Εάν δεχτούμε το κυβερνητικό αφήγημα ότι η 21η Αυγούστου συνιστά μια ιστορική τομή και την αυγή μιας νέας μέρας για τη χώρα, τότε θα έπρεπε το σημερινό διάγγελμα του πρωθυπουργού θα είναι μια πολιτική διακήρυξη στόχων, μια προαναγγελία αποφάσεων και μέτρων που θα ληφθούν και θα ορίσουν την επόμενη μέρα.

Αντιθέτως, ο πρωθυπουργός επέλεξε, για άλλη μια φορά, το δρόμο των συμβολισμών. Η ομιλία του κυρίως επικέντρωσε στο τι σηματοδοτεί το τυπικό «τέλος των μνημονίων» και σε μια γενικόλογη και αφηρημένη παρουσίαση που απλώς προσπαθούσε να δώσει ένα στίγμα για την επόμενη μέρα χωρίς συγκεκριμένες αναφορές και δεσμεύσεις, με όλη τη θεατρικότητα και την κυρίως επικοινωνιακή στόχευση που αναλογεί.

Άλλωστε, ο πρωθυπουργός λίγα πράγματα μπορούσε να πει για την επόμενη μέρα που να αποτελούν τομή με το «μνημονιακό κεκτημένο».

Μπορεί να υποστήριξε στο διάγγελμα ότι η «χώρα μας ανακτά το δικαίωμα της, να ορίζει αυτή τις τύχες και το μέλλον της», όμως στην πραγματικότητα για πάρα πολύ καιρό ακόμη το πλαίσιο πολιτικής θα ορίζεται από τους δανειστές.

Τα πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% μέχρι το 2022 και 2,2% μέχρι το… 2060, η μείωση των συντάξεων από 1/1/2019, η μείωση του αφορολόγητου από 1/1/2020, οι ιδιωτικοποιήσεις που είναι σε εξέλιξη, η υποχρέωαη να μην αυξηθεί το συνολικό κόστος μισθοδοσίας στο δημόσιο, η «ενισχυμένη επιτήρηση» από τους θεσμούς, σημαίνουν ότι και «εκβιασμούς» θα υφιστάμεθα και «εξωτερικούς καταναγκασμούς».

Δείχνουν επίσης ότι τα μέτρα λιτότητας οι «θυσίες του ελληνικού λαού» θα συνεχίζονται για πολύ καιρό ακόμη.

Όπως επίσης δεν είναι κάποιες «Σειρήνες» που λένε ότι «τα μνημόνια θα είναι για πάντα εδώ», αλλά η ίδια η πραγματικότητα πολλαπλών μηχανισμών επιτήρησης, «μεταρρυθμίσεων» που δεν επιτρέπεται να αναιρεθούν, ιδιωτικοποιήσεων που συνεχίζονται κανονικά και ανειλημμένων δεσμεύσεων σε βάθος δεκαετιών.

Όπως, επίσης, θα περίμενε κανείς και μια μεγαλύτερη σεμνότητα από τον πρωθυπουργό όταν αναφέρεται στον ελληνικό λαό.

Όντως ο ελληνικός λαός δεν συμβιβάστηκε και «έγραψε νέες σελίδες αντίστασης», μη διστάζοντας να δώσει συντριπτική πλειοψηφία στο ΟΧΙ στο δημοψήφισμα, σε πείσμα όλων των προειδοποιήσεων για τους κινδύνους.

Όμως, εκείνη την περίοδο η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα (και του Πάνου Καμμένου) έγραψε νέες σελίδες συνθηκολόγησης και προσκόλλησης στην εξουσία με κάθε τίμημα.

Γιατί δρόμος που διάλεξε αυτή η κυβέρνηση τότε δεν ήταν να μείνει συνεπής στα όσα είχε πει προεκλογικά αλλά να κάνει στροφή 180ο και όχι μόνο να αποδεχτεί το μνημόνιο αλλά να καταφέρει να το εφαρμόσει μέχρι κεραίας.

