρυθμίσεις αυτές καθίστανται αναγκαίες λόγω υπέρτερων λόγων δημοσίου συμφέροντος και συγκεκριμένα της εμπρόθεσμης στελέχωσης των σχολικών μονάδων πριν από την έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς, εν όψει των εξαιρετικά στενών υφιστάμενων χρονικών ορίων.
Τέλος αποσαφηνίζεται ο χρόνος λήξης της θητείας των υπηρετούντων στελεχών εκπαίδευσης.




ΜΕΡΟΣ Β΄

Α. Επί της αρχής:

Με τις διατάξεις του Μέρους Β΄ ρυθμίζονται λοιπά θέματα εκπαίδευσης επείγοντος χαρακτήρα.


Β. Επί των άρθρων:

Άρθρο 2
Με το άρθρο αυτό ρυθμίζονται θέματα που αφορούν τη διοίκηση των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Α.Ε.Ι.). Ειδικότερα, δεδομένου ότι επίκειται άμεσα νομοθετική ρύθμιση που θα επιφέρει αλλαγές στον τρόπο εκλογής των οργάνων διοίκησης των Α.Ε.Ι. και προκειμένου τα νέα όργανα να εκλεγούν βάσει των νέων διατάξεων, με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου αυτού παρατείνεται η θητεία των εκλεγμένων με τις ισχύουσες διατάξεις οργάνων διοίκησης για τρεις ακόμη μήνες.


Άρθρο 3
Με την παράγραφο 1 βελτιώνεται η διατύπωση της προβλεπόμενης στην παρ. 2 του άρθρου 19 του ν. 4440/2016 (Α΄ 224) διατήρησης της ισχύος των ειδικών διατάξεων περί αποσπάσεων των εκπαιδευτικών σε υπηρεσίες του ΥΠ.Π.Ε.Θ.. Η ρύθμιση αυτή καθίσταται αναγκαία για την κάλυψη από κατάλληλο προσωπικό των υπηρεσιακών αναγκών τόσο των κεντρικών και περιφερειακών υπηρεσιών όσο και των φορέων του Υπουργείου που σχετίζονται με την άσκηση εκπαιδευτικών καθηκόντων.
Με την παράγραφο 2 αποσαφηνίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις αποσπάσεων και τοποθετήσεων εκπαιδευτικών σε δομές ειδικής αγωγής και εκπαίδευσης.


Άρθρο 4
Με την παράγραφο 1 δίνεται η δυνατότητα στους κατόχους πτυχίου κατωτέρας τεχνικής ή επαγγελματικής σχολής ή άλλου ισότιμου τίτλου να φοιτήσουν στην Α’ Τάξη ΕΠΑ.Λ.. Κρίνεται απαραίτητη η μέριμνα για δυνατότητα πρόσβασης στη δευτεροβάθμια επαγγελματική εκπαίδευση πολιτών, κατόχων των ανωτέρω τίτλων σπουδών. Επιπλέον, προβλέπεται η εγγραφή στην τάξη μαθητείας των ΕΠΑ.Λ. και των κάτοχων απολυτηρίου ΓΕ.Λ. και πτυχίου του δευτεροβάθμιου κύκλου σπουδών του ΕΠΑ.Λ., οι οποίοι έπονται των κατόχων απολυτήριου και πτυχίου του δευτεροβάθμιου κύκλου σπουδών του ΕΠΑ.Λ., καθώς και παλαιότερων τύπων σχολείων Τεχνικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης ισότιμων με το ΕΠΑ.Λ..
Με την παράγραφο 2 καθορίζονται οι ώρες του Προπαρασκευαστικού Προγράμματος Πιστοποίησης των αποφοίτων του «Μεταλυκειακού έτους – τάξης μαθητείας» σε τριάντα πέντε (35) που αποτελούν τον εύλογο αριθμό ωρών για την προετοιμασία στις εξετάσεις πιστοποίησης, δεδομένου ότι αναλογούν σε διακόσιες τρείς (203) ώρες μαθητείας στη σχολική μονάδα. Περαιτέρω, προβλέπεται η δυνατότητα να απασχολείται το υπάρχον εκπαιδευτικό προσωπικό στο Προπαρασκευαστικό Πρόγραμμα Πιστοποίησης.

