ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ
Σύμβολο Τιμή % Διαφορά
Γ. Δείκτης 1680.21 -1.65
FTSE 20 827.00 -2.30
FTSE 40 1951.96 -0.87
FTSE 80 332.60 -1.33
FTSE 140 1878.16 -2.12

Δεδομένα με 15 λεπτά καθυστέρηση

Powered by

«Η τέχνη του πολέμου» Κύριε Νεόκοπε, Το ότι, όπως λέγεται, «πριν μπεις στη μάχη πρέπει να έχεις κερδίσει τον πόλεμο», δεν σημαίνει και ότι ο πόλεμος πρέπει να προηγείται των διαπραγματεύσεων. Με τιμή, Γιώργος Βέλτσος

Δεν πάω πουθενά, πουθενά, εδώ θα µείνω... (υποχρεωτικά) !

  • ΦΑΚΕΛΟΙ

Σάββατο, 6 Μαρτίου 2010

Μπάλα βαριά από τη λάσπη

, Γράφει ο Δημοσθένης Κούρτοβικ

Το manual είναι το εγχειρίδιο πλεύσης στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία: πώς να ράβεις το στόμα σου και να κάνεις σαν να μη ξέρεις τίποτα για τις λαμογιές που γίνονται γύρω σου, στον ίδιο τον επαγγελματικό χώρο σου, αν δεν θέλεις να βουλιάξεις· πώς να έχεις ήσυχο το κεφάλι σου σ΄ ένα περιβάλλον όπου νόμος είναι η παρανομία· και, επιπλέον, πώς να πιάσεις την καλή, πώς να φτάσεις μακριά πηγαίνοντας με τα νερά των νονών που διαφεντεύουν την πιάτσα, την κάθε πιάτσα. Ο Δημήτρης Αλεξάνδρου του μυθιστορήματος είναι ένας 36χρονος αθλητικογράφος. Μπήκε στο επάγγελμα πολύ νέος, γεμάτος ιδεαλισμό και αγνή αγάπη για το ποδόσφαιρο. Έγινε ρεπόρτερ σε διάφορα αθλητικά έντυπα, κατόπιν αρχισυντάκτης, παραγωγός σε ραδιοφωνική εκπομπή, τέλος άνοιξε δική του αθλητική εφημερίδα.

Όλα αυτά όμως με μεγάλο ψυχικό κόστος: αν και δεν ανακατεύτηκε ο ίδιος σε καμιά βρομιά, ήταν αναγκασμένος για δεκαεφτά χρόνια να σωπαίνει και ν΄ ανέχεται τη σαπίλα στα ποδοσφαιρικά κυκλώματα. Την έβλεπε από κοντά, τη ζούσε, αρρώσταιναν η ψυχή και το κορμί του, έφτασε να πάει σε καρδιολόγο, σε νευρολόγο, αλλά δεν μπορούσε να κάνει τίποτα, γιατί, όπως συμβαίνει συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις, δεν διέθετε νομικά ισχυρές αποδείξεις. Ώσπου, νιώθοντας πως, αν συνέχιζε έτσι, ή θα τρελαινόταν ή θα συμβιβαζόταν και θα σιχαινόταν τον εαυτό του, αποφασίζει να «σκίσει το manual», καταστρώνοντας ένα τολμηρό σχέδιο: να στήσει δώδεκα αγώνες του ποδοσφαιρικού στοιχήματος, χρησιμοποιώντας τις διασυνδέσεις του σ΄ Ελλάδα κι εξωτερικό, ν΄ αποκαλύψει έπειτα στην εκπομπή του τα ηχογραφημένα πειστήρια και, εγκαταλείποντας αναγκαστικά την καριέρα του, να εξαφανιστεί στην Ισπανία, μαζί με τη γυναίκα του και τα εννιά εκατομ- μύρια ευρώ που θα έχει αποκομίσει από το κόλπο.

