Στην Ελλάδα τον γνωρίσαμε μέσα από τις σκηνοθεσίες του στο «Λεωφορείον Ο Πόθος» του Τενεσί Ουίλιαμς και στο «Εγκλημα και τιμωρία» του Ντοστογέφσκι. Στο κρατικό Kote Marjanishvili της Τιφλίδας που διευθύνει, οι περισσότερες παραστάσεις προέρχονται επίσης από το κλασικό ρεπερτόριο. Ακόμα και στο Υπόγειο Θέατρο, το πρώτο ανεξάρτητο θέατρο της Γεωργίας που ο ίδιος ίδρυσε στα τέλη της δεκαετίας του 1990, θα έβλεπε κανείς έργα όπως «Η όπερα της πεντάρας», «Φάουστ», «Οι γάμοι του Φίγκαρο». Τίποτα φυσικά από όλα αυτά δεν σημαίνει ότι ο Λεβάν Τσουλάτζε είναι ένας σκηνοθέτης ασφαλών επιλογών. Ο ίδιος θυμίζει στα «Πρόσωπα» ότι μια παράσταση γεννιέται και «από τις επιλογές των ηθοποιών, τις επιλογές του σκηνογράφου, τη σχέση μεταξύ του κοινού και της σκηνής». Αυτή τη φορά επιστρέφει στο θέατρο Ανεσις για να σκηνοθετήσει «Αμλετ», έχοντας στη διανομή τούς Τάσο Ιορδανίδη, Αρη Λεμπεσόπουλο, Πέμυ Ζούνη, Ιωάννα Παππά και Θοδωρή Κατσαφάδο.

Οταν μιλάμε για τον Σαίξπηρ, οι αριθμοί και οι επέτειοι δεν λένε τίποτε. Το έργο του δεν χρειάζεται να δηλώσει πως είναι ηλικίας τετρακοσίων ετών ώστε να αξιώσει να το μνημονεύσουμε. Σε κάποιο ταξίδι μου στην Ινδία, θυμάμαι, σε ένα υπέροχο ινδικό θέατρο, είδα το πορτρέτο του σε μια διαφήμιση, σε μια αφίσα, με το χαρακτηριστικό μουστάκι των Ινδών και το κόκκινο σημάδι στο κέντρο του μετώπου του. Ο Σαίξπηρ ανήκει σε όλη την υφήλιο.

Είναι πολύ δύσκολο να εντοπίσω τον πιο υποφωτισμένο ήρωα ή το πιο ανεξερεύνητο χαρακτηριστικό του «Αμλετ». Ισως βρεις κάτι που το νομίζεις νέο, αλλά κάποιος άλλος θα το έχει παρατηρήσει πριν από σένα. Οταν ξεκινά ο σκηνοθέτης να δουλεύει με τους ηθοποιούς, αναζητά πάντα μια νέα εκδοχή και υπάρχει πάντα μια τέτοια. Οχι ως προς τα κοστούμια της εποχής ή τις αναφορές στην ιστορική συγκυρία, αλλά επειδή η εκδοχή γεννιέται μέσα μας, στο μυαλό το δικό μας, στο μυαλό του Τάσου Ιορδανίδη, στην ηλικία που είναι τώρα και που είναι μοναδική. Είναι μια εκδοχή που δεν αντλεί από πουθενά, αλλά επιδιώκει να εξηγήσει τι συμβαίνει με έναν καινούργιο τρόπο. Σίγουρα πάντως ο «Αμλετ» είναι ένα έργο – «βρικόλακας», που πίνει το αίμα το δικό σου και των ηθοποιών. Είναι δύσκολο να το επαναλάβεις σε μικρό χρονικό διάστημα, ακόμα και με διαφορετικό τρόπο.

Αν ο Αμλετ δεν προβληματιζόταν και δεν ρωτούσε για όσα συμβαίνουν, όλα θα κυλούσαν όμορφα και ομαλά. Δεν είναι ένας ήρωας που σκέφτεται τη νίκη, όπως οι ήρωες του ρομαντισμού. Αντίθετα, καταστρέφει τα πάντα. Αν δεν σκεφτόταν τόσο πολύ, ίσως η εκδοχή της ιστορίας να ήταν πιο ευχάριστη. Ισως κι ο Κλαύδιος να ήταν ένας ιδανικός βασιλιάς για τη Δανία, οδηγώντας τη στη δημοκρατία. Ομοίως και στην Ευρώπη, όπου δεν μας αφορά πόσο καλά ή άσχημα θα εξελίσσονταν τα πράγματα, αλλά το κατά πόσον οι ίδιοι οι πολίτες της αναρωτιούνται, προβληματίζονται και θέτουν ερωτήσεις. Ισως και να κατέστρεφαν τα πάντα έτσι, αν και δεν φτάνουν καν ώς εκεί.

Ο κομφορμισμός κερδίζει έδαφος και ο Αμλετ είναι ένας χαρακτήρας που τον αντιμάχεται. Είναι ένας ήρωας παλαιάς κοπής, ένας ήρωας της δεκαετίας του 1960, ένας ήρωας των γουέστερν, ένας μοναχικός καουμπόι που σώζει τους πάντες κι έπειτα παίρνει τα τσιγάρα, το άλογό του και αποχωρεί φτωχός και μόνος. Θυσιάζει τον εαυτό του ρωτώντας. Δεν έχει ιδέες ή προτάσεις για τον κόσμο, αλλά νιώθει πως κάτι πάει στραβά και δίνει τη ζωή του για να το αλλάξει αυτό.