Με την παράγραφο 3 διευθετούνται θέματα που έχουν ανακύψει λόγω της εφαρμογής της νέας δομής και του νέου προγράμματος σπουδών ΕΠΑ.Λ. σύμφωνα με το ν. 4386/2016 (Α΄ 83). Συγκεκριμένα, δίνεται η δυνατότητα στους προαχθέντες μαθητές από τη Β΄ τάξη ημερησίων ΕΠΑ.Λ. του σχολικού έτους 2014-2015 ή 2015-2016 και σε όσους η φοίτησή τους κρίθηκε ανεπαρκής λόγω απουσιών στη Γ’ τάξη ΕΠΑ.Λ. κατά το σχολικό έτος 2016-2017 και στη Δ΄ τάξη των εσπερινών ΕΠΑ.Λ. κατά το σχολικό έτος 2017-2018, να φοιτήσουν τη Γ’ τάξη ΕΠΑ.Λ. μόνο κατά το σχολικό έτος 2017-2018 και τη Δ΄ τάξη των εσπερινών ΕΠΑΛ μόνο κατά το σχολικό έτος 2018-2019 σύμφωνα με τις ισχύουσες για τη φοίτηση στη Γ’ τάξη ΕΠΑ.Λ. του σχολικού έτους 2016-2017 διατάξεις και τη Δ’ τάξη ΕΠΑ.Λ. του σχολικού έτους 2017-2018 διατάξεις αντίστοιχα.
Με την παράγραφο 4 προβλέπεται, κατ’ εξαίρεση, η λειτουργία παραρτημάτων ΕΠΑ.Λ. σε νησιά που δεν λειτουργεί ΕΠΑ.Λ.. Η ρύθμιση αυτή κρίνεται απαραίτητη προκειμένου οι μαθητές που κατοικούν στη νησιωτική χώρα να έχουν απρόσκοπτα πρόσβαση στην επαγγελματική εκπαίδευση, δεδομένου ότι ο αριθμός των ανωτέρω μαθητών δεν είναι σταθερός και πολλοί μαθητές μετακινούνται καθημερινά από τη νησιωτική χώρα στην ηπειρωτική για τη φοίτησή τους στα επαγγελματικά λύκεια.
Με την παράγραφο 5 προβλέπεται η αποζημίωση για τη μετακίνηση του αρμόδιου εκπαιδευτικού προσωπικού που εποπτεύει τους μαθητές στους χώρους εργασίας στο πλαίσιο του «Μεταλυκειακού έτους – Τάξης Μαθητείας».
Με την παράγραφο 6 προβλέπεται η εφαρμογή των διατάξεων του π.δ. 42/2017 (Α΄ 68) (πλην του άρθρου 13 και της παρ. 7 του άρθρου 14) για το τρέχον σχολικό έτος (2016-2017). Η ρύθμιση αυτή κρίνεται αναγκαία για την ομαλή και απρόσκοπτη διεξαγωγή των εκπαιδευτικών διαδικασιών.
Με την παράγραφο 7 καταργείται το στάδιο της σύμφωνης γνώμης του Ι.Ε.Π. στη διαδικασία πιστοποίησης των προγραμμάτων σπουδών της αρχικής κατάρτισης από τον Ε.Ο.Π.Π.Ε.Π., καθώς τέτοια αρμοδιότητα δεν είναι σύμφωνη με το θεσμικό πλαίσιο που διέπει τη λειτουργία του Ι.Ε.Π.. Σύμφωνα με το πλαίσιο αυτό το Ι.Ε.Π. είναι επιτελικός επιστημονικός φορέας που υποστηρίζει το Υ.Π.Π.Ε.Θ. στα θέματα που αφορούν την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, καθώς και τη μετάβαση από τη δευτεροβάθμια στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Συνεπώς το Ι.Ε.Π. αποτελεί αρμόδιο φορέα για τα θέματα της επαγγελματικής εκπαίδευσης, όχι όμως της επαγγελματικής κατάρτισης.
Με την παράγραφο 8 καταργείται, από τότε που ίσχυσε, η τροποποίηση της περίπτ. β΄ της παρ. 7 του άρθρου 42 του ν. 4403/2016 (Α΄ 125) και επανέρχεται, από τον ίδιο χρόνο, σε ισχύ η περίπτ. αυτή όπως ίσχυε προ της τροποποίησής της. Με τον τρόπο αυτό οι αμοιβές του εκπαιδευτικού προσωπικού των δομών δια βίου μάθησης των περιπτ. α΄, β΄ και δ΄ της παρ. 14 του άρθρου 27 του ν. 4186/2013 (Α΄ 193) (εκπαιδευτικοί της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και μέλη του Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού – Ε.Ε.Π. και του Ειδικού Βοηθητικού Προσωπικού – Ε.Β.Π. της ειδικής αγωγής και εκπαίδευσης) υπάγονται, για δημοσιονομικούς λόγους, στις διατάξεις του μισθολογίου των δημοσίων υπαλλήλων (ν. 4415/2015, Α΄ 176), όπως ισχύουν κάθε φορά.


