Αδύναµα κόµµατα σε µια καχεκτική κοινωνία

Οι λόγοι της παραλυσίας του πολιτικού συστήµατος και η κουλτούρα της ελληνικής αστικής τάξης

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΙΑΚΑΝΤΑΡΗ   | ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 11/06/2011 07:00 |

Πληθαίνουν στην Ελλάδα όσοι απαξιώνουν τα κόµµατα, µιλώντας για κοµµατοκρατία και για τα προβλήµατα που προκύπτουν από αυτή. Σύµφωνα µε αυτούς, το µεγάλο µειονέκτηµα του ελληνικού κοινωνικού σχηµατισµού είναι η ισχυρή θέση των κοµµάτων και αυτή η δεσπόζουσα θέση της ευθύνεται για όλα τα αρνητικά χαρακτηριστικά της ελληνικής κοινωνίας. Αν και πολλές από αυτές τις προσεγγίσεις έχουνµια δόση αλήθειας, θεωρώ πως η αρχική θέση της είναι λανθασµένη – και εξ αυτού προκύπτουν πολλές ακόµα λανθασµένες προτάσεις στην κατεύθυνση της υπέρβασης τηςκρίσης.

Σύµφωνα µε τις προτάσεις αυτές, αν αλλάξουν η κοµµατοκρατία και το πολιτικό σύστηµα, θα αλλάξουν όλα στην ελληνική κοινωνία. Είναι έτσι;

Φοβάµαι ότι αν η κοµµατοκρατία είναι το κάρο, όσοι µιλούν τόσο αφοριστικά γι’ αυτή την τοποθετούν πριν από το άλογο. Για να δούµε αν ένας παράγων µιας εξίσωσης είναι ισχυρός πρέπει να δούµε την ισχύ και των υπόλοιπων παραγόντων αυτής της εξίσωσης. Είναι διαφορετική η λειτουργία των κοµµάτων σε κοινωνίες µε ισχυρή παρουσία της αστικής τάξης, εξαιτίας της οποίας απορρέει εργασιακό ήθος· είναι διαφορετική η λειτουργία των κοµµάτων σε κοινωνίες µεαυτογενή εθνική αυτοπεποίθηση, που αντλούν την ιδεολογική νοµιµοποίησή τους από τις αξίες της νεωτερικότητας και όχι από νεφελώδεις συµβολισµούς και ακόµα πιο νεφελώδη ηρωικά παρελθόντα· είναι διαφορετική η λειτουργία των κοµµάτων σε κράτη µε ισχυρή κοινωνία πολιτών, σε κράτη µε ισχυρές και ανεξάρτητες εκπαιδευτικές δοµές και λειτουργίες.

Στην Ελλάδα, ατυχώς, κανένας από τους παραπάνω παράγοντες δεν υπήρξε ιστορικά ισχυρός. Η αστική τάξη στη ∆υτική Ευρώπη γεννήθηκε µέσα από την αριστοκρατία. Στη λογοτεχνία υπάρχουν δύο εµβληµατικά παραδείγµατα αυτού του µετασχηµατισµού τµηµάτων της αριστοκρατίας σε αστική τάξη, «Ο Γατόπαρδος» του Λαµπεντούζα (στο σινεµά, διάσηµο έργο σκηνοθετηµένο από τον Λουκίνο Βισκόντι)

και «Η Γη της Επαγγελίας» του πολωνού νοµπελίστα Βλάντισλαβ Ρέιµοντ (επίσης κινηµατογραφική επιτυχία, από τον Αντρέι Βάιντα). Αντιθέτως, η ελληνική αστική τάξη δεν ήταν αυτοφυής και γι’ αυτό λειτούργησε ως τοποτηρητής ισχυρών δυτικών συµφερόντων και όχι ως ανεξάρτητος παραγωγός προϊόντων. Αυτή η διαδικασία αντανακλάται στην απουσία του κατάλληλου εργασιακού ήθους, όπως αυτό γεννιέται από την κουλτούρα της παραγωγικής διαδικασίας.

Στην αδύναµη παρουσία της αστικής τάξης και του ήθους της προσθέτουµε την αδύναµη εθνική αυτογνωσία. Αυτή στηρίχτηκε όχι στις υπαρκτές δυνατότητες του νέου ελληνικού κράτους ούτε καν στην επίκληση της απευθείας σχέσης του µε τον αρχαίο ελληνικό πολιτισµό. Η αναφορά στο αρχαιοελληνικό κλέος δεν στηρίχτηκε στο πνεύµα της Αναγέννησης και του ∆ιαφωτισµού, αλλά διαµεσολαβήθηκε από την κυρίαρχη παρουσία του κλήρου και της Ορθοδοξίας.

