Κάθε άλλο παρά ήσυχη δεν μπορείνα είναι η Ελλάδα μετά την απελευθέρωση των δύο στρατιωτικών από την Τουρκία, καθώς οι κινήσεις του τούρκου προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, δεν μπορούν να προβλεφθούν. Η επόμενη μέρα τόσο απέναντι στην Αθήνα, όσο και για το τι μέλλει γενέσθαι στο εσωτερικό της Τουρκίας ανησυχεί ιδιαίτερα τους διπλωματικούς κύκλους.

Η απελευθέρωση των δύο ελλήνων στρατιωτικών ήταν μια κίνηση καλής θέλησης απέναντι στην Ελλάδα και την Ευρώπη με την οποία ο Ταγίπ Ερντογάν θέλει να κρατήσει ζωντανή τη σύνδεση, ειδικά τώρα που τα έχει «σπάσει» με τις ΗΠΑ.

Η απόφαση για την απελευθέρωση των Μητρετώδη και Κούκλατζη ήταν προσωπική, του ιδίου του Τούρκου προέδρου κι αιφνιδίασε την Αθήνα. Ηταν, όμως και μια απόφαση που έχει περαιτέρω σκεπτικό καθώς η Αγκυρα δεν κάνει τίποτε σε διπλωματικό επίπεδο που να μην έχει δεύτερες και τρίτες αναγνώσεις.

Μέχρι εδώ καλά, ωστόσο τι μέλλει γενέσθαι από εδώ και στο εξής τόσο στα ελληνοτουρκικά όσο και στο θέμα της Κύπρου;

Θα συνεχιστεί η ρητορική της έντασης, οι προκλητικές ενέργειες στο Αιγαίο και η παρέμβαση της Τουρκίας στις εν εξελίξει έρευνες στην κυπριακή ΑΟΖ;

Ηδη το κλίμα βαραίνει από τα πρόσφατα επεισόδια στη «μάχη της τσιπούρας» μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων ψαράδων. Αλλά και από τις πληροφορίες ότι ο «Πορθητής», το τουρκικό πλοίο, θα κάνει σύντομα τις βόλτες του στην Ανατολική Μεσόγειο και στο Αιγαίο.

Η ελληνική διπλωματία παρακολουθεί με προσοχή τις εξελίξεις στην τουρκική οικονομία, οι οποίες επηρεάζουν τα μέγιστα και τις πολιτικές αποφάσεις. Από τη μια η Ελλάδα δεν θα πρέπει να εύχεται κατάρρευση της Τουρκίας διότι μια πληγωμένη γειτονική χώρα είναι και πιο επικίνδυνη. Ειδικά από τη στιγμή που ο λαϊκιστής Ερντογάν θα θελήσει να αποπροσανατολίσει την κοινή γνώμη με «εξαγωγή» της κρίσης στα σύνορα της Ελλάδας, και της Δύσης επομένως.

Από την άλλη, κανείς δεν αποκλείει ακόμη και στο άμεσο διάστημα ο Σουλτάνος να βρει κοινό τόπο τόσο με τη Γερμανία και τη Γαλλία όσο και με τον Ντόναλντ Τραμπ. Η Τουρκία είναι πάντα ένας στρατηγικός σύμμαχος της Δύσης και μια νέα αναβάθμισή των σχέσεων δεν θα αποκλειόταν. Αυτό που σήμερα μοιάζει με οικονομικό πόλεμο και με την Αγκυρα να βρίσκεται στα σχοινιά, μπορεί να μετατραπεί σε ένα νέο deal που θα φέρει ξανά την Τουρκία στο προσκήνιο και για άλλη μια φορά «προκεχωρημένο φυλάκιο» των ΗΠΑ κοντά στη Ρωσία και την Κίνα. Αλλωστε ο Ερντογάν είναι πραγματιστής και γνωρίζει ότι η βοήθεια από τις δύο παραπάνω χώρες δεν μπορεί να έρθει ή δεν μπορεί να είναι ικανή να τον βγάλει από το αδιέξοδο. Αργά ή γρήγορα θα στραφεί στους παραδοσιακούς της συμμάχους στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ.