Ερχομαι από τη Σοβιετική Ενωση και γνωρίζω τη σημασία του φασισμού. Δεν μιλώ απαραίτητα για τη Γερμανία του ’40. Ο φασισμός είναι απότοκο γενεών που δεν μιλούν και που δεν γνωρίζουν. Σχετίζεται με την έλλειψη παιδείας, όχι εκπαίδευσης. Πηγάζει από μέσα μας και προκύπτει από μια κοινωνία που νοσεί, που δεν έχει ορθή κατεύθυνση, που την κινεί η αδικία. Κάποια μέλη μιας τέτοιας κοινωνίας οδηγούνται στον φασισμό, μερικά στη θρησκοληψία, κάποια άλλα στον λιμπεραλισμό και στη δημοκρατία, ενώ κάποια απλώς κάθονται και περιμένουν, προσεύχονται, επιλέγουν τον αλκοολισμό ή άλλες ουσίες και νομίζουν πως όλα είναι μια χαρά.

Εδώ στο θέατρο γνώρισα πολλές Γεωργιανές που εργάζονται στην Ελλάδα και υφίστανται τον ρατσισμό της Ακροδεξιάς. Στον δρόμο είδα πολύ περισσότερα από ανθρώπους που δεν έχουν δυνατότητα να έρθουν στις παραστάσεις. Στη Γεωργία αντιμετωπίζουμε το ίδιο ζήτημα με τους Αραβες. Δεν μιλούν τη γλώσσα μας, ούτε εμείς τη δική τους. Αποφεύγουν ακόμα και να πιούνε το νερό μας. Δεν καταλαβαινόμαστε και δεν θέλουμε να κατανοήσουμε ο ένας τον άλλο. Εχουμε απορίες γιατί δν γνωριζόμαστε. Αν κάτσουμε στο ίδιο τραπέζι, όλες οι ερωτήσεις θα απαντηθούν. Στη Σοβιετική Ενωση ήταν διαφορετικά. Υπήρχαν πολλές διαφορετικές χώρες και πολλοί διαφορετικοί άνθρωποι. Μεγάλωσα σε μια αυλή που θύμιζε τις ιταλικές. Πολλοί άνθρωποι ζούσαμε με ανοιχτά μπαλκόνια και είχαμε αναπτύξει δεσμούς: άλλοι από το Αζερμπαϊτζάν, άλλοι από την Αρμενία, το Κουρδιστάν, τη Γερμανία, τη Ρωσία, ενώ κάποιοι ήταν Εβραίοι.

Το πιο βασικό πρόβλημα σε ένα κρατικό θέατρο όπως το Kote Marjanishvili είναι πάντα το οικονομικό. Τα χρήματα δεν είναι ποτέ αρκετά, αλλά για μένα το «φτωχό» θέατρο είναι και το πιο «έξυπνο», το πιο δημιουργικό είδος θεάτρου και προτιμώ να δουλεύω γι’ αυτό.

Ενας σκηνοθέτης μπορεί να έχει ιδέες για να αλλάξει τα πάντα σε ένα κλασικό έργο, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως το αποτέλεσμα θα είναι πάντα καλό. Παλιότερα το επιχειρούσα. Οταν είσαι νέος, έχεις μέσα σου την επανάσταση και θέλεις όλα να τα διαλύσεις. Στη συνέχεια καταλαβαίνεις τα λάθη σου. Υπάρχουν φορές που θέλεις να αλλάξεις όλο το έργο, να γίνεις συγγραφέας στη θέση του συγγραφέα, αλλά με τα χρόνια έρχεται η σοφία. Είναι προτιμότερο να προσεγγίζεις τον δραματουργό και να πορεύεσαι μαζί του. Πλέον, κάποιες φορές αναδομώ ένα έργο, άλλες φορές κάνω λανθασμένες κι άλλες ορθές επιλογές, αλλά πάντα ακολουθώ τον συγγραφέα, προσπαθώ να τον φέρω κοντά μου και να τον κατανοήσω.

Πολλά στοιχεία συνδέουν το ελληνικό με το γεωργιανό θέατρο, αλλά ένα βασικό είναι το ταμπεραμέντο των ηθοποιών. Μιλώ για μια κοινή «θερμοκρασία», ένα κοινό πάθος που ίσως σχετίζεται και με τη γεωγραφική μας θέση, σε αντίθεση λ.χ. με τους Ρώσους. Υπάρχει επίσης η ενσυναίσθηση των ελλήνων ηθοποιών. Διαισθάνονται τι ζητώ από αυτούς στη διάρκεια μιας πρόβας. Καθώς τα αγγλικά μου δεν είναι πολύ καλά, χρησιμοποιώ πολλά νοήματα και πολλή παντομίμα στην επικοινωνία μας, την οποία κι αυτοί εξελίσσουν, έχοντας ορθάνοιχτα τα μάτια, τα αφτιά τους και όλες τις αισθήσεις. Ακόμα και στη Γεωργία χρησιμοποιώ ήχους και μια αντίστοιχη επικοινωνία με τους ηθοποιούς.

Μου αρέσει πολύ η ελληνική γλώσσα. Θα ήθελα να σκηνοθετήσω μια ελληνική τραγωδία, καθώς τώρα μπορώ να πω πια πως την καταλαβαίνω, αν και με έχει κερδίσει η ομορφιά του Αριστοφάνη.

info

«Αμλετ». Σκηνοθεσία, φωτισμοί, μουσική επιμέλεια: Λεβάν Τσουλάτζε. Θέατρο Ανεσις, Λ. Κηφισίας 14, τηλ. 210-7488.881-2. Από 5 Οκτωβρίου. Προπώληση (10-17 ευρώ) στο ταμείο του θεάτρου, viva.gr, Seven Spots, Media Markt