Οι γερμανοί σχολιαστές συγκλίνουν στη διαπίστωση ότι παρά την έξοδο της Ελλάδας από τα μνημόνια, οι Έλληνες δεν έχουν σήμερα λόγο να πανηγυρίζουν. SZ: «Η Γερμανία πρέπει να δώσει περισσότερα».

Η έξοδος της Ελλάδας από τα δανειακά προγράμματα παραμένει κεντρικό θέμα σχολιασμού στον γερμανικό Τύπο. Οι σχολιαστές σκιαγραφούν την κατάσταση στη χώρα μετά από οκτώ χρόνια μνημονίων, συγκλίνοντας στην εκτίμηση ότι δεν υπάρχει λόγος για πανηγυρισμούς, δεδομένων των μεγάλων δυσκολιών με τις οποίες εξακολουθεί να βρίσκεται αντιμέτωπη η Ελλάδα.

«Μετά από οκτώ και πλέον χρόνια στη μονάδα εντατικής θεραπείας θα έπρεπε ο ασθενής να είναι πιο υγιής από πριν. Στην περίπτωση της Ελλάδας συνέβη το αντίθετο. Η χώρα είναι εξασθενημένη, οι άνθρωποι αποθαρρυμένοι», σχολιάζει σε ανταπόκρισή της η ηλεκτρονική έκδοση της Handelsblattκι επισημαίνει: «Η ανεργία είναι διπλάσια συγκριτικά με το ξεκίνημα των προγραμμάτων, πάνω από ένα εκατομμύριο άνθρωποι έχασαν τη δουλειά τους. Μισθοί και συντάξεις έπεσαν από το 2010 κατά μέσο όρο 30%. Σύμφωνα με υπολογισμούς της Eurostat, ένας στους τρεις κατοίκους της χώρας απειλείται από τη φτώχεια. (…) Ακόμη κι αν η επαπειλούμενη χρεοκοπία έχει αποτραπεί (…) είναι δύσκολο να μιλήσει κανείς για επιτυχία. Ως εκ τούτου, για την πλειοψηφία των Ελλήνων αυτή η Δευτέρα είναι μια εντελώς συνηθισμένη μέρα. Γι" αυτούς δεν αλλάζει σε πρώτη φάση απολύτως τίποτα».

Ο ανταποκριτής της οικονομικής εφημερίδας του Ντύσελντορφ υπογραμμίζει ότι επίκεινται νέες υποχρεώσεις για την Ελλάδα. «Στον προεκλογικό αγώνα τέσσερα χρόνια πριν ο αριστερός λαϊκιστής Τσίπρας υποσχέθηκε να αποτινάξει τα δεσμά της λιτότητας. Αυτό δεν μπορεί να το τηρήσει ούτε σήμερα, στο τέλος του προγράμματος. Αντιθέτως: Ο Τσίπρας έχει υπογράψει νέες δεσμεύσεις λιτότητας», παρατηρεί ο αρθρογράφος, επικαλούμενος τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα που καλείται να πετύχει η Ελλάδα τις προσεχείς δεκαετίες.

«Εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες ζουν με λιγότερα από 400 ευρώ τον μήνα χωρίς προοπτική βελτίωσης», γράφει η Frankfurter Rundschau. Η εφημερίδα της Φραγκφούρτης σχολιάζει ότι «θεωρητικά η Ελλάδα έχει αφήσει πίσω της την κρίση. Από το 2017 η οικονομία επιτέλους αναπτύσσεται και πάλι, έστω και ασθενώς. Το ποσοστό ανεργίας μειώθηκε σε 19,5%. Όμως αυτό δεν σημαίνει πολλά, δεδομένου ότι ολοένα και λιγότεροι άνθρωποι έχουν θέσεις πλήρους απασχόλησης. Από τα 1,7 εκατομμύρια απασχολούμενους στον ιδιωτικό τομέα ένας στους τρεις εργάζεται σε καθεστώς μερικής απασχόλησης. (…) Αυτοί οι μερικώς απασχολούμενοι δεν έχουν σχεδόν καμία πιθανότητα να κατοχυρώσουν αξιόλογα συνταξιοδοτικά δικαιώματα. Στην Ελλάδα χτυπά μια κοινωνική ωρολογιακή βόμβα. "Φοβάμαι ότι έρχεται έκρηξη της φτώχειας", λέει ο ομότιμος καθηγητής Οικονομίας Σάββας Ρομπόλης».