Γιατί ούτε οι ιδιωτικοποιήσεις, ούτε ο Νόμος Κατρούγκαλου για τις συντάξεις, ούτε η συνεχιζόμενη λιτότητα μπορούν να χαρακτηριστούν «αντίσταση». Ούτε βέβαια βγήκαν πραγματικά «από το αμπάρι» οι άνθρωποι του μόχθου, οι άνεργοι, οι νέοι.

«Χωρίς φωνή και χωρίς ελπίδα» παρέμειναν και επί της διακυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα, προσπαθώντας να επιβιώσουν σε ένα περιβάλλον ανεργίας, μερικής απασχόλησης, μισθών συχνά κάτω των 400 ευρώ και διαρκούς εξώθησης προς τη μετανάστευση.

Οι άνθρωποι αυτοί δεν έχουν ανάγκη να ακούσουν για άλλη μια φορά για «τις αιτίες και τα πρόσωπα που οδήγησαν τη χώρα στα μνημόνια, «τη φοροασυλία του μεγάλου πλούτου, τη γενικευμένη διαπλοκή και διαφθορά, την ασυδοσία μιας σειράς επιχειρηματικών και εκδοτικών ομίλων που για χρόνια θεωρούσαν ότι η χώρα τους ανήκει, τον κυνισμό και την περιφρόνηση μιας πολιτικής ελίτ».

Γιατί αυτοί οι άνθρωποι εξεγέρθηκαν εναντίον αυτών των καταστάσεων και μάλιστα επέλεξαν τον ΣΥΡΙΖΑ και τον Αλέξη Τσίπρα ως την εναλλακτική λύση, για να δουν τα φαινόμενα της «νέας διαπλοκής» (κάπου στο βάθος στην Ιθάκη είναι και τα βοσκοτόπια του κ. Καλογρίτσα, αν τα θυμούνται ακόμη στον ΣΥΡΙΖΑ), αλλά και τα φαινόμενα του «νέου κυνισμού» που αντί για την ανάληψη ευθύνης για την τραγωδία στην Ανατολική Αττική αναζητούσε συνωμοσίες μέσω δορυφόρων.

Γιατί αυτοί οι άνθρωποι όντως εξεγέρθηκαν ενάντια σε ένα «νεοφιλελεύθερο πείραμα», μόνο που η πολιτική που ασκεί η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, με τις ιδιωτικοποιήσεις, τις μειώσεις μισθών και συντάξεων, την επέκταση της εργασιακής επισφάλειας, τη δημοσιονομική πειθαρχία, την αντικατάσταση της αναδιανομής από τα επιδόματα, δύσκολα μπορεί να περιγραφεί ως κάτι άλλο από νεοφιλελεύθερη.

Και εντός μιας τέτοιας πολιτικής το αίτημα για «μια πατρίδα ισότητας, δημοκρατίας και κοινωνικής δικαιοσύνης» μάλλον δύσκολά μπορεί να χωρέσει.

Από εκεί και πέρα μόνο τυχαίο δεν ήταν ότι ο πρωθυπουργός επέλεξε για την επόμενη μέρα να μείνει σε μεταφορές και ποιητικές φράσεις. Γιατί ξέρει ότι πέραν κάποιων επιδομάτων, «για φέτος μόνο», από το «υπερπλεόνασμα» δεν έχει να δώσει κάτι που πραγματικά να σηματοδοτεί την «τομή» και την «επόμενη μέρα».

Γιατί το στοίχημα του να δώσει πραγματικά ελπίδα σε μια κοινωνία που κάποια στιγμή δεν της στέρησαν απλώς κάποια εισοδήματα αλλά το ίδιο της το μέλλον, το έχει χάσει.

Όμως, η Ιθάκη ήταν όμορφη, η λιακάδα λαμπερή, η διάθεση καλοκαιρινή και ίσως ο σκοπός ήταν απλώς να βρεθούν, όπως θα έλεγε και ο Καβάφης, οι άνθρωποι:

(…) γοητευμένοι με τ’ ωραίο θέαμα—

μ’ όλο που βέβαια ήξευραν τι άξιζαν αυτά,

τι κούφια λόγια ήσανε (…)