Ετσι, ενώ οι λαοί της ∆υτικής και της Κεντρικής Ευρώπης στήριξαν την αυτογνωσία και τον εθνικισµό τους στον διαχωρισµό του κράτους από το έθνος και στην παρουσία του ανεξάρτητου πολίτη, ο δικός µας εθνικισµός πέρασε µέσα από τον εκχριστιανισµό του αρχαίου πνεύµατος και τον βυζαντινισµό (και την οθωµανοποίηση) των σχέσεων πολίτη - κράτους. Το Βυζάντιο ταλανίζει µέχρι σήµερα την Ελλάδα και δεν είναι λίγοι αυτοί που το έχουν ως ιδεολογική σηµαία τους. Η αδύναµη εθνική αυτογνωσία, από την άλλη, επηρεάζει τον χαρακτήρα και του εκπαιδευτικού µας συστήµατος – ενός συστήµατος που εξορίζει την ατοµική πρωτοβουλία και τον πειραµατισµό, ενισχύοντας ταυτόχρονα τον αυτοµατισµό και την παπαγαλία. Με αυτές τις συνθήκες, δεν θα µπορούσε να υπάρξει ισχυρή και δυναµική κοινωνία πολιτών, µια κοινωνία δηλαδή ισχυρών ατοµικών επιτευγµάτων. Ηταν αδύνατο να υπάρξει µια τέτοια κοινωνία όσο απουσιάζει η αυτοπεποίθηση των µελών της, που θα προϋπέθετε δυναµισµό του παραγωγικού ιστού της. Αλλά µια κοινωνία που δεν µπόρεσε να συνειδητοποιήσει τις αιτίες της χρόνιας καθυστέρησης, όφειλε να βρει άλλους τρόπους να διασωθεί και να αναπαραχθεί. Τους βρήκε στη µεγάλη χοάνη του κράτους. Οι διορισµοί στο ∆ηµόσιο δηλώνουν την αδυναµία µιας κοινωνίας να παραγάγει θέσεις εργασίας. Και επειδή αυτοί οι διορισµοί έγιναν πάνω σε µια βάση στην οποία ήταν άγνωστο ή πολλές φορές και καταδικαστέο το αστικό εργασιακό ήθος (αυτό που εκπροσωπούσαν οι «κουτόφραγκοι» και τα «αµερικανάκια»), δεν δηµιουργήθηκε µόνο ένα τεράστιο ∆ηµόσιο αλλά και ένα ∆ηµόσιο ευεπίφορο στη διαφθορά.

Εξηγείται λοιπόν, νοµίζω, γιατί το κοµµατικό σύστηµα είναι το κάρο – το άλογο, η δοµή που περιγράψαµε, µέσα στην οποία συντηρείται και αναπαράγεται αυτό το κοµµατικό σύστηµα. Ενα σύστηµα που δεν είχε άλλους τρόπους για να διατηρήσει την κοινωνική συνοχή από το να θέτει ως κύριο στόχο του όχι την παραγωγική αναδιάρθρωση της χώρας αλλά την κατάληψη του κράτους και το µοίρασµα των θέσεων.

Η διαδικασία αυτή κράτησε µέχρι το ξέσπασµα του πολέµου. Στη µεταπολεµική Ελλάδα – και όχι στη Ελλάδα από το 1981 και ύστερα όπως ισχυρίζονται πολλοί πονηρά σκεπτόµενοι, για να αθωώσουν τις περιόδους διακυβέρνησης από τον Κωνσταντίνο Καραµανλή – τα πράγµατα επιδεινώθηκαν. Γιατί το κράτος, ανέκαθεν κοµµατικό µε προσανατολισµό στο ∆ηµόσιο, εξακολούθησε να µοιράσει θέσεις µε δανεικά. Επιπλέον, λόγω του καταναλωτικού παροξυσµού, απαιτήθηκε και η νοµιµοποίηση κάθε συντεχνιακού αιτήµατος. ∆ίκιο ήταν το δίκιο των συντεχνιών.

Ολα αυτά υλοποιήθηκαν από τα αδύναµα να έλθουν σε ρήξεις κόµµατα.

Τα χαρακτηριστικά αυτού που πολλοί ονοµάζουν κοµµατοκρατία, εποµένως, δεν είναι τα ισχυρά αλλά τα αδύναµα κόµµατα. Αυτά τα αδύναµα κόµµατα ευθύνονται για τα δεινά της χώρας. Η αδυναµία τους έγκειται στο ότι δεν µπορούν να προτείνουν, πόσω µάλλον να επιβάλουν λύσεις που θα άλλαζαν τον παραγωγικό και τον ιδεολογικό προσανατολισµό της χώρας.

Καιρός να το κάνουν σήµερα – τα δύο µεγάλα, τουλάχιστον.

Η ελληνική αστική τάξη δεν ήταν αυτοφυής και γι’ αυτό λειτούργησε ως τοποτηρητής ισχυρών δυτικών συµφερόντων και όχι ως ανεξάρτητος παραγωγός προϊόντων. Αυτή η διαδικασία αντανακλάται στην απουσία του κατάλληλου εργασιακού ήθους
ο Γιώργος Σιακαντάρης είναι διδάκτωρ Κοινωνιολογίας, αναπληρωτής επιστηµονικός διευθυντής στο ΙΣΤΑΜΕ Ανδρέας Παπανδρέου.