Μην ξεχνάμε επίσης κάτι πολύ σημαντικό. Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Τουρκίας καθώς δέχεται πάνω από το 50% των εξαγωγών και πολύ λιγότερα προϊόντα καταλήγουν στις αγορές ΗΠΑ και Κίνας. Σε καμιά περίπτωση ο Ερντογάν δεν θα ήθελε να διακινδυνεύσει την ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας του, ακόμη και από μακριά, ακόμη και χωρίς απευθείας σύνδεση με την ΕΕ.

Τα δύο κρίσιμα θέματα
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το ρεπορτάζ του «Βήματος της Κυριακής» για την επόμενη ημέρα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Δύο είναι τα θέματα που απασχολούν όμως την Αθήνα. Το πρώτο είναι τι μέλλει γενέσθαι στο Προσφυγικό. Οι ενδείξεις που υπάρχουν είναι ότι στη Συρία, η Μόσχα και το καθεστώς του Μπασάρ αλ Ασαντ προετοιμάζονται να επιτεθούν στον θύλακα του Ιντλίμπ, όπου εξακολουθούν να βρίσκονται υπολείμματα ακραίων ισλαμικών οργανώσεων, που στηρίχθηκαν από την Αγκυρα στο πλαίσιο της αντίστασης εναντίον του σύρου προέδρου.

Η Αγκυρα ανθίσταται στη συμμετοχή της, αλλά αυτό που προκαλεί ανησυχία είναι ότι θα μπορούσε να προκύψει νέο μεγάλο προσφυγικό κύμα άνω του ενός εκατομμυρίου ανθρώπων, το οποίο δεν αποκλείεται να ασκήσει πιέσεις στην πρώτη ευρωπαϊκή «μετωπική» χώρα, την Ελλάδα. Το ερώτημα που τίθεται είναι αν η Τουρκία θα μπορούσε να απορροφήσει αυτόν τον πληθυσμό σε περιοχές που η ίδια κατέχει στο συριακό έδαφος. Σύμφωνα δε με πληροφορίες από ξένες μυστικές υπηρεσίες που βρίσκονται εν γνώσει της Αθήνας, η Τουρκία έχει φθάσει να ελέγχει, μέσω των στρατιωτικών της επιχειρήσεων, ως και ποσοστό 20% του συριακού εδάφους.

Δεύτερο ζήτημα που θα απασχολήσει την Αθήνα από τον Σεπτέμβριο είναι το Κυπριακό. Η νέα ειδική απεσταλμένη του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, η αμερικανίδα διπλωμάτης Τζέιν Χολ Λουτ, αναμένεται σύμφωνα με τις υπάρχουσες πληροφορίες να γίνει δεκτή από τον έλληνα υπουργό Εξωτερικών Νίκο Κοτζιά τη δεύτερη εβδομάδα του Σεπτεμβρίου (πιθανότατα στις 11/9). Η κυρία Λουτ, προσωπικότητα τελείως διαφορετική από τον προκάτοχό της Εσπεν Μπαρθ Αϊντε, έχει ήδη συναντηθεί με τους Νίκο Αναστασιάδη και Μουσταφά Ακιντζί στην Κύπρο, καθώς και με τον κ. Τσαβούσογλου στην Αγκυρα. Ο στόχος της είναι να διαγνώσει αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έναν νέο γύρο συνομιλιών, ενώ ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες σχεδιάζει να συναντηθεί με τον κύπριο πρόεδρο και τον ηγέτη της τουρκοκυπριακής κοινότητας στο πλαίσιο της Γενικής Συνέλευσης τον Σεπτέμβριο.