Τα προβλήματα που διατηρούνται και… οι «αισιόδοξοι»

«Η κρίση τελείωσε, τα προβλήματα παραμένουν», επισημαίνει σε ανταπόκρισή της από τη Θεσσαλονίκη η ιστοσελίδα του δεύτερου προγράμματος της γερμανικής δημόσιας τηλεόρασης ZDF. «Η κυβέρνηση στην Αθήνα γιορτάζει το τέλος του δανειακού προγράμματος. Για τους έλληνες πολίτες όμως η κατάσταση παραμένει κρίσιμη. Τα παλιά προβλήματα προκαλούν παράλυση στη χώρα», επισημαίνει ο γερμανός ανταποκριτής. Το ρεπορτάζ του ZDF καταγράφει την απαισιοδοξία τοπικών επιχειρηματιών, που στηλιτεύουν μεταξύ άλλων τη γραφειοκρατία και την υπερφορολόγηση στην Ελλάδα. «Η ασθενής οικονομική ανάπτυξη γίνεται αντιληπτή από ελάχιστους», επισημαίνει ο αρθρογράφος, σημειώνοντας ότι «οι επιπτώσεις της κρίσης εξακολουθούν να κυριαρχούν στην καθημερινότητα των ανθρώπων στη Θεσσαλονίκη. Μέτρα λιτότητας αντί δημοκρατίας και ενός λειτουργικού κράτους. Μετά την επιτυχή ολοκλήρωση του δανειακού προγράμματος οι αξίες της Ευρώπης φαίνεται να βρίσκονται πιο μακριά από ποτέ».

Αισιόδοξη, αντίθετα, η προσέγγιση του πρώτου προγράμματος της γερμανικής δημόσιας τηλεόρασης ARD: «Κάτι κινείται», σχολιάζει ο ανταποκριτής του σταθμού στην Αθήνα. Ναι μεν αναγνωρίζει ότι «η 20ή Αυγούστου δεν μπορεί να γίνει ημέρα μεγάλων εορτασμών», δεδομένου ότι ακόμη και μετά την έξοδο από το πρόγραμμα «σκληροί και λιτοί καιροί» περιμένουν την πλειοψηφία των Ελλήνων. Ωστόσο, ο ανταποκριτής παραπέμπει στους «αισιόδοξους», οι οποίοι «δικαίως λένε ότι έχουν γίνει πολλά στη χώρα. Πληρώνονται πολύ περισσότεροι φόροι και αυτοί συλλέγονται με αυστηρότερους ελέγχους. Υπάρχει ελαφρά οικονομική ανάπτυξη. Και ο πληθυσμός έχει αποδείξει επί χρόνια ότι, παρά τις σκληρές περικοπές και τις διαρκείς αυξήσεις φόρων, είναι πρόθυμος να σφίξει τα δόντια. (…) Ακόμη και επενδυτές πήγαν στη χώρα. Και δεν διαμαρτύρονται όλοι για βασανιστική γραφειοκρατία και δυσχέρειες. Αντιθέτως, χαίρονται που το επιχειρηματικό τους ρίσκο επιβραβεύεται».