Άρθρο 5
1. Με το ν. 3512/2006 “Ισλαμικό Τέμενος Αθηνών και άλλες διατάξεις” (Α' 264) θεσπίστηκε για πρώτη φορά στην ελληνική έννομη τάξη -και μετά από την προ δεκαετιών (1978) σχετική ρηματική δέσμευση της Πολιτείας προς τις φίλες Αραβικές Χώρες- το αναγκαίο κανονιστικό πλαίσιο ίδρυσης και λειτουργίας ενός μουσουλμανικού τεμένους στην Αττική, για την πρόσφορη και κατάλληλη εξυπηρέτηση -στον χώρο της πρωτεύουσας- των λατρευτικών αναγκών των πολιτών ή ομόθρησκων τους (υψηλών επισκεπτών, επισήμων και διπλωματικών αντιπροσωπειών, τουριστών, προσκεκλημένων επιστημόνων, εργαζομένων και αθλητών, φοιτητών και σπουδαστών αλλά και προσφύγων ή μεταναστών), παράλληλα όμως και ένδειξη μέριμνας προς τους Έλληνες και λοιπούς κοινοτικούς πολίτες, είτε οι ίδιοι πρεσβεύουν το μουσουλμανικό θρήσκευμα είτε τα σύνοικα μέλη των οικογενειών τους, προκειμένου να εξασφαλιστεί και γι' αυτούς κατάλληλος, ασφαλής, ελεύθερα προσβάσιμος και χωρίς αποκλεισμούς χώρος προσευχής και λατρείας της συγκεκριμένης θρησκείας. Έτσι, επιλέχθηκε η δημιουργία της απαιτούμενης υποδομής με τη μέριμνα και τις δαπάνες της πολιτείας, αφού το ζήτημα που αντιμετωπίζει είναι καταρχήν εσωτερικό, χωρίς ωστόσο να παραγνωρίζεται το γεγονός ότι η λύση αυτή ικανοποιεί τις μακραίωνες σχέσεις που η Ελλάδα διατηρεί με τον αραβικό κόσμο, όπου λειτουργούν επί αιώνες τα ορθόδοξα πρεσβυγενή Πατριαρχεία, πλήθος ναών και ιερών μονών. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι στην Αθήνα δεν υπάρχει δημόσιο Τέμενος.

Οι παλαιότερες προβλέψεις των νόμων ΑΩΝΑ΄//30.05/01.06.1890 «περί παραχωρήσεως δωρεάν εθνικού οικοπέδου προς ανέγερσιν Τουρκικού Τεμένους εν Πειραιεί» και 6244//17/25.08.1934 «περί παραχωρήσεως γηπέδου εν τω δασυλλίω Συγγρού Κουπονίων διά την ανέγερσιν Αιγυπτιακού Τεμένους και Ινστιτούτου» αποσκοπούσαν ουσιαστικά στη θεραπεία των διακρατικών σχέσεων με τις συγκεκριμένες μουσουλμανικές χώρες κατά τη δεδομένη χρονική στιγμή και ουδέποτε υλοποιήθηκαν. Μάλιστα, το ζήτημα αυτό τίθεται σταθερά στις διμερείς διεθνείς συζητήσεις ως πάγιο αίτημα από όλα τα ενδιαφερόμενα μουσουλμανικά κράτη εδώ και πολλά έτη (ενδεικτικά αναφέρουμε τα έτη 1940, 1948, 1951, 1956, 1971, 1979, 1985, 1986, 1989), με αποτέλεσμα η Ελλάδα όχι μόνο να αντιμετωπίζει συνεχείς διαμαρτυρίες από φίλιες χώρες, αρνητικές αναφορές σε όλες τις διεθνείς εκθέσεις για τη θρησκευτική ελευθερία και διαβήματα του Οργανισμού Ισλαμικής Συνεργασίας (ενός ισχυρότατου διεθνή οργανισμού με 57 μουσουλμανικά κράτη/μέλη), αλλά και να προσφέρονται κράτη ή ακόμα και ιδιώτες για τη χρηματοδότηση των δαπανών κατασκευής του.