Οι συνθήκες δεν θα είναι απλές, καθώς ένας νέος διαπραγματευτικός γύρος θα συνδεθεί με ορισμένες κρίσιμες εξελίξεις. Πρώτον, τον Οκτώβριο ξεκινούν οι γεωτρήσεις της αμερικανικής ExxonMobil στο Οικόπεδο 10 της κυπριακής ΑΟΖ, ενώ νωρίτερα αναμένεται η κάθοδος του τουρκικού πλωτού γεωτρύπανου «Fatih», αν και είναι άγνωστο αν αυτό θα κινηθεί βόρεια της νήσου ή θα επιλέξει πιο «επιθετική συμπεριφορά» κινούμενο π.χ. εντός του αμφισβητούμενου από την Αγκυρα Οικοπέδου 6. Δεύτερον, στον ΟΗΕ έχουν αρχίσει και συζητούνται σενάρια για την «επόμενη ημέρα» στο Κυπριακό που περιστρέφονται γύρω από το μέλλον της ειρηνευτικής δύναμης UNFICYP. Στο πλαίσιο αυτό επικρατεί ασάφεια για τις αμερικανικές προθέσεις, αν και Ουάσιγκτον και Λευκωσία συνομιλούν παρασκηνιακά για το ενδεχόμενο σταδιακής αναβάθμισης της αμυντικής συνεργασίας τους (π.χ. μέσω άρσης του εμπάργκο όπλων).

Αγκάθι το θέμα των «οκτώ»

Την ίδια στιγμή δεν μπορεί να παραβλέψει κανείς ότι και επί ελληνικού εδάφους ακόμα και μετά την απελευθέρωση των Μητρετώδη και Κούκλατζη, παραμένει το θέμα των 8 τούρκων αξιωματικών που έχουν ζητήσει πολιτικό άσυλο στην Ελλάδα.

Πληροφορίες, θέλουν τις αρμόδιες αρχές να συνεχίζουν να βρίσκονται σε «κόκκινο» συναγερμό σε ό,τι αφορά τους «8»  ενώ σημειώνουν ότι στην κυβέρνηση, και ειδικά στο υπουργείο Δημόσιας Τάξης, δεν πείθονται με το γεγονός ότι οι δύο έλληνες στρατιωτικοί επέστρεψαν στην Ελλάδα, επομένως δεν υπάρχει αντικείμενο… τουρκικών παζαριών. Το αντίθετο, φοβούνται ότι θα μπορούσαν τουρκικές μυστικές υπηρεσίες να προσπαθήσουν να τους απαγάγουν από ελληνικό έδαφος, εφόσον βεβαίως βρουν το μέρος στο οποίο είναι κρυμένοι και φυλάσσονται από αστυνομικούς.

Αλλωστε, οι Τούρκοι το έχουν κάνει και σε άλλες χώρες, δηλαδή να απαγάγουν πολίτες και να τους μεταφέρουν στην Αγκυρα για να τους δικάσουν και να τους φυλακίσουν. Οι ελληνικές αρχές εκτιμούν ότι οι Τούρκοι θα μπορούσαν να κάνουν μια τέτοια ενέργεια πιστεύοντας ότι η Ελλάδα έχει χαλαρώσει έπειτα από την επιστροφή των δύο στρατιωτικών.

Σύμφωνα με ρερποτάζ των «ΝΕΩΝ»  τα αυστηρά μέτρα ασφαλείας για τους οκτώ τούρκους αξιωματικούς που βρίσκονται στη χώρα μας, παραμένουν σε ισχύ και είναι μάλιστα δρακόντεια.

Υπάρχει πάντα η ανησυχία όχι μόνο να απαχθούν αλλά και να αποπειραθεί κάποιος να τους σκοτώσει.

Η Επιτροπή Ασύλου αναμένεται να αποφανθεί και για τους υπόλοιπους πέντε αξιωματικούς και όπως εκτιμάται οι αποφάσεις θα ακολουθήσουν την ίδια τροχιά για τους αιτούντες άσυλο. Σημειώνεται ότι η απελευθέρωση των οκτώ τούρκων αξιωματικών – τους οποίους η Τουρκία κατηγορεί ως γκιουλενιστές – είχε προκαλέσει τη σφοδρή αντίδραση της Αγκυρας. Στελέχη της τουρκικής κυβέρνησης κατηγορούσαν τις ελληνικές δικαστικές Αρχές για «απόφαση – σκάνδαλο», ενώ ανέφεραν με νόημα σε συνεντεύξεις τους στο πρόσφατο παρελθόν ότι αν ήθελαν θα μπορούσαν να τους έχουν γυρίσει «πακέτο» στην Τουρκία.