Ο συγγραφέας Βασίλης Σαμπράκος ελάχιστα προσπαθεί να κρυφτεί πίσω από τον μυθιστορηματικό Δημήτρη Αλεξάνδρου: όλα τα στοιχεία του βιογραφικού του, όπως εκτίθενται στο αφτί του βιβλίου, συμπίπτουν με αυτά του ήρωά του (με μόνη εξαίρεση, όπως μάλλον πρέπει να υποθέσουμε, την αγαθών προθέσεων σκευωρία του τελευταίου). Εντελώς διάφανο, για όσους ασχολούνται με το ποδόσφαιρο, είναι και το πέπλο από ψεύτικα ονόματα που σκεπάζει ιδιοκτήτες ποδοσφαιρικών επιχειρήσεων, μεγαλοπαράγοντες των αθλητικών ομοσπονδιών, δημοσιογράφους του αθλητικού Τύπου, προπονητές, ποδοσφαιριστές, διαιτητές. Σχεδόν όλα όσα καταγγέλλει ο συγγραφέας τα ψυχανεμίζονται και τα συζητούν οι φίλαθλοι, αν και εδώ παρουσιάζονται με όλες τις λεπτομέρειες και την αυθεντικότητα της περιγραφής από έναν insider: οι σικέ αγώνες και τα σικέ πρωταθλήματα, οι «μιλημένοι» δημοσιογράφοι με τα μαγειρεμένα ρεπορτάζ και τις υποβολιμαίες κριτικές, οι δωροδοκίες προπονητών από τους μάνατζερ για να εισηγηθούν την απόκτηση συγκεκριμένων παικτών, η γάγγραινα που είναι οι επαγγελματίες οπαδοί, το ντόπινγκ, η διαπλοκή με την πολιτική εξουσία, οι απειλές κατά της ζωής όσων στέκονται εμπόδιο στις μεθοδεύσεις αυτού του χώρου κ.λπ. κ.λπ.

Αν κρίνουμε το μυθιστόρημα με αμιγώς λογοτεχνικά κριτήρια, δύσκολα θα του βρούμε αρετές. Η πλοκή εξαντλείται σ΄ ένα μόνον εύρημα, το colpo grosso του ήρωα, που ο συγγραφέας το χειρίζεται επιπλέον με στατικό τρόπο, η γλώσσα είναι αρκετά επίπεδη για λογοτεχνικό κείμενο, το υλικό του βιβλίου παρουσιάζεται με δύο στερεότυπες μεθόδους, που εφαρμόζονται μάλλον αδέξια και μηχανιστικά: τις αναμνήσεις του ήρωα, καθώς περιεργάζεται ένα ένα τα ενθύμια της καριέρας του λίγη ώρα πριν επιβιβαστεί στο αεροπλάνο για την Ισπανία, και τους διαλόγους του με τον καλύτερο φίλο του, τον Γιάννη, ο οποίος αντιπροσωπεύει τη νοοτρο πία του μέσου Έλληνα (δεν θ΄ αλλάξεις εσύ την κοινωνία, είναι μαλακία να επιμένεις να είσαι τίμιος σ΄ αυτό το μπουρδέλο που ζούμε κ.λπ.). Ωστόσο, μια αξιολόγηση που θα στεκόταν σ΄ αυτή την πλευρά του βιβλίου θα το αδικούσε κατάφωρα. Ο Σαμπράκος καταφεύγει στη μυθιστορηματική φόρμα για να δώσει παραστατικό σχήμα σε μια αγανάκτηση που δεν εκτονώνεται με καφενειακού τύπου γκρίνιες αλλά έχει γίνει σωματοποιημένο αίσθημα, μαρτύριο που ζητάει επιτακτικά τη λύτρωση και μας πείθει ότι δεν μπορεί να τη βρει αλλιώς παρά μόνο με μια προσωπική ρήξη, μια αποφασιστική πράξη κάθαρσης, μια εξέγερση που έχει συγκεκριμένη κατεύθυνση και προοπτική. Η ηθική υγεία ενός νέου ανθρώπου της πιάτσας, όπως αναδύεται μέσα από τις σελίδες του μυθιστορήματος, είναι σπαρακτικά συγκινητική και ίσως την κάνουν συγκινητικότερη ακριβώς οι αδεξιότητες της γραφής. Από αυτή την άποψη, η λέξη «μαλάκας», με την οποία αλληλοπροσφωνούνται συνεχώς οι δύο φίλοι στις εξημμένες συζητήσεις τους, γίνεται συμπαθητική: η ακεραιότητα, η εντιμότητα, η ίδια η σεμνότητα (γιατί ο Δημήτρης Αλεξάνδρου είναι εκπληκτικά σεμνός) δεν χρειάζονται κόσμιες λέξεις για να εκφραστούν, είναι μάλιστα πειστικότερες όταν δεν νοιάζονται να τις φορέσουν.