Η έλλειψη αυτή έχει ως αποτέλεσμα να αποδυναμώνεται η διεθνής εικόνα και αξιοπιστία της χώρας μας όχι μόνο σε διμερές διακρατικό επίπεδο αλλά και στους διεθνείς οργανισμούς και fora όπου διεξάγεται τακτικός και θεσμικός διάλογος για τα θέματα των θρησκευτικών ελευθεριών. Έτσι, ο νόμος ν. 3512/2006, μετά και την εμπειρία των Ολυμπιακών Αγώνων και της επίσκεψης μεγάλου αριθμού επισήμων, αθλητών και τουριστών που ασπάζονται το Ισλάμ για μεγάλα διαστήματα παραμονής, αποτέλεσε μια ώριμη έκφραση της Πολιτείας για την οριστική επίλυση του παγίου και συνεχώς διογκούμενου θέματος, και μια νομοθετική επιλογή που αποδεικνύει το σεβασμό του Ελληνικού Κράτους στη θρησκευτική ελευθερία και την εγγυητική λειτουργία του στην άσκηση των ατομικών δικαιωμάτων όλων ανεξαιρέτως των προσώπων. Φυσικά, συν τω χρόνω και ιδίως από το 2014 και έκτοτε έχουν χορηγηθεί τέσσερις άδειες σε ισάριθμες αιτήσεις για λατρευτικούς χώρους μουσουλμάνων (οι τρεις εντός της Αττικής), ώστε εν μέρει έχουν καλυφθεί τοπικές λατρευτικές ανάγκες. Αυτό όμως δεν αναιρεί το γεγονός ότι το Ισλαμικό Τέμενος και δη στη θέση που έχει προβλεφθεί (με ικανούς κοινόχρηστους χώρους πρασίνου και αδόμητες εκτάσεις, σε σημείο εύκολα προσβάσιμο για όλους τους κατοίκους της Αττικής και με συχνές συγκοινωνίες πολλών βασικών γραμμών λεωφορείων και μετρό, σε μικρή απόσταση από όλους τους μεγάλους δήμους και δη τις περιοχές όπου κατοικούν κοινότητες μουσουλμάνων, χωρίς να επιβαρύνει περιοχές με ήδη έντονη αστική χρήση πχ κατοικίες, εμπορικά καταστήματα) θα εξασφαλίσει καλύτερα, και δη με την άμεση αρωγή της Πολιτείας, την ισότιμη και ελεύθερη πρόσβαση όλων των πιστών, ανεξαρτήτως εθνικότητας και δόγματος.

2. Πιο συγκεκριμένα, με τις διατάξεις του νόμου αυτού προβλέφθηκε η ίδρυση ενός νέου νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου (εποπτευόμενο και χρηματοδοτούμενο από το Υπουργείο Παιδείας), της “Διοικούσας Επιτροπής Ισλαμικού Τεμένους Αθηνών” με σκοπό τη διοίκηση, διαχείριση και συντήρηση του Ισλαμικού Τεμένους, ήτοι ενός λατρευτικού χώρου προοριζόμενου για την κάλυψη των θρησκευτικών αναγκών των μουσουλμάνων που διαβιούν στην Αττική. Ωστόσο, η εφαρμογή των ρυθμίσεων του νόμου, με τον οποίο προσδιορίστηκε ταυτόχρονα και η ακριβής θέση του τεμένους σε παλαιά βάση του Πολεμικού Ναυτικού στον Βοτανικό (εντός των διοικητικών ορίων του δήμου Αθηναίων) καθυστέρησε για διάφορους λόγους, κυρίως τεχνικούς και γραφειοκρατικούς, για την επίλυση των οποίων ψηφίστηκαν επιμέρους και λεπτομερειακές διατάξεις [άρθρο 29 άρ.5ii ν.4014/2011, (Α' 209), άρθρο 34 ν. 4327/2015 (Α' 50), άρθρο 35 ν. 4414/2016 ( Α'149)] που αφορούσαν κυρίως τη θέση και την κατασκευή του αλλά και τη ρητή πρόβλεψη για τη θρησκευτική χρήση γης στο Προεδρικό Διάταγμα της 20.9.1995 (Δ' 1049) της έγκρισης πολεοδομικής μελέτης της συγκεκριμένης περιοχής (Ελαιώνας).

Παραλλήλως δε, όλο αυτό το διάστημα και μέχρι σήμερα, ομάδες πολιτών που θεωρούν ότι η λειτουργία του θα προσβάλει έννομα δικαιώματά τους, προσέφυγαν στα αρμόδια δικαστήρια με ευάριθμες πολυάριθμες αιτήσεις ακυρώσεως (συνήθως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας κατά των διάφορων εκτελεστών διοικητικών πράξεων -υπουργικών αποφάσεων- αλλά και ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου κατά της προκήρυξης του συγκεκριμένου δημοσίου έργου και της διοικητικής σύμβασης), για τις οποίες έχουν ήδη εκδοθεί αρκετές αποφάσεις (ΣτΕΟλ. 2399/2014, ΣτΕ τμ. Δ' 1458, 1459 & 1460/2016, ΔΕφΑθ (Αν) 344/2016 και 62/2017) που έχουν δικαιώσει τις πολιτειακές επιλογές, αφού είναι αλήθεια ότι ο ν. 3512/2006 λαμβάνει μέριμνα για την απρόσκοπτη απόλαυση των ως άνω ατομικών δικαιωμάτων των μουσουλμάνων που διαβιούν στην Αττική, είτε αυτοί είναι ημεδαποί είτε αλλοδαποί, κινούμενος εντός των συνταγματικών ορίων και χωρίς να προσβάλει τα δικαιώματα και το θρησκευτικό συναίσθημα άλλων κοινοτήτων, αφού ούτε επιβάλλει ούτε περιορίζει καθ’ οιονδήποτε τρόπο τις λατρευτικές εκδηλώσεις των μελών κάποιας άλλης θρησκευτικής κοινότητας.
3. Πλέον επίκειται η ολοκλήρωση των οικοδομικών εργασιών και η παράδοση του χώρου για την εξυπηρέτηση του σκοπού του, ωστόσο λόγω της παρόδου μεγάλου χρονικού διαστήματος (ένδεκα έτη) από την αρχική ψήφιση του νόμου και των δραστικών μεταβολών της νομοθεσίας, ιδίως στον τομέα του δημοσίου δικαίου και της οργάνωσης του κράτους, των κάθε είδους φορέων του και του προσωπικού του, απαιτείται η επικαιροποίηση των διατάξεων του, ώστε να καταστούν πιο λειτουργικές και συνεργατικές με τις νέες απαιτήσεις και το νέο νομοθετικό πλαίσιο και να αποφευχθούν τυχόν δυσλειτουργίες και ασυμβατότητες που δεν μπορούσαν να προβλεφθούν το χρόνο κατάρτισης και ψήφισης του. Έτσι, με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις επιδιώκεται η αναδιατύπωση, προσθήκη, συμπλήρωση και τροποποίηση των βασικών διατάξεων του ν. 3512/2006, ουσιαστικά ενδυναμώνοντας τις προβλέψεις του χωρίς να μεταβάλλεται το πνεύμα και ο σκοπός του. Ειδικότερα:

