Ήταν στις 15 Οκτωβρίου του 2008 όταν η επενδυτική τράπεζα Lehman Brothers υπέβαλε αίτηση υπαγωγής στις διατάξεις του αμερικανικού νόμου περί χρεοκοπίας. Ήταν η μεγαλύτερη χρεοκοπία στην αμερικανική ιστορία, καθώς διαχειριζόταν ένα χαρτοφυλάκιο ύψους άνω των 600 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Έκτοτε χρησιμοποιούμε την ημερομηνία αυτή ως την τυπική έναρξη της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης του 2008-2009, έστω και εάν η πραγματική έναρξη είναι στο δεύτερο μισό του 2007.

Παρότι συνηθίζουμε να θεωρούμε την οικονομική αυτή κρίση ως μια κυρίως τραπεζική ή χρηματοπιστωτική κρίση, στην πραγματικότητα τα προβλήματα στη χρηματοοικονομική σφαίρα ήταν απλώς τα συμπτώματα μιας περισσότερο δομικής κρίσης.

Οι «άφρονες» τραπεζικές πρακτικές, όπως ήταν η παραγωγή σύνθετων πιστωτικών προϊόντων που στη βάση τους είχαν ενυπόθηκα δάνεια αγοραστών που δεν μπορούσαν να τα αποπληρώσουν, ήταν η κορυφή του παγόβουνου πολύ σοβαρότερων αντιφάσεων της παγκόσμιας οικονομίας.

Ηταν μια κρίση ενός ολόκληρου μοντέλου οργάνωσης και της παραγωγής και των αγορών. Ό,τι θεωρήθηκε μετά το 1980 ότι αποτελούσε το δρόμο για την απεριόριστη μεγέθυνση της οικονομίας, από την απελευθέρωση του παγκόσμιου εμπορίου μέχρι την απορρύθμιση της αγοράς εργασίας και από τις ιδιωτικοποιήσεις έως την ανάπτυξη εξαιρετικά περίπλοκων πιστωτικών εργαλείων, σε εκείνη τη στιγμή έφτασε σε ένα αδιέξοδο.

Με μία έννοια η κατάρρευση της Lehman Brothers αποτέλεσε για τον «υπαρκτό νεοφιλελευθερισμό» την ίδια συμβολική συμπύκνωση με την Πτώση του Τείχους για τον «υπαρκτό σοσιαλισμό».

Οι αιτίες

Η συζήτηση γύρω από τα αίτια αυτών των κρίσεων παραμένει ανοιχτή. Ήταν, όμως, εμφανής η αμηχανία τόσο των νεοκλασικών όσο και των νεοκεϋνσιανών απόψεων, δηλαδή των θεωριών που την ίδια την παραγωγή την αντιμετωπίζουν ως ένα «μαύρο κουτί», να δώσουν μια ερμηνεία.

Αντίθετα, πιο πειστική έχει φανεί η προσπάθεια όσων μαρξιστικών κυρίων απόψεων εντόπισαν ως υποβόσκουσα αιτία της κρίσης τη διατήρηση χαμηλών ρυθμών αύξησης της πραγματικής κερδοφορίας για μακρύ διάστημα που ερχόταν σε όλο και μεγαλύτερη αντίθεση με τις πολύ υψηλές αποδόσεις της χρηματοπιστωτικής σφαίρας.

Ο αντίκτυπος της κρίσης ήταν παγκόσμιος και μεγάλος, ακριβώς γιατί δεν ήταν μια «τοπική» δυσλειτουργία. Ακόμη και η ελληνική κρίση χρέους αποτέλεσε ένα συνδυασμό ανάμεσα στην παγκόσμια κρίση (που αύξησε κατακόρυφα τον πιστωτικό κίνδυνο), στην αντιφατική αρχιτεκτονική της ευρωζώνης και τα όρια του ελληνικού αναπτυξιακού προτύπου των προηγούμενων δεκαετιών.

Η απάντηση στην οικονομική κρίση σε μεγάλο βαθμό θα αφορά τα συμπτώματα και όχι τα αίτια. Με πρωτοβουλία της αμερικανικής FED, που δεν ήθελε να ξαναδεί τον εφιάλτη της δεκαετίας του 1930, επιλέχτηκε ένας ιδιότυπος «κεϋνσιανισμός των πλουσίων» αφού όχι μόνο τα τραπεζικά συστήματα δέχτηκαν τεράστιες ποσότητες δημόσιου χρήματος αλλά και επιλέχτηκαν πολιτικές μηδενικών επιτοκίων και «ποσοτικής χαλάρωσης».

Όμως, το κόστος για αυτού που δεν είχαν την ευθύνη για την κρίση, δηλαδή την πλειοψηφία των μισθωτών παγκοσμίως ήταν τεράστιο, καθώς κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν την κατακόρυφη άνοδο της ανεργίας, τη λιτότητα, τη μείωση των πραγματικών μισθών, τη διάλυση του κοινωνικού ιστού.

Δέκα χρόνια μετά η παγκόσμια οικονομία δείχνει να σταθεροποιείται σε ρυθμούς ανάπτυξης. Όμως, πίσω από την εικόνα, έρχονται τα ανοιχτά ερωτήματα και οι νέες προκλήσεις.

Φούσκα

Η απόσταση ανάμεσα στην πραγματική κερδοφορία και τις υπεραποδόσεις της χρηματοπιστωτικής σφαίρας έχει πάρει ξανά χαρακτηριστικά που θα παρέπεμπαν σε «φούσκα», την ίδια ώρα που εξελίξεις όπως οι «εμπορικοί πόλεμοι» και το τέλος της «ποσοτικής χαλάρωσης», δημιουργούν νέες αστάθειες στην παγκόσμια οικονομία αλλά και το ενδεχόμενο κρίσης χρέους στην περιφέρεια.

Δεν είναι λίγοι αυτοί που υποστηρίζουν ότι παρά τα αισιόδοξα σημάδια, ο κίνδυνος νέας οικονομικής κρίσης παραμένει ενεργός, έστω και εάν δεν μπορεί να προβλεφθεί ποιος μηχανισμός θα την πυροδοτήσει.

Και τα πράγματα δεν κάνει πιο αισιόδοξο το γεγονός ότι οι παγκόσμιες πολιτικές και οικονομικές ελίτ συμπεριφέρονται με την ίδια αλαζονική πεποίθηση ότι πράγματα δεν μπορούν παρά να πάνε καλά, χωρίς να έχουν πάρει κάποιο πραγματικό μάθημα από την προηγούμενη κρίση πέραν της καθησυχαστικής αυτοεπιβεβαίωσης ότι αυτοί δεν θα κάνουν τα ίδια λάθη.

Μόνο που το «όλα πάνε καλά», είναι η συνηθέστερη φράση πριν τις μεγάλες καταστροφές…