Η Μέρκελ πρέπει να εισακούσει τους Νοτιοευρωπαίους

Η Süddeutsche Zeitung επισημαίνει ότι «το προς το παρόν τελευταίο πρόγραμμα διάσωσης έχει ολοκληρωθεί, ωστόσο η Ελλάδα παραμένει ένα έξωθεν ελεγχόμενο κράτος. (…) Δεν θα υπάρξουν μεν νέοι μεταρρυθμιστικοί όροι, αλλά η χώρα εξακολουθεί να βρίσκεται υπό την επιτήρηση των δανειστών –σε τελευταία ανάλυση θέλουν να ξέρουν τι θα γίνει με τα χρήματά τους». Η εφημερίδα του Μονάχου θεωρεί ότι πίσω από την ελληνική κρίση χρέους κρύβεται «ένας μεγαλύτερος κίνδυνος: Το νόμισμα που επρόκειτο να συνδέσει στενότερα τα κράτη της Ευρώπης, εξελίχθηκε κατά τη διάρκεια της κρίσης χρέους σε παράγοντα διχασμού της ηπείρου. Μεγάλα τμήματα της νότιας Ευρώπης ακόμη δεν έχουν συνέλθει από τις αναταράξεις του ευρώ τη δεκαετία του 2000. Μια γενιά νέων, άνεργων Ευρωπαίων φοβάται ότι θα μείνει ξεκρέμαστη. Επειδή η ΕΕ δεν μπορεί να τηρήσει την υπόσχεσή της για ευημερία, πολλοί ψάχνουν φταίχτες και καθιστούν υπεύθυνη τη γερμανική πολιτική λιτότητας για την κατάστασή τους. (…) Στη Γερμανία από την άλλη έχει διαδοθεί ένα επικίνδυνο αφήγημα: Οι άλλοι θέλουν μόνο τα λεφτά μας. Υπάρχει το άσχημο αίσθημα ότι πάντα οι "φιλόπονοι Γερμανοί" χρηματοδοτούν τα χρέη των "τεμπέληδων Νοτιοευρωπαίων"».

Ο γερμανός σχολιαστής επισημαίνει ότι οι πολιτικοί γνωρίζουν τις ανησυχίες των πολιτών, ωστόσο δεν φροντίζουν να τις κατευνάσουν. Όπως τονίζει, «η γερμανίδα καγκελάριος θα πρέπει να ανταποκριθεί στις ανησυχίες και τις ανάγκες των Νοτιοευρωπαίων εάν δεν θέλει να ασχολείται μονίμως με τη Λεπέν, τον Σαλβίνι και άλλους αντιευρωπαίους. Για να το πούμε ξεκάθαρα: Η Γερμανία πρέπει να είναι πρόθυμη να δώσει περισσότερα. Αυτή η αντίληψη δεν είναι μόνο μια αναγκαιότητα που απορρέει από το πολιτικό βάρος (σ.σ. της Γερμανίας), αλλά έχει νόημα και από οικονομική σκοπιά. Η Γερμανία έχει επωφεληθεί από το ευρώ όσο καμία άλλη χώρα. Είναι λοιπόν προς το συμφέρον της να ενισχύσει τη νομισματική ένωση και να τη προφυλάξει από την επόμενη κρίση».

«Η τρόικα δεν χαλαρώνει την πίεση», γράφει σε ανταπόκρισή της από τις Βρυξέλλες η αριστερή Tageszeitung (TAZ). Παρά την έξοδο της Ελλάδας από το πρόγραμμα, «οι διάδοχοι της τρόικας ήδη προελαύνουν. Στις 10 Σεπτεμβρίου ήδη η ΕΕ θα στείλει την πρώτη αποστολή ελεγκτών (σ.σ. στην Αθήνα). Αυτοί δεν πρόκειται να εξετάσουν μόνο την υλοποίηση των δραστικών όρων λιτότητας, αλλά και τις εκκρεμείς μεταρρυθμίσεις που καλείται να διευθετήσει η αριστερή κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα. (…) Πρώτα από όλα εκκρεμεί η σχεδιαζόμενη για το 2019 συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση. Αυτή φέρνει νέες σκληρές περικοπές», γράφει η TAZ. Ο αρθρογράφος επισημαίνει τη δέσμευση της Αθήνα για μακροχρόνια υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και υπογραμμίζει: «Για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος η Ελλάδα αναγκάζεται να φορέσει νέο κορσέ».