(Α) με την παράγραφο 1 των προτεινόμενων διατάξεων αντικαθίσταται το πρώτο άρθρο, ώστε να διευκρινιστεί καλύτερα ότι το Ισλαμικό Τέμενος, λόγω της ιδιαίτερης φύσεως και αποστολής του, δεν υπάγεται στην έννοια του δημοσίου τομέα (ήτοι το ιδιαίτερο νομικό καθεστώς που θεμελιώνεται σε επιμέρους νομοθετήματα διοικητικού δικαίου, ιδίως τα περί προσλήψεως προσωπικού, υπηρεσιακής κατάστασης, προμηθειών και έργων και δημοσιονομικής διαχείρισης, ώστε έτσι να τίθεται ένα ευρύτερο πλαίσιο από οργανωτικούς και λειτουργικούς κανόνες, δεσμεύσεις και περιορισμούς προσήκοντες ή συναφείς με την έννοια μιας δημόσιας υπηρεσίας).

 (Β)με την παράγραφο 2 αντικαθίσταται η παράγραφος 2 του άρθρου 4 του ν. 3512/2006 ώστε να προβλεφθούν λεπτομερώς όλοι οι εν δυνάμει τακτικοί και έκτακτοι πόροι για τη λειτουργία του Τεμένους, ιδίως οι τακτικοί που προέρχονται κυρίως από επιχορηγήσεις από τον Κρατικό Προϋπολογισμό του Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων για την κάλυψη της τακτικής και έκτακτης μισθοδοσίας του προσωπικού, της αποζημίωσης του Διοικητικού Συμβουλίου και των δαπανών λειτουργίας και συντήρησης του Τεμένους αλλά και οι έκτακτοι που προέρχονται από πάσης φύσεως κρατικές ή κοινοτικές ή διεθνείς επιχορηγήσεις και χρηματοδοτήσεις, έσοδα και προσόδους από τη διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων του, επιχορηγήσεις, χορηγίες, δωρεές, κληρονομιές, κληροδοσίες και κάθε είδους εισφορές φυσικού ή νομικού προσώπου Δημοσίου ή Ιδιωτικού Δικαίου της ημεδαπής καθώς και χορηγίες, δωρεές, κληρονομίες, κληροδοσίες και κάθε είδους εισφορές (συμπεριλαμβανομένων και τιμαλφών, ξένων νομισμάτων και προσφορών σε είδος), φυσικού ή νομικού προσώπου Δημοσίου ή Ιδιωτικού Δικαίου αλλοδαπού ή Κράτους ή κρατικού ή διεθνούς Οργανισμού ή της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
(Γ)με την παράγραφο 4 αντικαθίσταται το άρθρο 5 του ν. 3512/2006 για την καλύτερη λειτουργία και εφαρμογή του, ήτοι αλλάζουν μερικές από τις ιδιότητες των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, διευκρινίζονται περαιτέρω οι κανόνες λειτουργίας και οι αρμοδιότητες του, ενδυναμώνονται και εξειδικεύονται οι νομοθετικές εξουσιοδοτήσεις ώστε να ρυθμιστούν καλύτερα και πληρέστερα τα λεπτομερειακά ζητήματα που θα αντιμετωπιστούν με υπουργικές αποφάσεις.