Είναι αδύνατο να μη προσέξουμε τις αναλογίες αυτού του βιβλίου με το άλλο roman clefs της περιόδου, το οπωσδήποτε διαφορετικού λογοτεχνικού διαμετρήματος Πινακοθήκη τεράτων του Μιχάλη Μιχαηλίδη, που συζητήσαμε πρόσφατα. Δύο νέοι άνθρωποι, από διαφορετικούς επαγγελματικούς χώρους, καταθέτουν την αηδία τους για το νοσηρό περιβάλλον στο οποίο εργάζονται και βάζουν τα μυθιστορηματικά alter ego τους ν΄ αποφασίζουν τελικά την έξοδο από αυτό, όποιο και αν είναι το προσωπικό κόστος. Είναι θλιβερό ότι και οι δύο ήρωες αναγκάζονται να μεταναστεύσουν. Είναι παρήγορο όμως ότι οι δύο συγγραφείς πιστοποιούν με τόσο εντυπωσιακό τρόπο την ύπαρξη υγιών αντανακλαστικών κι αιτημάτων ανάμεσα στους ανθρώπους της ηλικίας τους και στην κατάσταση που βρίσκεται σήμερα η κοινωνία μας. Αυτό είχαμε πολύ καιρό να το δούμε στην εφησυχασμένη λογοτεχνία που παράγουν συνήθως οι νεότερες γενιές.

Το μυθιστόρημα του Σαμπράκου έχει χάπι εντ: ο Δημήτρης Αλεξάνδρου πετυχαίνει τον σκοπό του και, όταν επιστρέφει στην Ελλάδα έπειτα από εφτά χρόνια (με αλλαγμένο όνομα και πρόσωπο), απολαμβάνει το αγαπημένο του άθλημα απαλλαγμένο πια, χάρη στο στρατήγημά του, από όλα εκείνα που το βρόμιζαν. Ένας άλλος συγγραφέας μπορεί να μας αποκάλυπτε εκ των υστέρων ότι αυτή η τροπή ήταν ένα όνειρο ή μια φαντασίωση του ήρωα. Γιατί είναι αλήθεια ότι φαίνεται υπεραισιόδοξη σ΄ εμάς τους μεγαλύτερους, που ίσως έχουμε γίνει υπερβολικά σκεπτικιστές έπειτα από τα τόσα και τόσα που έχουν δει τα μάτια μας: η πείρα λέει ότι στη χώρα μας τέτοιες καταγγελίες πνίγονται μέσα σε μια συνωμοτική σιωπή. Ας μη ξεχνάμε, ωστόσο, ότι κάθε αγώνας εναντίον του Κακού θέλει, για να πετύχει κάτι, και μια γενναία δόση αφέλειας.

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΗ

Λοξή Ματιά

Συνέντευξη

Μυθιστόρημα

Ιστορία

Λογοτεχνικό κουίζ

Πολιτική

Θρύλοι

Βιογραφία

Κριτική

Πολιτική σκέψη

Crash test

Μουσική

Τα αδέσποτα

2010

2009

2008

2007

2006