(γα) Όσον αφορά στην παράγραφο 1α του άρθρου 5 του ν. 3512/2006, όπως αντικαθίσταται, λόγω οργανωτικής κατάργησης της θέσης του Γενικού Διευθυντή Θρησκευμάτων (μίας εκ της ex officio θέσεις μελών του Δ.Σ), ορίζονται πλέον ως μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου ένας εκπρόσωπος του Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, μόνιμος δημόσιος υπάλληλος προϊστάμενος ή ασκών καθήκοντα προϊσταμένου διεύθυνσης της Γενικής Γραμματείας Θρησκευμάτων (με τον αναπληρωτή του προϊστάμενο οποιασδήποτε άλλης διεύθυνσης ή τμήματος του Υπουργείου) και συνακόλουθα ο ισότιμος εκπρόσωπος του Υπουργείου Οικονομικών (με τον αναπληρωτή του), ήτοι μόνιμος δημόσιος υπάλληλος, προϊστάμενος ή ασκών καθήκοντα προϊσταμένου διεύθυνσης του Υπουργείου.

Συμπληρώνεται ότι εκ των δύο εκπροσώπων του Δήμου Αθηναίων, ο μεν ένας πρέπει να είναι μόνιμος δημόσιος υπάλληλος, προϊστάμενος ή ασκών καθήκοντα προϊσταμένου διεύθυνσης του Δήμου, ώστε να έχει ισότιμη, με τους άλλους δημοσίους υπαλλήλους / μέλη Δ.Σ, θέση καθώς και την κατάλληλη διοικητική εμπειρία ώστε να γνωρίζει και τις δημοτικές υπηρεσίες, τις πρακτικές και τις γραφειοκρατικές διαδικασίες του Ο.Τ.Α στον οποίο εδρεύει το Τέμενος και να συμβάλει με την πείρα του στα διάφορα θέματα, ο δε έτερος πρέπει να είναι αιρετός (δημοτικός σύμβουλος) ώστε να εκπροσωπείται το Δημοτικό Συμβούλιο και να έχει άμεση πληροφόρηση, καθόσον γύρωθεν του Τεμένους έχουν χωροθετηθεί χώροι κοινόχρηστου πρασίνου με ήπιες χρήσεις δημοτικού ενδιαφέροντος, όπως εστιατόρια, αναψυκτήρια, χώροι συνάθροισης κοινού, πολιτιστικά και εκπαιδευτικά κτήρια, υπαίθριες αθλητικές εγκαταστάσεις, κτήρια κοινωνικής πρόνοιας. Αντικαθίσταται ο εμπειρογνώμονας στα θέματα ισλαμικής θρησκείας με έναν καταρτισμένο και έμπειρο στο δημόσιο τομέα και στα θέματα αρμοδιότητας της Γενικής Γραμματείας Θρησκευμάτων δικηγόρο παρ' Αρείω Πάγω, ώστε το Δ.Σ για την καλύτερη άσκηση των καθηκόντων του να έχει εύκολα και άμεσα τις αναγκαίες νομικές πληροφορίες και γνωμοδοτήσεις για όλα τα ζητήματα διοίκησης και διαχείρισης που θα αντιμετωπίσει (λόγω μικρού μεγέθους και περιορισμένων θέσεων προσωπικού, δεν θα προβλεφθεί πάγια θέση νομικού συμβούλου, οι δε ανάγκες δικαστικής εκπροσώπησης θα καλυφθούν με σχετικές εντολές στον κάθε φορά κατάλληλο νομικό παραστάτη). Τέλος, ορίζεται ότι οι δύο εκπρόσωποι των μουσουλμάνων που νόμιμα διαβιούν στην Αττική θα επιλέγονται από τον Υπουργό Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, λαμβανομένων υπόψη του μεγέθους των μουσουλμανικών κοινοτήτων, της νομικής οργάνωσης τους (ιδίως μετά την πρόσφατη υιοθέτηση του ν. 4301/2014 (Α΄223) για τη νομική οργάνωση των θρησκευτικών κοινοτήτων, ο οποίος θεσμοθέτησε για πρώτη φορά τον ειδικότερο τύπο νομικής προσωπικότητας, το θρησκευτικό νομικό πρόσωπο και οι δυνατότητες τυπικής οργάνωσης τους δεν περιορίζονται πλέον στον κλασικό τύπο του σωματείου), των αδειοδοτημένων λατρευτικών χώρων που λειτουργούν (αφού οι κοινότητες αυτές έχουν πλέον έλθει σε επαφή με την Ελληνική Πολιτεία και έχουν ορίσει θρησκευτικούς λειτουργούς για τους λατρευτικούς χώρους που διατηρούν), της εν γένει απήχησης τους μεταξύ των διαβιούντων στην Αττική μουσουλμάνων καθώς και κάθε άλλου πρόσφορου σχετικού στοιχείου.

(γβ) Με τις ρυθμίσεις της παραγράφου 1β του άρθρου 5 του ν. 3512/2006, όπως αντικαθίσταται, εξασφαλίζεται η ομαλή (αλλά χρονικά περιορισμένη για ένα τρίμηνο) λειτουργία του ακόμα και στην περίπτωση που κάποια από τα μέλη του εκλείψουν, παυθούν ή αποχωρήσουν για οποιονδήποτε λόγο ή απολέσουν απωλέσουν την ιδιότητα βάσει της οποίας ορίστηκαν, εφόσον κατά τις συνεδριάσεις του, τα λοιπά μέλη επαρκούν ώστε να υπάρχει απαρτία. Συνακόλουθα με την ανωτέρω ρύθμιση και λόγω της δημοσιοϋπαλληλικής ιδιότητας πολλών μελών αλλά και της πρόβλεψης ενός αιρετού εκπροσώπου του Δήμου, ορίζεται ειδικότερα προς το αμέσως προηγούμενο εδάφιο ότι τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, η θητεία των οποίων έληξε (πχ αποχώρησαν από την υπηρεσία λόγω συνταξιοδότησης, έληξε η θητεία του Δημοτικού Συμβουλίου), αυτά εξακολουθούν να ασκούν τα καθήκοντά τους μέχρι την αντικατάστασή τους και δικαιούνται μέχρι τότε να λαμβάνουν τις αμοιβές ή τις αποζημιώσεις που προβλέπονται για την άσκηση των καθηκόντων τους, στην περίπτωση αυτή η αντικατάστασή τους πρέπει να γίνει το συντομότερο δυνατόν και όχι πέραν των τριών μηνών από τη λήξη της θητείας τους (που αποτελεί και το απώτατο όριο νόμιμης λειτουργίας του οργάνου με ελλιπή συγκρότηση, σύμφωνα και με το άρθρο 13 παρ. 5 ΚΔΔιαδ και τη σχετική νομολογία του ΣτΕ περί του χαρακτήρα της ως αποκλειστική προθεσμία ΣτΕ 2322/2007, 914/2012).
(γγ) Με την παράγραφο 2 ορίζονται εκτενέστερα οι αρμοδιότητες του Διοικητικού Συμβουλίου, ήτοι προβλέπεται ότι διαχειρίζεται τα διατιθέμενα από τον προϋπολογισμό του Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων κονδύλια καθώς και τους εθνικούς, κοινοτικούς και έκτακτους πόρους από οποιαδήποτε αιτία, αποποιείται ή αποδέχεται κληρονομιές υπό το ευεργέτημα της απογραφής, αποδέχεται ή απορρίπτει δωρεές και έχει τις αρμοδιότητες που προβλέπονται από το νόμο και όσες του ανατεθούν με τον κανονισμό λειτουργίας του. Επίσης διευκρινίζεται ρητώς και προς άρση τυχόν αμφιβολιών ότι το νομικό πρόσωπο εκπροσωπείται δικαστικώς και εξωδίκως από τον Πρόεδρο ή, σε περίπτωση κωλύματος του, από τον Αντιπρόεδρο του.

(γε) Με τις προτεινόμενες υπ’ αριθ. 3 και 4 παραγράφους του άρθρου 5 ρυθμίζονται αναλυτικώς τα περί του Οργανισμού και Κανονισμού λειτουργίας του Νομικού Προσώπου και του Διοικητικού Συμβουλίου, οι οποίοι θα ρυθμιστούν με Προεδρικό Διάταγμα και κοινή υπουργική απόφαση αντίστοιχα. Με τον Οργανισμό λειτουργίας του νομικού προσώπου - λόγω της ιδιαίτερης φύσεως του και της θρησκευτικής αποστολής του- ρυθμίζονται αποκλειστικά όλα τα θέματα οργάνωσης και λειτουργίας του, ακόμα και κατά παρέκκλιση των ισχυουσών για τον δημόσιο τομέα διατάξεων και ιδίως αυτά για την πρόσληψη, κινητικότητα, μισθοδοσία και εν γένει υπηρεσιακή κατάσταση του προσωπικού, για τις κάθε είδους προμήθειες, μισθώσεις, παροχές υπηρεσιών και εκτέλεσης έργων, για την οικονομική διαχείριση και τήρηση βιβλίων και στοιχείων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια. Ουσιαστικά η διάταξη συνεργεί με τις προβλέψεις του άρθρου 1 και επαναλαμβάνει τα περί εξαίρεσης του νομικού προσώπου από τον Δημόσιο Τομέα και το Μητρώο Φορέων.

(γστ) Πιο αναλυτικά, με τον Οργανισμό του νομικού προσώπου ορίζονται ιδίως η διάρθρωση και λειτουργία του φορέα, ο αριθμός, οι θέσεις, οι κατηγορίες, τα προσόντα, η κατάσταση και τα καθήκοντα του απασχολούμενου στο Ν.Π.Ι.Δ. προσωπικού καθώς και το πειθαρχικό δίκαιο τους, τα θέματα εκπόνησης μελετών, εκτέλεσης έργου, εκμισθώσεως ή μισθώσεως ακινήτων και παροχής υπηρεσιών που αφορούν στη λειτουργία και συντήρηση του Τεμένους και της διενέργειας προμηθειών, η οικονομική διαχείριση του και η υπαγωγή του στο κατάλληλο σύστημα λογιστικής διαχείρισης και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την ομαλή λειτουργία του και την επίτευξη του σκοπού του. Στις συνιστώμενες θέσεις προσωπικού του Ν.Π.Ι.Δ. δύναται να αποσπώνται μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι ή υπάλληλοι με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου του δημοσίου τομέα, με κοινή απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων και του εποπτεύοντος τον φορέα προέλευσης του αποσπώμενου υπαλλήλου Υπουργού, κατά παρέκκλιση από τις κείμενες διατάξεις και χωρίς χρονικό περιορισμό.

Για να μην σημειωθεί απροθυμία πλήρωσης των θέσεων και προς άρση κάθε αμφιβολίας σχετικά με την υπηρεσία σε ΝΠΙΔ, διευκρινίζεται ότι ο χρόνος υπηρεσίας των αποσπασμένων θεωρείται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας του υπαλλήλου στην οργανική θέση του, για όλες τις έννομες συνέπειες, ειδικά δε για τις θέσεις ευθύνης ο χρόνος υπηρεσίας στις θέσεις αυτές λογίζεται ως χρόνος υπηρεσίας σε θέση προϊσταμένου Διεύθυνσης και λαμβάνεται υπόψη κατά τα ειδικότερα στο δημοσιοϋπαλληλικό δίκαιο. Τέλος, επειδή πρέπει να εξυπηρετηθεί κατά τον καλύτερο τρόπο η ομαλή λειτουργία του Τεμένους και να εξασφαλιστεί η πλήρωση των θέσεων με το κατάλληλο προσωπικό που απαιτείται κάθε φορά, προβλέπεται ότι η απόσπαση μπορεί να διακόπτεται οποτεδήποτε, με ή χωρίς αίτηση του υπαλλήλου, ύστερα από συνεκτίμηση των υπηρεσιακών αναγκών ή κατόπιν σχετικής εισήγησης του Διοικητικού Συμβουλίου προς τον Υπουργό Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων.

(γζ) Με τον κανονισμό λειτουργίας του Διοικητικού Συμβουλίου ορίζεται ιδίως ο τόπος και χρόνος των συνεδριάσεων, η πρόσκληση τρίτων προσώπων για παροχή κάθε αναγκαίας πληροφορίας για την ομαλή λειτουργία του Ισλαμικού Τεμένους και η δημιουργία άμισθων συμβουλευτικών θρησκευτικών επιτροπών και λοιπών γνωμοδοτικών οργάνων -δυνατότητα που είναι απαραίτητη για να μπορούν να εκπροσωπηθούν και να εκφραστούν άτυπα και άλλες μουσουλμανικές θρησκευτικές κοινότητες- ο τρόπος λήψεως των αποφάσεων και η εν γένει λειτουργία του καθώς και οι ώρες και ημέρες λειτουργίας του Τεμένους, κυρίως κατά το πρόγραμμα των μουσουλμανικών θρησκευτικών εορτών και της καθιερωμένης προσευχής της Παρασκευής, η προσωρινή ανάθεση καθηκόντων Ιμάμη σε κατάλληλα προς τούτο πρόσωπα στην περίπτωση που ο διορισμένος Ιμάμης απουσιάζει ή αδυνατεί να ασκήσει τα καθήκοντα του και ο τρόπος και ο χρόνος περιορισμένης κατ' ιδίαν παραχώρησης του Τεμένους σε μουσουλμανικές κοινότητες που διαβιούν στην Αττική για την ικανοποίηση των λατρευτικών τους αναγκών, ανάλογα με τις ανάγκες τους, προκειμένου να εξασφαλιστεί η απρόσκοπτη και ανάλογη με τις ανάγκες τους πρόσβαση όλων των κοινοτήτων και η αποφυγή διενέξεων και θρησκευτικών ερίδων μεταξύ διαφορετικών δογμάτων. Μέχρι την έγκριση των κανονισμών, προβλέπεται μεταβατικό στάδιο κατά το οποίο το Διοικητικό Συμβούλιο συνεδριάζει και λειτουργεί κατ' εφαρμογή των διατάξεων του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, προς κάλυψη των τρεχουσών αναγκών του νομικού προσώπου. Επίσης, για τυχόν θέματα που δεν ρυθμιστούν, θα ισχύουν αναλογικά οι διατάξεις για τη συγκρότηση, συνεδρίαση και λειτουργία των συλλογικών οργάνων της δημόσιας διοίκησης.



Με το άρθρο 6 ορίζονται οι καταργούμενες διατάξεις.